
Και να μετρώ,
και να ʽναι ο Τάκη Πλούμας
τριάντα τρία χρόνια μες τη Γης.
Μ. Μαλακάσης
Εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου
τυχαία περνούσα απέξω απʼ το Ναυτίλο
κι ήταν γεμάτη η βιτρίνα απʼ τα βιβλία.
Η αγωνία ακροτελεύτησε του βίου
-και πλέον μόνο στο μύθο θα εξωκείλω.
Οι τίτλοι έπεσαν του τέλους του Ηλία.
Μου είπαν πως φορούσε τα ίδια ρούχα,
όλες τις ώρες, μια φορά κι ένα καιρό
-κι ακολουθώ τις μυστικές διαδρομές του.
Ήταν σε χρόνο ανύποπτο, που του ʽχα
δώσει μια υπόσχεση, σαν τους πολλούς κι εγώ,
τις μέρες πριν πεθάνει, τις κρυφές του.
Αλλά μετρώ, και πέρασαν δυο χρόνια.
-χωμένος ο Ηλίας βαθιά στη Γη.
Τον θάψαμε μια μέρα στου Ζωγράφου.
Και τώρα ανάβουμε κεράκια και λαμπιόνια,
εις μνήμην, με μια μάταιη προσμονή.
Εμείς προσμένουμε ή εκείνος εκ του τάφου;
5/10/2007
ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ ΝΙΚΟΛ ΣΜΙΘ
Τι νʼ απόγινεν η Άννα, τʼ αηδονάκι
που έψελνε στης Φραντζή τα οκνά φανάρια;
Ηλίας Λάγιος
Διαβάσατε τι γράφει η εφημερίδα;
Το κουνελάκι πέθανε, η Άννα,
σε μια ιστορία πλήρους μυστηρίου.
Με το στριπτίζ ξεκίνησε, μʼ ελπίδα
πως δεν θα γίνει μια κοινή πουτάνα
μήτε μιʼ ακόμη μις του Απριλίου.
Την οδηγούσε εμφανής φιλοδοξία,
η αγάπη για τη φήμη και τα πλούτη.
Παντρεύτηκε ένα γέρο ενενηντάρη.
Συνηθισμένη θα ʽταν η ιστορία
-εκείνη εικοσιεξάχρονη εν τούτοις.
Το χρήμα θα μπορούσε να το πάρει
λιγάκι αθόρυβα και κάπως σιωπηλά,
με συμφωνία κρυφή σʼένα τραπέζι.
Της δώσαν πεντακόσια εκατομμύρια.
Κάποια άλλη θα ΄λεγε: “ως εδώ, είνʼ αρκετά”.
Μα η Άννα, όλα ή τίποτα τα παίζει:
και το γυαλί το θέλει, μʼ ένα σήριαλ
κι άντρες πολλούς κι ακόμη ένα μωρό
(το βρέφος θήλυ και πατρός αγνώστου
αφίχθη προ μηνών, στο μαιευτήριο).
Άννα, οι θεοί στο είπαν: “ως εδώ!”
Θα πάρουν πρώτα το μεγάλο γιό σου,
ίσια γραμμή για το θυσιαστήριο.
Κι ύστερα, Άννα, ο δικός σου ο λαχνός
κλήρωσε από μέρες τη σειρά σου.
Μα θα ʽπρεπε έναν άντρα ποιητή
(σαν τον Ηλία, πλην κι αυτός νεκρός)
να βρεις, να κλάψει για τα θέλγητρά σου.
(να πάη στους ουρανούς, τέτοιο βυζί!)
Απʼ το πρωί, σε κόσμο πεθαμένων
μες την εφημερίδα σεργιανώ.
Γυναίκα εγώ, σου γράφω ελεγείο,
όχι για το κορμί σου, αλλά των ξένων
ανδρών, που διεκδικούνε το μωρό.
Σκέψου λιγάκι, Άννα, είνʼ αστείο:
Τέσσερις κιόλας λεν για φίλτρο πατρικό.
13/2/2007
Στον Γιάννη Τριάντη που είχε την αρχική ιδέα
και στον Ηλία Λάγιο που έστειλε στίχους από μακριά










Να συνεισφέρω στη μνήμη του τα παρακάτω:
ΕΝ ΧΡΟΝΩ ΟΣ ΠΑΡΗΛΘΕΝ
Στη σκιά του Ηλία Λάγιου
Ι
Δεν έχει τίποτα, δεν ξέρει τ’ όνομά του.
Των στίχων κουβαλά το πηλοφόρι.
Τα πράγματα ζυγίζουν τα όνειρα του
και τον κοιτάζουν πίσ’ από το στόρι
της έσχατης βροχής του. Και τ’ αγόρι
μια προσευχή τραυλίζει του θανάτου.
Της μέθης πορφυρένιο πανωφόρι
και δάκρυα, σταγόνες τ’ Αοράτου
π’ ακροβατεί στα χείλη της αβύσσου.
Ούτις , ανώνυμος στη χώρα των Κυκλώπων
λαθροπατεί στα σύνορα, – θυμήσου -.
Τώρα στη ψεύτρα μνήμη των ανθρώπων…
Άγνωστε, Ηλία λέω , μη γελάσεις :
Θ ανταμωθούμε σ’ όλες τις κολάσεις.
ΙΙ
Η λίμνη κυματίζει μαύρο ασήμι
σε κέρματα που ξόδεψες τη μέρα.
Της σάρκας το σκοτάδι, το ψοφίμι
των στίχων που μολεύουν τον αγέρα
δεν άντεξες. Το μέτωπο συντρίμμι,
τα μάτια σου ονομάζουν την εσπέρα
κι όνειρα που ξαγρύπνησαν στη μνήμη.
Θα βρήκες το χαμένο σου πατέρα.
Τραγουδιστής, Δημόδοκος και Φήμιος
δε θα σκεβρώσεις γέρος άνευ όρων.
Του εαυτού σου δικαστής και δήμιος
λαθροπατείς στις λέξεις των συνόρων.
Χαμογελάς, Ηλία μες στην εικόνα.
Σημάδεψες για πάντα το χειμώνα
ΙΙΙ
Νύχτα τραυλή, δίχως σκοτάδι, δίχως.
Ποιός πεθαμένος ξαγρυπνά μαζί μου;
Ίσως και νάμουν ποιητής, μα ο στίχος
καταμετρά θανάτους στη ζωή μου.
Σκοτεινό το γέλιο σου κι ο ήχος
νερό γλυφό στη μέση της ερήμου.
Μέσα στη γκρίζα πέτρα του κι ο τοίχος
φωνή που ψιθυρίζει του Ανωνύμου
Ξέρει να με πονά με χίλιους τρόπους
Ίσκιος που τους φίλους αφαιρεί.
Λείπει από δρόμους κι από τόπους
το σβηστό της μνήμης σου κερί
Κι απ’ το φθαρμένο σέλας της οθόνης…
Εκπυρούσαι , Λάγιο, ή παγώνεις;
IV
Το ποίημα προσευχή στη μοναξιά σου
κι άγγιγμα μελανόμορφων αγγέλων.
Δεσμώτες αγρυπνούνε στα όνειρα σου
σ’ ένα φριχτά στιγματισμένο μέλλον.
Τη μέλαινα , που γνώριζες , αρά σου,
την κολασμένη μοίρα των Οθέλλων,
τώρα που ντύθηκες το θάνατο , στοχάσου,
τον τρυγητή των έρημων αμπέλων.
Στην εκκλησιά πορεύεσαι τ΄ αγέρα
κι ο Χρόνος ο μεγάλος καταλύτης
τη νύχτα σου ζυγίζει και τη μέρα.
Παραληρείς τυφλός μα και προφήτης.
Ηλία, Ηλία, δεν έμαθες ακόμα
ποιός άνοιξε την πέτρα και το χώμα;
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία για ένα ποιητή, να “ζει” μέσα από τους στίχους άλλων ποιητών και όχι από τα καντηλάκια των επετείων.
Μπράβο και στους δύο! Σαν σήμερα απογειώθηκε στον έναστρο ποιητικό ουρανό; Θυμάμαι την επίθεση που είχαν δεχτεί πριν από 15 χρόνια, ο Λάγιος, ο Κοροπούλης και ο Καψάλης, όταν είχε κυκλοφορήσει το “Τριώδιο” με τα βαλλίσματά τους, από τους κατεστημένους κριτικούς. Ότι δεν γράφεται έτσι η ποίηση σήμερα… και άλλα ηχηρά παρόμοια. Λες και ξέρει κανείς πώς γράφεται η ποίηση!
Σαν ισχυρό
κι όχι αλιβάνωτο χρυσάνθεμο
με κλωθογύριζε αυτές τις μέρες
Ποιος σου το μίλησε , Σοφία;
Σου χρωστάω
και δεν ξεμπερδεύω με ένα μπράβο
Στη μνήμη του Ηλία Λάγιου σας στέλνω 2 ποιήματα του Θανάση Κουτλή ( 1954. Λαμία ),
με την παρατήρηση πως δεν μπορώ να γράψω σε πολυτονικό το σχόλιό μου εδώ,,,συγχωρέστε με…
Από την ποιητική συλλογή « Νυκτερεία » ( 1988 )
Ο χειρούργος
Ο χειρούργος που δουλεύει στο κορμί μου
Φύσηξε την αμμο από τ΄ αυτιά μου
Και τα φύκια που σαπίζαν στα πλευρά μου
Τα ξεκόλλησε σε μια φριχτή κραυγή μου
Κι έφτυσε στο σώμα που σαλπίζαν
Δυό λευκά λουλούδια ή τα φιλιά μου
(θρόιζε κι ένα μεσοφόρι στην καρδιά μου )
Και τα σύνεργα στα χέρια του γυρίζαν
Κι έφτυσε στα χέρια του που τρέμαν
Ψάχνοντας τυφλά για την πληγή μου
(τεθλασμένες πόνου στο κορμί μου
Κόκκινες στα χέρια του με δέναν )
Ο χειρούργος που δουλεύει στο κορμί μου
Μπλέχτηκε σε ράμματα παλιά μου
(ρίγη έχουνε ράψει τα φτερά μου
Κι ουρλιαχτά των λύκων τη φωνή μου )
Σαν απόκαμε το σούρουπο κοντά μου
(κι έτρεχε στη μνήμη μου το αίμα )
Το μεγάλο του νυστέρι μ΄ ένα ψέμμα
Τόμπηξε ολο΅σια στην καρδιά μου
Από την ποιητική συλλογή « Τού Φθινοπώρου και τής
Λησμονιάς»
( 2006)
Απόψε θα πετάξουμε μαζί
Αλείφω τις πληγές σου λάδι
Βραχνό της κάμαρης πουλί
Κλέψαν τις μέρες πόρνοι και δειλοί
Σπέρνουν· θερίζουν σκοτάδι
Ξέχνα λοιπόν τον ήλιο και το φως
Τα ανθισμένα κύματα , τους κάμπους
Σβήνουν μ΄ ένα λυγμό στο θάμπος
Και πέφτει ο ουρανός τυφλός
Πάνω στ΄ αταίριαστο κοπάδι
Που ανασαίνει μα δεν ζει
Πουλί ταριχευμένο μ΄ ένα χάδι
απόψε θα πετάξουμε μαζί
Όντως καινούργιος στο “Ποιειν” δεν γνώριζα ότι θα δημιουργούσε θέμα η αναφορά που έκανα. Ευχαριστώ για τις διευκρινήσεις και τον κο Μίχο και τον κο Παστάκα. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο ότι ο ισόμετρος στίχος δείχνει ισόμετρη κι ευτυχισμένη ζωή, π.χ. η ζωή αρκετών από τους ρομαντικούς ποιητές του Μεσοπολέμου κάθε άλλο παρά τέτοια ήταν. Μπορώ να κρίνω και εξ ιδίων. Παλιότερα είχα γράψει κάποια ομοιοκατάληκτα ποιήματα τα οποία όμως δεν είναι όλα και ισόμετρα, προπάντων δε μαρτυρούν μια ασύμετρη ζωή! Ο ελεύθερος στίχος είναι πολύ καλός αρκεί να μην είναι χυλός… Τέλος πάντων, ας επανέλθουμε στον Λάγιο τον οποίο, παρά το γεγονός ότι κάποιες φορές με ξένισε, άγαπώ και εκτιμώ αφάνταστα (ακριβώς επειδή με ξένισε)! Μετέχω σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και υπάρχει η βάσιμη πιθανότητα να ανεβάσουμε την Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος. Σας ευχαριστώ.
σαιτάρχα
Το άχθος φέρετε βαρέως
‘ολων των νύν και τέως
αναμοχλεύετε το κλέος
εν τη ασυμμετρία ωραίος
ταβέρνα πρότεινεν ο Μίχος
πληγών η ίαση και λείχος
προς ισοπέδωσιν το τείχος
της σάλπιγγος βοά ο ήχος
Πότε λέτε …;;;
Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι λέτε, φίλτατοι. Μόλις γύρισα από προσκύνημα λειψάνου. Αύριο το πρωι, σήμερα δηλαδή, πάω εκδρομή μ’ ένα σύλλογο εις τον οποίον τυγχάνει να προεδρεύω – οποία θλίψις! Κατά τα άλλα, θα επικαλεστώ το σαιξπηρικό (παλιο ναι μεν αλλά πάντοτε επίκαιρο): The rest is silence…