esplosione.jpg

τραγούδι στον υπολοχαγό που κλαίει όταν κοιτάει ψηλά

κάτω από τα βουνά στην στέπα των συννέφων

ήταν ο Αρμάντο

απέναντι εκεί που το σκοτάδι κλαίει ήταν ο εχθρός

του Αρμάντο

μέσα στην ομίχλη μιλούσε ο Αρμάντο

για το τραγούδι των δέντρων κάτω από το γέλιο του ήλιου

την χώρα του

για το χαμόγελο που στο ηλιοβασίλεμα γράφει ποιήματα στον Πόνο

για την γυναίκα του

για την ομίχλη του Πρώτου Πόνου που ρουφάει την ψυχή του αστεριού μας

για τον Πόλεμο

για το μαύρο σύννεφο του θανάτου που τρέχει στα λιβάδια τους

για τον εχθρό

μα τέλος μίλησε για τον ουρανό

κοιτάξτε ψηλά είπε

εκεί είναι η μοίρα μας

η πέτρα του ονείρου μας

σάρκα της ψυχής που αρμενίζει πάντα στον ουρανό

εκεί είναι το καράβι μας είπε

το καράβι που βυθίζεται στον Πόνο

εκεί είναι η πολιτεία μας,η πολιτεία της ομίχλης και της μοίρας

μα κανένας δεν κατάλαβε τίποτα

τότε άρχισε να κλαίει κοιτώντας ψηλά

και κατάλαβαν όλοι και αρχίσαν να κλαίνε και αυτοί

σκοτείνιασε

ο ουρανός του Αρμάντο έγινε ουρανός του εχθρού

μην μου τον παίρνετε καθάρματα!είπε

σε ποιον όμως στον εχθρό η στην ψυχή του;

όλοι πέθαναν..

στον τάφο του Αρμάντο θα κλάψω

στον τάφο αυτού που κλαίει όταν κοιτάει ψηλά…

το τραγούδι της καθόδου

μην ρωτάς γιατί υπάρχω

γιατί κλαίω μες στο χιόνι

βάφω με κόκκινα δάκρυα το ποτάμι της λήθης

σε έναν άνεμο τραγουδάω για να υπάρξω μόνο με πόνο

να φύγω θέλω να μην κοιτάξω την ψυχή του ήλιου

μην ρωτάς γιατί πονάω

κοίτα στου κόσμου το όνειρο την ελπίδα για μαραμένο φως

στην δίψα για να παραβγεί τον ουρανό

κάθε μέρα σταυρώνομαι στον δρόμο για αθανασία

ζητιανεύω στον δρόμο για λίγο ψωμί από τα χείλη τους

μην ρωτάς γιατί κλαίω

στις ξεχασμένες ουτοπίες πήγε η αγάπη

τρέλα και πιοτό μέσα στην θύελλα τους μίσους

οπλισμένο χέρι πια για την αδικία του λυπημένου

μελαγχολία

μην ρωτάς γιατί πέθανα

έφυγα σε μέρη όπου δεν μπορείτε να με βρείτε

σταματήστε

κλάψτε με ψεύτικα δάκρυα

γιατί πέθανα για σένα

για σένα

(κρότος μέσα στο τίποτα και αντίλαλος στο όλα…)

Το ποίημα του σύμπαντος που κλαίει

Κοίταξα το ποτάμι εκεί που οι άγγελοι πλένουν τις ψυχές από το αίμα

και ύστερα πάνω στα βουνά όπου τα αστέρια πληγώνουν τον άνεμο

γύρισα το κεφάλι στην κοιλάδα όπου τα ξωτικά κυνηγούν τα όνειρα της Μοίρας

στη θάλασσα όπου τα δάκρυα φθονούν τον κόσμο των κρίνων

στην ακτή όπου το κύμα βρέχει τα φτερά των χρυσάνθεμων του πόνου

στον ουρανό όπου το γαλάζιο άτι πεταέι τα τριαντάφυλλα στην Γη.

κοίταξα κάτω από τα βράχια δίπλα από το δέντρο που κλαίει

πάνω στους πάγους όπου η ηλιαχτίδα χορεύρει με το άρμα του ήλιου

μέσα στην σπηλιά όπου το κρύο γράφει ποιήματα μέσα στην μοναξιά του

δίπλα στο σύννεφο όπου σπάνε οι λόγχες των πολεμιστών του ανέμου

κοντά στο σπίτι όπου το γέλιο παίζει κρυφτό με το σκοτάδι

κάτω από την γέφυρα όπου το ζευγάρι υμνεί τον θεό του έρωτα.

κοίταξα ακόμα και μέσα στην ψυχή μου

εκεί που οι σκιές παλεύουν για την ψυχή της κοπέλας που αγαπώ.

Και όμως δεν βρήκα αυτό που ήθελα

και ρώτησα το σύμπαν που κρύβεις αυτό που θέλω;

και αυτό απάντησε:

αυτό που ψάχνεις βρίσκεται εκεί που κανένας δεν μπορεί να πάει

πάρε ένα τριαντάφυλλο

στον κήπο που ο Θεός κλαίει για τον ανθρωπο φυτρώνουν πάντα τριαντάφυλλα

πάρε και ξέχασε τον πόνο σου.

Πήρα το τριαντάφυλλο.Έκλαψα και κάτω από το δέντρο του φωτός πήρα το τριαντάφυλλο και σκότωσα εμένα και το σύμπαν

Ευχαριστώ είπε .Αίμα δάκρυα αγκάθια ροδοπέταλα και ψυχή σαν την πόρνη πριν τον έρωτα,όλα εγιναν μαύρα και φωτεινά παγωμένα

και ζεστά

Δάκρυ του Θεού οδήγησε μας στην κατοικία του Πρώτου Πόνου,ψυχή των ψυχών κλάψε για εμάς κάτω από τα αστέρια.

στο ταξίδι για τον αποσπερίτη

μέσα στα αιώνια σύννεφα

ταξιδεύω χωρίς την ελπίδα της ψυχής των αστεριών

πέρασε καιρός

όταν στην ξανθιά κόρη της ερήμου

έδωσα την ψυχή μου

στα μαύρα μάτια

στο αδύναμο δέρμα

βυθίζονται οι άγκυρες των ομιχλιασμένων πλοίων

στα δάκρυα που σαν βροχή

μαστιγώνει τις δηλητηριασμένες ψυχές

στις σκοτεινές σκηνές που

το σκοτάδι γράφει ποιήματα

για την αγάπη του με το φως

κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα

μπροστά στα μάτια που κοιτάνε μόνο την υψωμένη γροθιά

αδιαφορία για την ψυχή

που κυνηγάει την ομορφιά στην στέπα

ματωμένα βουνά

ο τόπος του ονείρου

λίγο πιο γαλάζιος ουρανός

στην σφαίρα των δαχτύλων τους

πάει καιρός από τότε

από τότε που την ψυχή

έδωσα για να φυτρώσει το κρίνο στην θλίψη τους

μόνο ομίχλη τώρα

ένα αιώνιο ταξίδι

γέλιο μόνο για τώρα

χωρίς ψυχή αλλά με όνειρα

χωρίς ψυχή

αλλά πλήρης

στο ταξίδι

στον ταξίδι για τον αποσπερίτη…

στο ηλιοβασίλεμα του χειμώνα

περπατάω μόνος μέσα στο σκοτάδι

απορώ

πώς μπορεί το όνειρο να είναι τόσο ωραίο;

ο άνθρωπος να κουβαλάει τέτοιο πόνο;

o χειμώνας να είναι τόσο παγωμένος;

μέσα στα φθινοπωρινά φύλλα

ψάχνω το χρυσάφι του κόσμου

το γέλιο του νεκρού παιδιού

δώσε τους νερό!

δώσε τους όνειρα!

μην τους αφήνεις στην σκιά του δικού σου εφιάλτη

δεν βλέπεις ότι πεθαίνει;

πάρε την ψυχή μου

δεν βλέπεις ότι υποφέρει;

γιατί κρίνεις τόσο αυστηρά την ελπίδα που τρέχει γυμνή στο βουνό;

στο ηλιοβασίλεμα τον σταύρωσες

καταραμένη ελπίδα

έφυγες και άφησες τον κόσμο να κρυώνει στον χειμώνα

καταραμένο όνειρο

στον ηλιοβασίλεμα του χειμώνα μας σταυρώνεις

στο ηλιοβασίλεμα του χειμώνα πεθαίνουμε

να κοιτάμε αργά τον κόσμο

να πηγαίνει εκεί όπου πεθαίνω

στο αγγελικό όνειρο

από δάκρυ

από δάκρυ

(ουρλιάζω μέσα στην μοναξιά μου)

στην γωνιά του κόσμου που δεν κλαίνε τα αστέρια

εκεί που δύει ο ήλιος

πάντα μετά την απρόσμενη ελπίδα

στην κατασκότεινη πλευρά

εκεί που τα όνειρα

είναι μαραμένα λουλούδια

πεταμένα στον δρόμο για το Τέλειο

κάθομαι και κοιτάω τον πόνο

εκεί οι άγγελοι δεν τραγουδάνε

μόνο ψυχές πετιούνται στην γωνιά

που βλέπει μόνο ο Σκοπός του τέλειου ρόδου

κανείς δεν κλαίει για το σκοπό της αιώνιας θλίψης

δεν κοιτάει τον ουρανό που βάφει με κόκκινο τα παιδιά του

λίγο σιωπή

λίγο ψυχή και δάκρυ

λίγο όνειρο

σαν την βροχή να ρίξω στον τόπο που κάθεται

το βράδυ μονάχος στο ηλιοβασίλεμα

στον τόπο

στην αιώνια γωνιά

στην αιώνια ντροπή

στον αιώνιο θάνατό μου

στην γωνιά του κόσμου που δεν κλαίνε τα αστέρια…

πέρα από εδώ

είμαι μόνος

γιατί η άνοιξη έγινε χειμώνας;

γιατί το λουλούδι μαράθηκε;

μέσα στο κρύο έμεινε

να τραγουδάει λυπημένο

για αυτούς που δεν έχουν μοίρα

κάτι τόσο μικρό

σαν την ανάσα του ονείρου που κρυφοκοιτάει την ελπίδα

με άφησε μόνο

στο πέλαγος της μοναξιάς μου

να κοιτάω τον σταυρωμένο πόνο μου

πέρα από εδώ υπάρχω

εδώ είμαι μόνος

κρυώνω

φοβάμαι

να κρατήσω το χέρι σου

δεν θα καταλάβεις

θα σε παγώσω

δεν θα πονέσεις

δεν θα κλάψεις

αυτούς που ζουν αλλού

να θυμάσαι

σε αγαπάω…

για σένα πέθανα…

όταν πεθάνω

όταν πεθάνω μόνο το δάκρυ σου θέλω να κρατήσω

μόνο την αγάπη θέλω να δω στα μάτια σου

το άγγιγμα σου να νιώσω στο σκοτάδι

να κλάψω για σένα τελευταία φορά

να πεθάνω για σένα στην χώρα του μάταιου

να φύγω

να φύγω στο άστρο

να φύγω στο άστρο εκεί που η ψυχή μου γράφει ποιήματα για σένα

με ρωτάνε

τι θέλω να κάνω τελευταία φορά

θέλω να νιώσω το φιλί σου

βάλε το στην ψυχή μου

να το δώσω στον Βαρκάρη

να πάω στην στέπα με τα όνειρά σου…

όταν κοιτάμε χαμηλά

πάντα την ελπίδα

μέσα στο φως

ήθελαν τα μάτια να κοιτάνε

τώρα πια είναι το σκοτάδι

στον δρόμο για το άγαλμα του σύμπαντος

στην φλόγα που τα δάκρυα σβήνουν

αναρωτιέμαι

γιατί τόσος θάνατος στην στέπα με τα όνειρα

κοιτάς χαμηλά

όταν η ψυχή σιγοκλαίει

εκεί στην γωνιά του πόνου

κοιτάς χαμηλά

μόνο όνειρο

μην βυθίζεσαι στα γκρίζα όνειρα

στον ουρανό, στην ελπίδα

στο φως

ψηλά

φτάσε ψηλά

σε αυτόν που δεν κλαίει πια

για την μοίρα

για τον πόνο

για τον θάνατο

ψηλά

ψηλά

δίπλα στα αστέρια να μιλήσουμε

να αγαπήσουμε

να πεθάνουμε…

όνειρο

σε ένα αχνοσκέπαστο βουνό που τα δάκρυα μιλάνε με ψιθύρους

για τον έρωτα

μέσα στο πράσινο τυλιγμένη γεμίζεις τα μάτια μου με το υφαντό της ψυχής σου

στις άπειρες ψυχές του ανέμου που χορεύουν στο γαλάζιο έρωτα του ουρανού

κρατάς το λυπημένο τραγούδι του αστεριού μου μέσα στις ματωμένες χούφτες του γέλιου σου

μόνο η σκέψη που διαλύει τις αχνοέιπωμένες λέξεις

για το σταυρωμένο όνειρο της θάλασσας της αγάπης

μόνο εσύ και το πράσινο

ένα φόρεμα στον άνεμο

να κοιτάς στο άπειρο

σε είδα κάτω από τον ουρανό που σε ζηλεύει

στην άλλη πλευρά

θα περιμένω το τραγούδι σου

όχι μνήμη για μένα

μόνο φιλί που πεθαίνει το ηλιοβασίλεμα…

o θάνατος του ρομαντικού

έφυγα για να κοιτάξω μήπως υπάρχει μέρα χωρίς εσένα

έψαξα στα απέραντα λιβάδια όπου τα λουλούδια πέφτουν ένα ένα

στο απέραντο έπεφτα κάθε μέρα για να δω πώς είναι το σκοτάδι χωρίς τα χείλη σου

στην κόλαση πήγα για σένα

για να δω πώς είναι το κρυσταλλένιο δάκρυ σου

μέσα στους καταρράκτες υπάρχει μόνο το φως σου

σε είδα να στέκεσαι για να ανθίσεις τα λουλούδια στον παράδεισο

κάθε φιλί σου και θάνατος αγγέλου

στην θάλασσα όπου πέφτουν σε κρατάω για να νιώσω την αίσθηση του ονείρου

δεν το κατάλαβες

αλλά όταν έβαψες το ηλιοβασίλεμα με την αχνούφαντη ελπίδα σου

Τότε πέθανα

τότε σε φίλησα

για να δώσω στον κόσμο ελπίδα να συνεχίσει

χωρίς εσένα

χωρίς εσένα…

μέσα στο χιόνι

στο όνειρο μαζεύω στάλα στάλα το αφροσκέπαστο κορμί σου την ελπίδα για ένα αστέρι που κλαίει

στο τριανταφυλλένιο δάκρυ που αρμενίζει για τις απέραντες πολιτείες του φιλιού σου

μέσα στα βουνά,στο χιόνι

σε ένα φωτεινό καράβι

αποθέτει το όνειρο το μελαγχολικό φεγγάρι

μόνο λίγο χιόνι

για να ζωγραφίσω στο λυπημένο βουνό την χειμωνιάτικη κραυγή του αγγέλου

σε κοίταξε

όχι κάτι απατηλό

κάτι που μόνο ψίθυροι λένε στην μοναξιά του θεού και του τιποτένιου γέλιου μου

λίγο χώμα

τις χούφτες μου να γεμίσω από το μυρωδάτο χείλος σου

μόνο εσύ

περπατώντας για το τίποτα

μόνο εσύ

για να πεθάνει ο κόσμος στην δυστυχία του

σε άγγιξα για να φτάσω το φως

έφυγες εκεί που κλαίνε πάντα

μόνο εσύ

ταξίδι αιώνιο

απέραντο φως που κυνηγάει την ερημωμένη ψυχή μου

μόνο εσύ

ποτάμι απατηλό της ονειρεμένης ζωής

θάνατος όταν κοιτάω το ηλιοβασίλεμά σου

μέσα στο τίποτα μου

στο όλα σου

(ουρλιάζω για αυτό που δακρύζει στην ψυχή μου,γιατί με σκότωσες;)

Ματανάι

δύο χέρια μέσα στο αίμα

την ψυχή χαϊδεύουν μέσα στο άσπρο

την άμμο να βάψουν με κόκκινο

στο ρόδο και στο όνειρο

μια σκέψη

κάθε μέρα θάνατος

ένα κενό για αυτόν που τραγουδάει λυπημένα

στην ροδάνθιστη λύπη της ερήμου

στο ματωμένο ποτάμι της αβύσσου

στο ομιχλιασμένα από δάκρυα λουλούδια του τίποτα

τους δίνει όνειρα

ψυχή για να κλάψουν

μέσα στο σκοτάδι

δύο μάτια πιασμένα για να μην πνιγούν

στην θάλασσα να πεθάνουν ,να χαθούν

δύο μάτια

Ματανάι!

Ματανάι

σκότωσε τον κόσμο για να κλάψει αυτός που πεθαίνει στην αγκαλιά του τίποτα

(ξέσκισε το χείλος που γελάει, αίμα και πόνος, αναφιλητό ,θάνατος στην έρημο)

Ματανάι, ψυχή για το τίποτα…

εγχειρίδιο ευθανασίας

μετράω με δάκρυα τις ώρες

στο σκοτεινό δωμάτιο πνίγομαι περιμένοντας

ένα απροσδόκητο φως να μπει για να ρίξει λύπη στο φεγγάρι

είσαι μακριά

απέναντι από εκεί που περιμένουν οι νεκροί γιοι του θεού

κάθε πρωί ξυπνούσα

ρώταγε γιατί ο ουρανός είναι μπλε;

μόνο για να παρηγορεί αυτούς που κολυμπάνε χωρίς ελπίδα

ίσως ξυπνήσω μια μέρα για ξεχάσω ότι κοιμάμαι

κοιτάω ψηλά ψάχνοντας αυτό που λένε σωτηρία

αυτό που λένε πεπρωμένο

μην κοιτάτε αυτούς που υποφέρουν

έξω στην αυλή του μισοπαγωμένου σκοταδιού είναι

μην τους ξυπνάτε από το όνειρο

κάθε απόγευμα ετοιμάζομαι

πάρε μόνο ότι χρειάζεσαι μου λένε

στα λευκά σεντόνια καθαρίζω τα ματωμένα μου δάκρυα

παίρνω λίγο ψυχή και λίγο δάκρυ

όχι όνειρα μου λένε

να αφήσεις το ποτάμι που πεθαίνει να σε οδηγήσει

κοιτάω με τα μάτια

σκοτάδι μόνο εκεί που λουζόταν το φως

άνθρωποι περνάνε αφήνοντας ένα βλέμμα σε εμένα

κλαίνε,λυπούνται

γιατί μου χαλάτε το ταξίδι;

αφήνουν λίγο πόνο

πάρτε τον

θα βρω εκεί πάνω αρκετό

σφίγγω μόνο το χέρι αυτού που γελάει

με την εγκατάλειψη των γέλιων

προχώρα

ήταν μια αυλή έρημη με λουλούδια χωρίς χρώμα

με ρωτάνε πρώτα το γιατί;

με ρωτάνε φοβάσαι;

δέθηκα με την αιωνιότητα όταν έκλαψα τους λέω

αν δεν υπήρχε ο φόβος θα ήμουν μόνος με τον θεό και φοβάμαι

γιατί;

γιατί θέλω να ζήσω στο χρώμα του ονείρου που δεν έχει ελπίδα

σιγή

ένα αεράκι απλά να υπενθυμίζει την θλίψη του ουρανού για τον άνθρωπο

θόρυβος

κοιτάω μπροστά χωρίς να ιδρώνω

δεν έχεις ελπίδα

και θυμάμαι το δωμάτιο

τα σεντόνια και τα δάκρυα για το αστέρι

όχι λέω

ξύπνησέ με

να ζήσω

θόρυβος

σταματήστε!

μα τι κάνεις εδώ;

κοίταξέ με!

όχι όχι

μόνο ησυχία πια

εσένα και τα μάτια σου

κλάματα;

όχι κλάματα

εκεί που ανήκω

μαζί σου

μαζί σου…

για το φεγγάρι

όταν ο θάνατος πετάει ψηλά το δάκρυ

στο ουράνιο τόξο

το φεγγάρι είναι εκεί

και στην απέραντη ελπίδα να το δώσει

καθώς αφήνει τους κυνηγούς νεφελών

να μάθουν απέξω τα ονόματα των χαμένων ψυχών

μέσα στο κρύο

εκεί μπροστά στον ετοιμοθάνατο

κλαίει για μας

το φεγγάρι

σκοτεινό

φωτεινό

όλο το δράμα η θλίψη

εκεί αποθέτει ο άγγελος αυτά για τα οποία κλαίει

στην χώρα όπου δεν κυνηγάνε όνειρα

κοιτάνε μόνο ψηλά

στο φεγγάρι

εσύ ψηλά

έβαλες το φως για να κλαίμε για το σκοτάδι μας

μόνο το φεγγάρι

μέσα στο άπειρο σύμπαν

να στέκεται δίπλα μας

το χέρι

το δάκρυ

η ελπίδα

ψηλά

εκεί ψηλα

για το φεγγάρι κλαίμε…

για την κοπέλα που έγινε αστέρι

γράφω στο κόκκινο

μέσα στο σκοτεινό φεγγάρι

κυνηγάω εσένα

στα γαλάζια μάτια

στο πέλαγος

στο απέραντο κλάμα

στην μουσκεμένη καλύβα

μέσα στα σμαραγδένια κύματα που κοιμάται ο ήλιος

έδεσα ένα γράμμα να με βυθίσει στην αιώνια θλίψη

μόνο εσένα κοιτάω

ψηλά να μου δείχνεις τον δρόμο

το αστέρι μου

στην σκοτεινιά

στην μοναξιά

το αστέρι μου που τρυπάει τις ψυχές

που θέλουν να πάνε στην κόλαση για σένα

μόνο

πάντα

ένα αστέρι που κλαίει

γράφω πάνω στα νεφελώματα

ματώνω στο μάυρο

για σένα

για την κοπέλα που έγινε αστέρι…

για αυτήν

μέσα στην νύχτα

μαραμένες νότες από λουλούδι

στον άνεμο πετάνε για να σκοτώσουν το σκοτάδι

ψεύτικα όνειρα

πάνω από σταρένια λιβάδια του κόκκινου

βαριά ανάσα

αυτού

που κοιτάει τον θάνατο στα μάτια

μέσα στο μαύρο

τα μαλλιά σου

μεταξένιο όνειρο

στο ομιχλιασμένο δάκρυ του μοναχικού αστεριού

μέσα στην νεκρή ιτιά του ποταμού μου

τα μάτια σου

μια ψυχή για το όνειρό μου δίνουν

κάθομαι και σκέφτομαι

πώς είναι να αλλάξει το χρώμα του ουρανού;

μονοπάτι του πουθενά και του αντίο

φοβάμαι να σε χάσω

τα χείλη σου

η ψυχή

μέσα στην αιώνια σιωπή σε ακούω

νότες

για αυτήν

πώς είναι δυνατόν οι άγγελοι να μην έκλαψαν όταν σε δημιούργησαν;

στα απέραντα θεμέλια

σε ψάχνω

να σκοτώσω το σύμπαν που υποφέρει όταν κοιτάει την ομορφιά σου

και μετά να πνιγώ και εγώ

στην θάλασσα των δακρύων σου

στα μάτια σου

μόνο εσύ

μόνο εσύ…

αυτοκαταστροφή

ήσουν ένα ψέμα

κάτι απατηλό

κάτι που μόνο το φεγγάρι ονειρεύεται όταν ζηλεύει

έφυγες χωρίς να ξέρεις αν ΄έχεις σκοτώσει το όνειρο

βρήκες άλλο δρόμο χωρίς να ξέρεις αν πέθανα

με σκότωσες

με σκότωσες

νόμιζα ότι υπήρχε ευτυχία στο απέραντο λιβάδι με τις σκέψεις μας

μόνο πόνος

μόνο απάτη

τίποτε πια

έφυγα και δεν έμαθα την ιστορία της αγάπης

μόνο τον πόνο

μόνο το καταραμένο πόνο

δεν υπάρχεις για μένα

σκοτώθηκα προ πολλού

έφυγα για το τίποτα χωρίς να καταλάβω ότι ήμουν…

αν υπήρχε ο θάνατος για μένα

μέσα στο σκοτάδι

στο απέραντο μαύρο δέντρο

ίσα που διακρίνω λίγο φως

μια αχτίδα

ένα γέλιο στην ομίχλη της ιτιάς που κλαίει

κοντά στους καταρράκτες

στις σταγόνες που αγγίζουν το πρόσωπο

νιώθω το άγγιγμα

ένα βλέμμα

μπροστά στο κενό

στην επερχόμενη λύτρωση

αδιαφορία

υψωμένη ψυχή εκεί που καταρρέει το φως του σκοταδιού

πλησιάζει

είναι άδικο;

στον ήχο του θανάτου

γελώ

στην ατέρμονη μελωδία του μαύρου αστεριού

δεν ελπίζω τίποτα

μέσα στα μαραμένα λουλούδια

δίνω το χέρι

στην ψυχή που βρίσκεται κάτω από την πέτρα

αν υπήρχε θάνατος για μένα

μόνο το όνειρο θα έκλαιγε

για την ολοκλήρωσή του

μόνο το παιδί θα γέλαγε

μόνο εγώ θα πέθαινα

για τον κόσμο

για τον κόσμο

για το όνειρο

για την ψυχή που κοιτάει ψηλά

μόνο στο φως

μόνο στην ψυχή

μόνο στο τίποτα…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Ιωάννης Παππάς  γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1988 στη Σπάρτη. Είναι φοιτητής  στο Ε.Μ.Π.  (τμήμα ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών Η/Υ)