efibeia.jpg
ΠΡΑΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

«Πώς να αρχίσω; Να ξεράσω ιστορίες πέρα για πέρα ψεύτικες ή να σας πω την αλήθεια; Ω! αφού σας αρέσουν τα ψέματα μου, ζω απʼ αυτά όπως όλοι, όπως ενδεχομένως και εσείς – τι έλεγα; για κάτι που φεύγει… ο χρόνος περνάει όχι αργά ή γρήγορα, έχει τον «χρόνο» του, είναι αντίφαση και αυτή όπως οι υπόλοιπες…Γιατί μιλάμε; Για να μην αισθανόμαστε μόνοι, για να αντικρίζουμε τον εαυτό μας με λιγότερη απέχθεια. Τα δάκρυα είναι σαν τα κύματα σε τσακίζουν, σε δυναμώνουν σε οπλίζουν για την επόμενη κίνηση. Οι φίλοι μου: το πάθος, η ανάμνηση, ο καπνός του τσιγάρου, ο καφές, τι ξέρετε για εμένα τι ξέρω από εσάς; Είστε μια ανάμνηση σε μια σελίδα που έχω σχίσει εδώ και πολλούς μήνες…»
Κοιτάζω τον άγνωστο που φτύνει αυτές τις λέξεις χωρίς σκοπό, αλλά αναμφίβολα με κάποιο πάθος. Αναρωτιέμαι ποια γραμμή μας χωρίζει και τι θα μπορούσε να τον βοηθήσει τώρα, μια λέξη, μια αγκαλιά, μια σιωπηλή αποδοχή. Το παιδικό του παιχνίδι μοιάζει χαμένο σε ένα κόσμο που δεν τον αγάπησε και τον απόρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν μπορείτε να τον δείτε…τώρα τρέμει… κανείς δεν του δίνει σημασία, οι περισσότεροι γέρνουν μεθυσμένοι στα τραπέζια τους και ατενίζουν το απόλυτο κενό. Το φως είναι αδύνατο, εξάλλου θα έμοιαζε ειρωνεία ή προσβολή η παραμικρή αχτίδα στον κόσμο μας. Σε λίγο έφυγα, περπάτησα χωρίς σκοπό άλλωστε πολλά την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νόημα για εμένα. Ξέχασα τον άγνωστο γραφικό που μου χάλασε την ηρεμία μου.


Την άλλη μέρα δύο λουλούδια ήταν στην θέση του, είχε αυτοκτονήσει την νύχτα που τον πρωτοείδα. Δεν έμαθα πολλά για τη ζωή του περισσότερα από αυτά που υποθέταμε όλοι. Ήταν μοναχικός, του άρεσε η μουσική και μόνο αυτό τίποτε άλλο. Μια ζωή χωρίς φίλους, γνωστούς, σε μια πλήρη απομόνωση που σίγουρα δεν τη επιδίωξε αλλά κανείς δεν τον νοιάστηκε και κανείς δεν λυπήθηκε πραγματικά από τον αδόκητο θάνατό του. Πήγα στη θάλασσα και πίνοντας συνέχεια προσπαθούσα να εξηγήσω τι έφταιξε. Η ζωή του ήταν δύο – τρία περιστατικά που αφηγήθηκαν διάφοροι που τους είχα δει εκείνη τη νύχτα.
Με πήρε ο ύπνος και ξύπνησα από το κρύο. Σκέφτηκα με τρόμο ότι ήμουνα άδειος, ούτε εγώ είχα λυπηθεί πραγματικά για τον αυτόχειρα και η βροχή που έπεφτε ήταν η μόνη ειλικρινής παρουσία εκείνη τη στιγμή. Τα λόγια του λοιπόν έλεγαν την αλήθεια από την πρώτη ώρα που τον άκουσα, ήμουνα και εγώ μια ανάμνηση από μια σκισμένη σελίδα από ένα βιβλίο τόσο πραγματικό όσο τα άδεια συναισθήματα μου.
Είμαστε αναμνήσεις άλλων και απομένει ο φίλος που θα μας κρίνει αν θα χρειαστεί να δώσουμε αγώνα για να κρατηθούμε στην μεγάλη μητέρα την Μνήμη ζωντανοί ή αν θα έχουμε πεθάνει πριν από την ώρα μας.

1 – 12 – 07

ΓΑΛΑΖΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Όταν η θάλασσα επέστρεψε στη θέση της τα βράχια ηρέμησαν από το σφυροκόπημα της και της τραγούδησαν μια σιγανή μελωδία σπαραχτική σαν προσευχή φυλακισμένου. Ίσως έτσι την ξεγέλασαν γιατί την νύχτα δεν τα πείραξε και τα άφησε χωρίς αγωνία να βλέπουν αμέριμνα το φως του φεγγαριού. Η μουσική ήταν πολύ όμορφη γιατί παρά την έντονη ψύχρα μια κοπέλα έσκυβε στις σκέψεις της χωρίς φυσικά να ακούει την μουσική των βράχων αλλά ούτε και βλέποντας την απότομη ηρεμία της θάλασσας. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να βάλει σε τάξη το χάος που την είχε περικυκλώσει και να του δώσει μια πιο απλή μορφή. Ένιωθε ότι ήταν πολύ κοντά σε μια λύση που βρισκόταν μπροστά στα μάτια της και σύντομα θα κατάφερνε να την αγγίξει όπως όταν την αναρριγούσε ο αέρας και όπως όταν ανατρίχιαζε όταν ακουμπούσε στα βράχια.
Οι κινήσεις των άστρων πάντα με άφηναν αδιάφορο: η τελειότητα του Θεού, το μακρινό τους περίβλημα, η λάμψη και η συντριβή τους μοιάζουν τόσο δυνατά σε αντίθεση με την προσωπικότητά μου που δεν έχει ούτε τελειότητα ούτε κοντινό ή μακρινό περίβλημα μόνο σπάνιες λάμψεις και ανυπόφορες συντριβές. Έτσι όταν στήθηκα με το τηλεσκόπιο μου μπροστά στο παράθυρο μου έμοιαζε όλο επιτηδευμένο ή παράλογο.
Η εφηβεία μου πέρασε σαν κερί δέκα εκατοστών. Έσβησε σαν τις φράσεις μου σε μεθυσμένα δωμάτια που επηρέασαν ετοιμοθάνατους φίλους και άγνωστους. Τα ποιήματα μου ποδοπατήθηκαν, αγνοηθήκαν. Τα ημερολόγια και τα γράμματά μου διαβάστηκαν παρά τη θέληση μου από συγγενικές σκιές, στη συνέχεια αναλύθηκαν πέρασαν στην σφαίρα του ευάλωτου ταξινομήθηκαν και αναμφίβολα «διασκέδασαν» με τον τρόπο τους την εποχή τους. Η μουσική αυτών των χρόνων μπορεί να παρομοιαστεί με γρήγορο πέρασμα από μια ενότητα σε μια άλλη και αν θα ήθελε κανείς να την φωτογραφίσει θα δυσκολευόταν αφάνταστα γιατί δεν θα ήταν τα μοντέλα του ποτέ όρθια. Όχι από ακκισμό αλλά από αδυναμία.
Είναι ένα τετράδιο που δεν έχει τίτλο και τα κεφάλαια δεν ακολουθούν απαραίτητα χρονική σειρά. Δεν είναι όμως ημερολόγιο γιατί η καταγραφή της ύπαρξης του χρόνου απουσιάζει επιδεικτικά. Το βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια την ημέρα των Χριστουγέννων. Εγώ ένιωσα σαν κάτι να έσωσα από την καταστροφή όπως ένα γατάκι ή μια αδύναμη γυναίκα. Αντιγράφω τις γραμμές του και ελπίζω να σας κρατήσουν συντροφιά όπως συγκίνησαν και εμένα:
[ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ]

Φως θέλω περισσότερο φως θέλω να χαθώ δεν μπορώ άλλο τα κύματα την θάλασσα το τηλεσκόπιο τα χρόνια τα χαμένα χρόνια δεν μπορώ τις προσευχές τις κραυγές τα χτυπήματα όχι ελπίδα όχι φεγγάρια μόνο ουρανό δεν θέλω τα άστρα τους τις σκέψεις τους τις φράσεις την απόγνωση την ματαιότητα τους φίλους την επανάληψη. Όχι σκιές παραμύθια ποιήματα κεριά φλόγες φωτιές παραλίες ακρωτήρια χορούς τα παραθυράκια στα κελιά τα ποτά τα δωμάτια τα λευκά τα στερημένα από συναίσθημα και γεμάτα λογική δεν την θέλω την λογική σας.Δεν θέλω τα ρολόγια τους χτύπους τους δε θέλω να ανατριχιάζω με το χρόνο θέλω να περνάει σαν καράβι δεν θέλω τις λέξεις τους δεν θέλω την λέξη σου δεν θέλω την λέξη μου θέλω την σιωπή αποβλέπω στην σιωπή θα κάψω αυτό το τετράδιο όταν δεν με επιτηρούν ή θα το ρίξω στα σκουπίδια κανένας δεν θα το προσέξει μόνο οι πεινασμένοι ψάχνουν τα σκουπίδια, κανείς δεν πεινάει για λέξεις…Φως φως φως έλα! 6-12 -07

ΚΙΤΡΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Αφιερωμένο στην Irene Nemirovsky
Είναι μια κίτρινη σελίδα πεταμένη σε ένα δωμάτιο που το τυλίγει το σκοτάδι και η σιωπή. Είναι οι λέξεις που κλείδωσε το συναίσθημα αλλά δεν δόθηκαν ποτέ. Έμειναν να αιωρούνται στο διάστημα των χρόνων που έφυγαν. Είναι το μίσος που έσταζε αργά – αργά πάνω στο χαρτί διαβρώνοντας την αγάπη εξορίζοντας την από το βασίλειο της ευγένειας και καθηλώνοντας την σε ένα κύκλο αέναου μίσους.
Φωνές έρχονται από τα διπλανά δωμάτια, αστεία και κραυγές ψίθυροι και υποσχέσεις βιαστικά φιλιά και σύντομα ταξίδια όμως η σελίδα αυτό το κίτρινο άθλιο χαρτί αρνείται να μιλήσει. Τι θα μπορούσαν να πουν εκατό, διακόσιες λέξεις στριμωγμένες από ότι σαράντα πενήντα χρόνια; Εγώ πιστεύω τα πάντα και ο ήρωας μου τίποτε. Τις έγραψε σε μια αδυναμία που την ακολούθησε μια δεύτερη όταν αποφάσισε να τις κρατήσει για τον εαυτό του. Τον γνώρισα στην ακμή του όταν πάλευε να ξεχωρίσει από τον κόσμο διαφέροντας στην αρχή πιο λίγο και αργότερα τόσο πολύ που έπαψε πλέον να ανήκει στις τάξεις του. Απόμεινε μόνος με τα φαντάσματα του σε μια πλήρη ερημιά όπου οι επαφές με τους άλλους δηλητηρίαζαν την θέληση του για ζωή και υπονόμευσαν σταδιακά την πίστη του σε οποιαδήποτε σύστημα αξιών που τόσο μόχθησε ο Δυτικός πολιτισμός να καθιερώσει και τόσο εύκολα ισοπέδωσε μέσα στο διάστημα του προηγουμένου αιώνα.
Ο φίλος μου είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη που την δημιούργησε με τεράστια έξοδα και που κύκλωνε τους διάδρομους του σπιτιού του εμποδίζοντας την εύκολη διέλευση και προκαλώντας την απορία και πολλές φορές την γκρίνια των επισκεπτών του. Συνήθιζε τότε να λέει ότι μια βιβλιοθήκη δεν είναι ένας σωρός από βιβλία, σελίδες, ιδέες και συστήματα αλλά αποτελεί το προσωπικό μνημείο του ιδιοκτήτη της και ταυτόχρονα διατηρεί την αίσθηση της συλλογικής μνήμης των συγγραφέων – δημιουργών της. Δεν παρατούσε ποτέ κανένα βιβλίο και φρόντιζε η επιλογή του να έχει αυστηρά αισθητικά και ιδεολογικά κριτήρια. Για παράδειγμα ποτέ δεν θα έπαιρνε ένα άγνωστο συγγραφέα αν δεν είχε τα άπαντα του Σαίξπηρ, όπως ποτέ δεν θα είχε εκφράσει γνώμη για τον ναζισμό αν δεν είχε διαβάσει το «Αγών μου» του Χίτλερ. Ήταν προσεκτικός στις κρίσεις του και δεν υιοθετούσε εύκολες και διαδομένες γνώμες όπως ότι ο ρατσισμός είναι υπόθεση των αμαθών αλλά έκρινε πως αποτελεί σύνθετο φαινόμενο που καταλαμβάνει και τους μορφωμένους.
Θυμάμαι όταν ερωτευόταν είχε το πιο μεγάλο «οπλοστάσιο», που του το παρείχε αφειδώς η ποίηση, φλογερούς στίχους από το «Άσμα Ασμάτων», τον Λόρκα, τον Ντύλαν Τόμας και τον Ρεμπώ. Έτσι οι γυναίκες της ζωής του γέμιζαν τα κρεβάτια τους με δάκρυα αιώνων, την ελπίδα που δίνει η ποίηση ότι όλα μπορούν να πραγματοποιηθούν και την βεβαιότητα της δύναμης του έρωτα. Όταν χώριζε για τον φίλο μου οι δυνατότητες φαινόντουσαν τόσο λίγες και ο κόσμος ξαναγυρνούσε στις πραγματικές του διαστάσεις μίκραινε, γινόταν ένα σαφές γεωμετρικό σχήμα ενώ ο υπόλοιποι τον βλέπαμε πάντα στις ίδιες διαστάσεις.
Ο φίλος μου πέθανε ήρεμος στον ύπνο του και κάτω από το κρεβάτι του βρέθηκε αυτή η κίτρινη σελίδα. Τι ήταν; Ερωτικό γράμμα, ημερολόγιο, αποχαιρετιστήριο γράμμα; Τίποτε από όλα αυτά. Περιείχε τα επόμενα βιβλία που ήθελε να αγοράσει και που δεν πρόλαβε ποτέ να διαβάσει. Όμως όταν έσφιξα στο χέρι μου αυτή την τελευταία σελίδα ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Την κράτησα και απέκτησα τα βιβλία. Απέμεινα να διαβάζω αργά τις νύχτες και μερικές φορές ένιωθα ότι συνομιλούσα μαζί του. Άκουγα τα σχόλια του και νόμιζα ότι συνέχιζα κάτι. Ακόμη το νομίζω.

9-12- 07

ΛΕΥΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Θα νικήσω και αυτή την σελίδα, θα νικήσω και εσένα που θα την διαβάσεις προσπαθώντας να πω κάτι παραπάνω όχι λιγότερο από αυτό που πιστεύω, μεγαλύτερο από αυτό που ζω. Θα μπω στην πόλη σαν κουρσάρος ή σαν άγριος κατακτητής έτοιμος να αλώσω την μουσική της, τις συνήθειες και τα πεζοδρόμια της. Θέλω να γίνω ένα με τον καπνό των εκατομμυρίων απεγνωσμένων κατοίκων της, με τα αγχωμένα τηλεφωνικά τους μυνήματα, αυτές τις σονάτες της κοινοτοπίας και του ψεύτικου και εφήμερου μοντέλου επικοινωνίας τους.
Θα αλλάξω την δομή που συντρέχει τις πλατείες όνειρα και επιθυμίες τόσο μικρά σε αναλογία με τις δυνατότητες που μας δόθηκαν. Θα μετατρέψω τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας σε εστίες μετακίνησης ελπίδων και μάλιστα τόσο φρούδων που η κίνηση θα γίνεται ακινησία. Το πρωί θα γίνεται ένα συνεχόμενο βράδυ – καρναβάλι και τα παιδιά θα βασιλεύουν χωρίς σταματημό.
Είσαι εσύ μέσα στο όνειρο μου. Για σένα γράφω που καμιά φορά νομίζω ότι κάπου υπάρχεις. Με κοιτάς με ένα φοβισμένο βλέμμα και οι λέξεις μου δεν μπορούν να σε τρυπήσουν…δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω το βλέμμα σου κτήμα μου, ανήκει πάντα σε σένα. Μόνο σε σένα που τα πουλιά έρχονται στο παράθυρο σου και μπλέκονται μέσα στα μαλλιά σου ψιθυρίζοντας ήχους και φθόγγους που δεν υπάρχουν και προσπάθησα όλη μου την μικρή ζωή να μεταφράσω για να μιλήσω στη γλώσσα σου, τη γλώσσα του Παραδείσου. Σκυμμένος στην μικρή ιδιωτική μου Κόλαση πάλεψα να κάνω τον φόβο προσευχή και την προσευχή ουρλιαχτό. Να μπορέσω να δώσω βαρύτητα στις λέξεις μου να τις κάνω αιώνιες χωρίς να τραυματίσω ποτέ την αλήθεια, την υπομονή και το θαύμα. Να δώσω στην σιωπή τον λόγο, στο λόγο αυτό που ένιωσα για σένα. Όταν σε πρωτοείδα πίστευα ότι δεν υπάρχουν θαύματα και αυτός είναι ο μοναδικός μου κανόνας και εσύ η λαμπρή του εξαίρεση.
Είμαι μικρός μπροστά σου, ένα αδύναμο πιόνι στα χέρια σου. Όταν με παίζεις βγάζω την καλύτερη μουσική, όταν με αφήνεις μένω ένα άφωνο φάλτσο και κατεστραμμένο μουσικό όργανο. Παρατημένο σε άλλον αιώνα. Ακούω το παραλήρημα μου και μου φαίνεται τόσο αδύναμο στο βλέμμα σου. Είναι αδύνατα και τα λόγια μου μπροστά σε αυτή τη μοναδική λέξη που τόσο περίμενα και ποτέ δεν μου έδωσες. Θα ήταν σαν νερό στην έρημο, σαν χάδι στη φυλακή σαν ομολογία μετά από χρόνια.
Δεν είμαι εδώ τώρα που σου γράφω και χωρίς να ανήκω αλλού βλέπω τα βήματα σου στην άμμο το καλοκαίρι που η θάλασσα τα σκέπαζε και εγώ τα ακολουθούσα σαν τυφλό μαλωμένο σκυλί. Βαρέθηκα να ψάχνω στις σκιές την υπόσχεση σου, καλύτερα μάλλον την τέλεια εικόνα που έφτιαξα για σένα. Και όμως θα μπορούσα να αναποδογυρίσω ολόκληρη τη γη και όμως με κρατάς καθηλωμένο σε έναν ύπνο χωρίς ηρεμία και χωρίς όνειρα.
Υπάρχεις μέσα στην γλώσσα μου σε αυτά που είπα και σε αυτά που χωρίς να το ξέρω θα πω. Λόγια χρωματισμένα από την υπόσχεση του τι θα σου άρεσε και τι δεν θα έπρεπε να πω. Υπάρχεις στα παλιά μεσαιωνικά παραμύθια, στους τροβαδούρους ή τους τρελούς που κοιτάζουν την ομορφιά κατάματα, στα ταξίδια που δεν άρχισαν. Στην πρώτη νότα του Μότσαρτ, στα ειπωμένα ξανά και ξανά λόγια των παππούδων, υπάρχεις μέσα μου χωρίς όνομα σαν ένα παλιό κουδούνι που ξυπνά τις αισθήσεις. Ένα πηγάδι που όταν το κατεβαίνεις αντικρίσεις τον εαυτό σου όπως είναι και μέσα στα νερά του πνίγονται η κακία, το μίσος και η φαυλότητα αυτών που μας κοιτάνε. Ακόμη και η δικιά μας ξιπασιά πεθαίνει εκεί κάθε νύχτα. Μαζί της γεννιέμαι όταν σε βλέπω, μαζί της πεθαίνω όταν φεύγεις. 9 – 12 – 07

ΜΩΒ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (ΧΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ)

Πόσους δρόμους διέσχιζες για να φτάσεις μέχρι εδώ; Σε πόσα δάση ξενυχτιών, πόση αναμονή για να νιώσεις ότι η ωριμότητα είναι ένα παιχνίδι σαν παίξιμο πιάνου στο όποιο ο βιρτουόζος δεν πρέπει να κάνει κανένα λάθος, ενώ εσύ στην εφηβεία σου είσαι υποχρεωμένος να τα κάνεις όλα λάθος με όλους τους τρόπους για να φτάσεις στην απόλυτη αλήθεια ότι δηλαδή δεν υπάρχει ούτε «απόλυτη», ούτε «αλήθεια» και ότι οι ευκαιρίες που έχασες δεν πρόκειται να σου ξαναπαρουσιαστούν.
Οι δρόμοι που έφτιαξες με την φαντασία σου υπήρχαν και τους ακολούθησαν μια χούφτα άνθρωποι χωρίς να καταλαβαίνουν τι έπρεπε να κάνουν και γιατί καμιά φορά! γιατί έπρεπε να ζουν. Δεν θελήσαμε πολιτείες: νιώθαμε ότι τις είχαμε κατακτήσει. Εξάλλου μας φαινόταν προσωρινό κακό που αισθανόμασταν ξένοι μέσα στην πόλη. Ένας κόσμος στον οποίο κινούμασταν με πλήξη και αθωότητα. Τα συναισθήματα ενυπήρχαν με ανεξήγητους φόβους, με πλήθος αγκυλώσεις και με ομιχλώδεις πόθους. Τα πρώτα μεθύσια, οι πρώτοι περίπατοι, τα τηλέφωνα, τα party, τα μαθήματα οι αγωνίες αυτά συμπλήρωναν τις εικόνες μας που ήταν όμορφες γιατί δεν ήταν σχεδιασμένες και ήταν άσχημες γιατί πάντα μέναμε με τη δίψα του ανεκπλήρωτου.
Καθισμένος σε μια γωνιά του δρόμου, μάλλον πιο σωστά θα έπρεπε να πω σε μια γωνία του μυαλού σου σκέφτεσαι τα περασμένα χρόνια με μια χαρά που τρέμει, με μια θλίψη που χαμογελά κάνοντας περίεργους συνειρμούς και βάφοντας με μια μαγική παλέτα αυτά που έκανες και αυτά που δεν έκανες. Η ανάμνηση είναι ένα περίεργο μαζοχιστικό παιχνίδι για τον καθένα, θυμάσαι για παράδειγμα διάφορες αποχρώσεις συναισθημάτων αλλά πιο πολύ αυτά που έχεις θαμμένα κάπου τόσο βαθιά μέσα σου. Και όταν αρχίζεις να σκάβεις τρομάζεις με το πόση λεπτομέρεια ανακαλείς πράξεις που κανονικά νόμιζες ως πεθαμένες. Πάντα τρομάζεις με την ερώτηση: «έκανα αρκετά;», δεν τολμάς να πεις: «τα έκανα όλα;», και όμως στα δεκαεφτά σου ένιωσες κάποια στιγμή ότι δεν χρειαζόταν να τα κυνηγάς όλα. Το νόημα είναι ότι λίγα άξιζαν τότε – και στις μέρες μας ακόμη πιο λίγα.
Βλέπω τα χρόνια που πέρασαν: ένα κυνηγητό πίσω στο μαύρο το αγαπημένο της χρώμα, βλέπω την μοναξιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια μερικά από αυτά είναι ο χορός, το ποτό, τα τσιγάρα το ένα πίσω από τον άλλο, βλέπω τα στρυφνά μου ποιήματα τις πορείες γύρω από ένα νόμο που τον πετάξαμε στα σκουπίδια τις ιστορίας, πουθενά δεν βλέπω υπόκλιση: ο στρατός είναι μακριά. Βλέπω αγωνία αλλά και ελπίδα, βλέπω εκδρομές στα πιο απίθανα μέρη, βλέπω τη θάλασσα, βλέπω εσένα που κρυβόσουν. Την βροχή και το χιόνι, λεωφορεία του πόθου και φίλους που χάθηκαν. Τρελούς να απαγγέλουν τα δικά τους ουρλιαχτά ίσως καλύτερα από του Γκίνσμπεργκ. Το ραδιόφωνο να παίζει στους ρυθμούς μας, βλέπω συναυλίες που δεν ήξερες ποιος παίζει εμείς ή το συγκρότημα, συμπλοκές και διανοητικές μωρίες. Βλέπω ακόμη τα ψέματα μας, το κρυφτό με τον χρόνο, τις απογοητεύσεις τα κύματα των αφτιασίδωτων λέξεων από δειλία και ανωριμότητα, τις σκιές μας τα δάκρυα μας την διαδρομή ανάμεσα στο «πρέπει» και το «γουστάρω», βλέπω τα πάρκα τα παγκάκια τα κεριά τις φωτιές, βλέπω τα πόδια μας να ματώνουν από το περπάτημα βλέπω τον κόσμο που μας κοιτάζει ειρωνικά, βλέπω τον θάνατο που τον νικήσαμε οι περισσότεροι από εμάς, βλέπω το τίμημα το κόστος να υπάρχεις χωρίς συμβιβασμό και βλέπω ότι δεν πλησιάσαμε ποτέ την τελειότητα. Αλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος μας. Στόχος μας ήταν και παραμένει η ζωή, που δεν εμπεριέχει ποτέ την τελειότητα. Τελειότητα είναι να μοιράζεσαι την αδυναμία σου με κάποιον, έστω και αν αυτό δεν μπορεί να γίνεται να κρατάει για πάντα. 9-12-07