machine-god01.jpg


Κρατούσε την κοιλιά και την ανάσα της και το μάγουλο ακουμπισμένο στο τζάμι. Είχε ησυχάσει τώρα και κι έβλεπε έξω με μάτια θολά – ή θολό ήταν το τζάμι, εκεί που έβαφε το χνώτο κι ακόμα δεν αποφάσιζε να γράψει.

Είχε ένα σφίξιμο και τα φώτα του μπροστινού τον τύφλωναν. Τον έσερνε καροτσάκι τα τελευταία πέντε χιλιόμετρα, πεισματικά και σταθερά να τον κρατήσει παρέα, σα να φοβόταν τη νύχτα και τη βροχή. «Κουνήσου, μαλάκα», ψιθύρισε από συνήθεια, σχεδόν μʼ ευγνωμοσύνη, απόψε είχε ένα σφίξιμο και δεν ήθελε με τίποτα να φτάσει.

Μακάρι να μπορούσε να κοιμηθεί. Και να μην άκουγε τον ήχο της μηχανής, του τέρατος, ούτε τα βήματά του στα πετραδάκια, για πρώτη φορά θʼ αναγκαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι και …θα ξυπνούσε για να του ανοίξει; Η θα τον άφηνε να περιμένει στη βροχή; Θα περίμενε; Θα έφευγε; Θα έμπαινε μέσα από τον τοίχο; Δεν ήθελε νʼ αποφασίσει αυτή. O, τι ήθελε αυτός. Η ο Θεός.

Μούγκρισε όπως ανέβαινε την ανηφόρα και τον έκανε να τιναχτεί. “Τέρας” την έλεγε εκείνη, μουλωχτή κι αλλοπρόσαλλη. Κι όμως τον οδηγούσε με ασφάλεια – ο μπροστινός είχε ξαφνικά εξαφανιστεί – με τυφλή εμπιστοσύνη θαρρείς, γιατί δεν ήξερε, ακόμα δεν είχε καταλάβει.



O,τι ήθελε ο Θεός, γιατί είχε πάντα της μέλη άτσαλα, μυργμηγκιασμένα απ΄το φόβο κι άφηνε να την αρπάνε απ΄το χεράκι, απ΄τα μαλλιά, απ’ ό,τι ήθελαν, μέχρι που τη βρήκε ο γέρος, την έντυσε με νυφικό να τηνε μπάσει απ΄το παράθυρο με προσοχή, δυο γυναίκες έσπασαν στα χέρια του, κι αυτές τις είχε μπάσει απ΄την πόρτα, δε θα κανε ξανά το ίδιο λάθος.

Ευτυχώς. Ηθελε να της το φέρει γλυκά. Ηταν η συντρόφισσά του στο δρόμο, στα ταξίδια και κάτι ακόμα. Ηταν το σώμα του, ήταν τα πόδια του, τα πόδια ενός κενταύρου. Κανείς δεν καταλάβαινε. “Είναι μόνο ένα φορτηγό”. Καλύτερα όμως. Αν τους μαρτύραγε πως ήταν ζωντανή, θα τον κλείνανε μέσα, σαν την Μυρτώ που ξήλωνε τα κεραμίδια από τις στέγες. Καλύτερα.

Λάθη θα έκανε μονάχα αυτή. Που ήταν δεκαεννιά χρονών, που ανατρίχιασε, τότε που ήρθε να του πάρει “λίγο τα μαλλιά στο σβέρκο”, ήταν το κουρείο στην είσοδο του χωριού κι αυτός περαστικός κι ο γέρος έλειπε στην πόλη.

Ο κόσμος. Καλά τον είχε ξεφορτωθεί. Καλά είχε μάθει να παριστάνει τον μουγκό, τον χαζό, τον απροσάρμοστο. Μετά δε χρειαζόταν καν. Εκδρομαί-μεταφοραί, κι όλους τους έγραψε στις ρόδες του, μόνο κάτι παντρεμένες, κάτι χήρες, δεν ξεγελιώνταν εύκολα αυτές. “Μετακομίζω, έλα”, “να φορτώσουμε τα παλιά έπιπλα”, “θα με πας Θεσσαλονίκη;” και πήγαινε, και κάθε φορά η ρόμπα όλο ανέβαινε ή κατέβαινε…

Και ήρθε. Και ξαναήρθε. Να του πάρει λίγο τα μαλλιά και κάθε φορά κάτι μέσα της πετάριζε, και κάτι μέσα της κρεμόταν ετοιμόρροπο, και κοίταζε τα χέρια του αν ήταν δυνατά να το κρατήσουν

…βυζιά σαθρά και μπούτια-παγίδες, να κολλάνε σπέρμα και ιδρώτα, μα πάντα τους ξέφευγε, η μηχανή του έδινε το σύνθημα. Πάντοτε ξέφευγε, έξω από κείνη τη φορά που…

…και πάλι έλειπε ο άντρας της και πέρασε τα χέρια μέσα απ΄τα μαλλιά του. Μόλις του τα είχε στρώσει, “τί κάνεις;” της είπε, δεν ήξερε να πει, της άρπαξε το χέρι και της τόστριψε, και τότε λύγισε, κι έπεσε ολόκληρη στα χέρια του

και να θελε να την αφήσει δε μπορούσε, ήταν σκληρό το μάρμαρο, χίλια κομμάτια θα γινόταν αν την άφηνε, κι από τότε έφευγε απ’ το κουρείο του χωριού κοιτάζοντας κλεφτά τριγύρω και κουβαλώντας την στην τσέπη…

σε ξενοδοχεία, παραλίες, στο κατώι, κάθε Τρίτη που ο άντρας της έλειπε στην πόλη. Την έγδυνε, τη ζύμωνε με βιαστικές πνοές, της έμαθε να κινεί τα χέρια και τα πόδια, τόσο ώστε να ανακόβει την ορμή του όταν κόντευε πια να την κομματιάσει…

από λύπηση, από αγάπη, μα ποιος μπορεί να ξέρει με σιγουριά, ή έκανε το χαζό για πάρα πολύ καιρό, τόσο που στο τέλος έγινε στʼ αλήθεια.

και τους έβρισκε το ξημέρωμα στο δρόμο να οδηγούνε πίσω σαν τρελοί. Το «τέρας» ζήλευε, εκείνη το χε καταλάβει. Πόσες φορές τους χάλασε ακριβώς έξω απ΄το χωριό κι εκείνη αναγκάστηκε να κάνει το δρόμο με τα πόδια. Όταν κάναν έρωτα στο πίσω κάθισμα ήταν σίγουρη πως την άκουγε να κλαίει.

Καμιά φορά της έλεγε να τα αφήσει όλα και να φύγουνε μαζί. Συνήθως όταν πήγαιναν στην Αθήνα, στο γιατρό, για να ρίξει τα μωρά του. Εκείνη κρατούσε την κοιλιά της και το βλέμμα στυλωμένο μπροστά και δεν απαντούσε. Ήταν ευτυχία που δεν απαντούσε. Στο γυρισμό δεν έλεγε τίποτα κι αυτός.

Δεν πήγαινε να τον κλέψει απ΄το σώμα του. Με έναν άντρα θα έφευγε, ναι, όχι όμως με έναν κένταυρο. Φοβόταν να αντικρύσει τα μωρά του και δε ρώταγε. Να χαν ποδαράκια, ή τροχούς; Μέσα τους χτύπαγε καρδιά ή μηχανή; Θα βλεπε το βλέμμα της στα μάτια τους ή θα έβλεπε το τέρας θριαμβεύτρια; Τα ριχνε και δε ρώταγε.

Και πέρναγε ο καιρός. Έχασαν το μέτρημα στα χρόνια, στα μωρά, γίνωνε η σάρκα της, κι ήταν λύπη

Γίνωναν οι Τρίτες στο παράθυρο που κάποτε κρατούσε την καρδιά της μη χτυπά

μόνο το τραγούδι της μηχανής του έδινε ρυθμό να συνεχίζει

μόνο που σήμερα δεν άντεξε

«Είμαι πάλι έγκυος. Θα το κρατήσω».

Tου είπε

Και πήγαινε τώρα να τη βρει και να την πάρει. Σαν χρέος που άφησε απλήρωτο, σαν κάτι που έπρεπε να γίνει

Μα δεν απόσωσε…

Τις Τρίτες δε θα κρύβονται σαν κυνηγημένοι. Θα πηγαίνουν να φάνε ψάρι στην παραλία. Θα παρκάρουν στην άμμο κι εκείνη θα φοράει τα καλά της και άρωμα που βρωμάει πατσουλί, όπως οι καθώς πρέπει κυρίες που πάνε να φάνε ψάρι βράδια Τρίτης

Χρόνια ξερίζωνε τα σπλάχνα της, κι ο γέρος ήξερε, μα δε μιλούσε. Τώρα του όφειλε κι αυτή. Το παιδί ενός κενταύρου μόνο είχε. Για τις Τρίτες που φρόντιζε διακριτικά να λείπει.

Σαν οικογένεια.

Από αγάπη.

Κάπως όπως είναι ο εφιάλτης.

Κι τώρα εκείνος ερχόταν να την πάρει.

Μακάρι να μην έφτανε ποτέ.

Μακάρι να μην έφτανε ποτέ.

Δεν κατάλαβε πώς έφυγε απ΄το δρόμο…

Δεν κατάλαβε για πότε την πήρε ο ύπνος…

Κι έπεσε στη χαράδρα

Δε θα τη σκίαζε πια το καθήκον κανενός

Και άκουγε τη μηχανή να τραγουδά ένα νανούρισμα

μόνο μια ανάμνηση τροχών τα πρωινά της Τρίτης

Αρα εκείνη δεν ήταν που τον έσωζε πάντα;