suzyq.jpg

Για δες …
Γελάκι δε σκάει στο χείλι σου …
Μήπως είναι το «μαύρο» άρωμα που φοράς και σε πνίγει;
Μήπως είναι η «νύχτα» ματιά σου και σου σφίγγει την οδοντοστοιχία –
– και γελάκι δε σκάει στο χείλι σου;

Καρδιά μου …
Μη σέρνεις άδικα το βλέμμα σου έξω …
Όχι, δεν είναι το άρωμά σου …
Και εξάλλου πάντα το μαύρο σου πήγαινε …
Είναι κάτι άλλο, που έχει γεμίσει «σύννεφο βαρύ» το δωμάτιο …

Μη κοιτάς έξω άλλο …
Είναι μέσα όλο αυτό …
Κλειδωμένο σε χούφτα θυμό –
– θυμό δικό σου, ολόδικό σου –
και υποταγμένο συναίσθημα …
και γελάκι δε σκάει στο χείλι σου …

Γελάκι δε σκάει στο χείλι σου …
Και έτσι επιπόλαια όπως παρατηρώ …
Γυαλιά θα σπάσουν τα μάτια σου …
Και θα τυφλώσουν τις σκέψεις μου …
Γιατί στο τέλος, τέλος, τι να το κάνεις το γελάκι …
Εσύ μόνο το αίσθημα το αν-είπωτο κυνήγησες να κάνεις δικό σου …
Τι να το κάνεις το γελάκι …

Και πώς να σκάσει γελάκι στο χείλι σου –
– στο ψυχρό και ακίνητο χείλι σου …
Άχρωμο, τώρα, μπροστά μου στέκεται και φτύνει γελάκια στο πρόσωπό μου …

———————————————-

Καθόταν, λέει, στο μπαλκόνι.
Δεν ήταν μόνη. Έτσι είπε.
Η καρδιά της έτρεχε γρήγορα.
Λαχάνιαζαν οι σκέψεις της.

Τη ρώτησα για την καρδιά, τους χτύπους, τις σκέψεις …
Μου απάντησε πως είναι ένα άδειο ποτήρι, ένα γεμάτο τασάκι, ένας αναπτήρας πάνω στα τσιγάρα της.

Χάνεται, λέει, στην ατμόσφαιρα.
Είναι άδεια. Έτσι είπε.
Κοίτα τη. Κάθεται στο μπαλκόνι.

———————————–

Θέλω όταν θα λείπω – γιατί θα λέιπω –
Να περνάς καμιά φορά από το σπίτι –
– μήπως και έχτισαν και μας έκρυψαν τη θέα.

Αν αυτό που νιώθω είναι η απόρριψή σου,
δεν θέλω να ξαναπάω από εκεί …
… καταλαβαίνεις …

———————————-

Ξέρω …
Μέσα στο χειμώνα, το κρύο είναι διαπεραστικό στο σπίτι …
…. τι να σου κάνει το αερόθερμο …

Σʼευχαριστώ για την παρέα σου …
Και εντάξει – όπως να το κάνεις –
Τα καλοριφέρ κρατούν καλύτερη συντροφιά από ένα αερόθερμο …

Πάντως πρέπει να παραδεχτείς ότι ήσουν ψυχρός.
… και έτσι δικαιολογείται που κρύωνα …

———————————-

Το παιδί που καθρεφτίζεται στα μάτια σου, δεν υπήρξε ποτέ …
Είναι το μυαλό σου – πονεμένο και αυτοκαταστροφικό – που το κατασκεύασε … … και ακόμα προσπαθώ να καταλάβω το λόγο …

Το παιδί αυτό είναι δυνατό, όχι ευαίσθητο – δεν είσαι αδύναμος όταν το ταβάνι καταλήγει πάνω στο κεφάλι σου και πονάς – εξάλλου ποιο ταβάνι θα κατέληγε στο κεφάλι ενός παιδιού που δεν αντέχει τον πόνο …

Το παιδί που δεν θύμωσε – και ας περίμενες να σε βρίσει – είναι γυναίκα – τώρα πια θα λέμε – που το πόσα οφείλει στο πρόσωπο – αυτό το δικό σου – θέλει πολύ προσπάθεια – και κύρια θέληση – για να καταλάβεις …

Το παιδί είναι γυναίκα …
Και κάνει υπομονή αντρίσια –
– γιατί νιώθει αυτό που αντρίκια δεν αντέχεις να πέσει στο κεφάλι σου.
Εσύ είσαι ευαίσθητος.

————————————-

Σε ένα τραπέζι με τρεις ανθρώπους, που γλώσσα δεν έβαλαν μέσα τους – καθόλου δεν ενοχλήθηκα …
Δεν ήμουν εκεί …
Ήμουν κάπου ανάμεσα … κάπου αιωρούμενη …
Κάπου εκεί στο δρόμο μεταξύ δύο μηνυμάτων – το ένα πιο γρήγορο από το άλλο – ανάμεσα σε μία καθυστέρηση – όπου η ανυπομονησία και τίποτε άλλο προξένησε … για να είμαι τώρα εδώ – του κάκου λυπημένη – περιμένοντας ο δρόμος της κλήσης σου να μην καθυστερήσει για τίποτα στον κόσμο …
(Του κάκου ελπίδες, εξαντλημένης ψυχής του εαυτού μου)

————————————

Παιδί μου, ναι σου λέω!
Εδώ ήσουν!
Αφού είδα τα σβησμένα στριφτά σου και είχαν τα σημάδια από τα χείλη σου.
Είχες βάλει πάλι από το Liposan κεράσι – αυτό γιατί πάντα είναι ξερά και μισοματωμένα, μιας και τραβάς τα πετσάκια συνέχεια από τα νεύρα σου.
Ήσουν εδώ! Αλήθεια ρε …
Μα σκέψου το λίγο …
Τι? Χάνεις να μετράς το χρόνο τώρα τελευταία;
Να! Και τώρα!
Βάζεις Liposan κεράσι. Στρίβεις τσιγάρο. Είσαι εδώ! Τώρα!
Μʼακούς;
Μʼακούς;

——————————————

Γεννήθηκα το 1977. Σπούδασα σε εσωτερικό και εξωτερικό σε τομέα Θετικών Επιστημών και εργάζομαι πάνω στο αντικείμενό μου. Η ποίηση αποτέλεσε και αποτελεί έκφραση και καταγραφή προσωπικών στιγμών.