Ένα «δυομισάρι» , ούτε καν τριάρι

Η ουρά ήταν μεγάλη στην Τράπεζα και αυτό μου προκάλεσε μια κάποια δυσφορία. Γενικά, καταλαμβάνομαι από αίσθημα αγωνίας κάθε φορά που είμαι υποχρεωμένος να συναλλάσσομαι με Δημόσιες Υπηρεσίες. Ο φόβος μου ότι δεν θα εξυπηρετηθώ, ότι θα με ξαναστείλουν πίσω γιατί όλο και κάποιο χαρτί θα λείπει, είναι μόνιμος πια και η ιδέα ότι θα υποχρεωθώ και πάλι να περιμένω στην ουρά μου προξενεί ναυτία.
Στην ουρά λοιπόν… να περιμένω τη σειρά μου αφηρημένος, με μυαλό άδειο από σκέψεις, να κοιτάζω το χώρο. Ο χώρος είναι ο τυπικός χώρος μιας ιδιωτικής Τράπεζας. Με μοκέτα και μοντέρνα λευκά γραφεία, υπολογιστές παντού, πίσω από τους οποίους «κρύβονται» και εργάζονται οι –υποχρεωτικώς καλοντυμένοι – υπάλληλοι. Φορούν όλοι σκούρο σακάκι, λευκό πουκάμισο και γραβάτα οι άντρες, είναι όμορφα μακιγιαρισμένες και διακριτικά αρωματισμένες οι γυναίκες. Είναι σκυμμένοι πάνω στις οθόνες των κομπιούτερ, τα χαρτιά σωρός γύρω τους και τα τηλέφωνα χτυπούν κάθε τόσο.
Η ουρά προχωρά μάλλον αργά… Κιʼ εγώ κοιτάζω τις αφίσες που συμπληρώνουν το διάκοσμο της Τράπεζας. Είναι μεγάλες, έντονες, τοποθετημένες σε καλοφτιαγμένα πλαίσια από «πλεξιγκλάς» και σου δημιουργούν μιαν ευχάριστη αίσθηση. Σε όλες υπάρχουν όμορφα πρόσωπα. Φορούν ωραία ρούχα, χαμογελούν, παραπέμπουν σε έναν κόσμο λαμπερό και ευτυχισμένο. Η πρώτη αφίσα δείχνει ένα νέο ζευγάρι που κρατάει βαλίτσες. Είναι προφανές ότι ετοιμάζεται να φύγει για διακοπές ενόψει των γιορτών, χάρη στο «εορτοδάνειο» που του χορήγησε η συγκεκριμένη Τράπεζα, «με το χαμηλότερο επιτόκιο της αγοράς» όπως σημειώνει το σλόγκαν της αφίσας..
Διακοπές… Ταξίδια… Το όνειρό μου ήταν πάντοτε να φύγω κάποια Χριστούγεννα… να βρεθώ, λέει, σε ένα φινλανδικό χωριό με χιόνια, ταράνδους και χαμογελαστούς Αι – Βασίληδες. Και η αυστρία, τώρα που το σκέφτομαι δεν είναι καθόλου άσχημη σαν ιδέα…. Να περπατάς στους χιονισμένους δρόμους της Βιέννης και μετά να χωθείς σε ένα ζεστό καφέ για να απολαύσεις μια ζεστή σοκολάτα…
Η διπλανή αφίσα διαφήμιζε πιο «πεζά» πράγματα. Και πάλι ένα νέο ζευγάρι. Όμορφο, λαμπερό, ξένοιαστο, έχει και δυο χαμογελαστά και καλοντυμένα παιδάκια… Είναι όλοι αγκαλιασμένοι στο σαλόνι, δίπλα στο τζάκι και πλέουν σε πελάγη ευτυχίας διότι, χάρη στο στεγαστικό δάνειο που τους χορήγησε η συγκεκριμένη Τράπεζα –πάντα «με το χαμηλότερο επιτόκιο της αγοράς»- απέκτησαν επιτέλους (!) το δικό τους σπίτι… Το όνειρο κάθε μισθοσυντήρητου οικογενειάρχη γιʼ αυτούς έχει πραγματωθεί…
* * *
Ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τον έπιασε το μάτι μου… Μπήκε στην Τράπεζα φορώντας τα ρούχα της δουλειάς. Ένα παντελόνι τζιν και ένα τριμμένο παλιό μπουφάν. Μελαχρινός, αξύριστος, λιγδωμένα μαλλιά, θα τον έκανες γύρω στα 45, και με βλέμμα συνεσταλμένο. Η ακριβώς αντίθετη εικόνα της αφίσας. Πλησίασε διστακτικά το γραφείο όπου καθόταν μια υπάλληλος. Την είδε απασχολημένη στα χαρτιά της, δίστασε να τη διακόψει, περίμενε να του απευθύνει πρώτη το λόγο:
– Σας ακούω κύριε, του είπε μάλλον τυπικά όταν επιτέλους τελείωσε.
– Ξέρετε, Θα ήθελα ένα δάνειο για σπίτι… Δηλαδή…Αν γίνεται… Να μου λέγατε… Ξέρω είμαι λιγάκι απότομος… Καταλαβαίνετε…
Έχασε τα λόγια του… Όπως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ζουν καθημερινά στο δικό τους περιθώριο και ξαφνικά έρχονται αντιμέτωποι με μια μορφή εξουσίας.
Η αντίδραση αυτή μου κέντρισε την περιέργεια. Άρχισα να παρακολουθώ τη σκηνή, φροντίζοντας ωστόσο να μη γίνω αδιάκριτος.
– Δηλαδή τι σπίτι θέλετε; Έχετε βρει κάτι;
– Να, ένα μικρό… Ένα δυομισάρι ας πούμε…
Ένα «δυομισάρι»… Ούτε καν τριάρι… Ένα δυομισάρι για να στεγάσει τη ζωή και τα όνειρα μιας οικογένειας. Το όνειρο της γυναίκας για μια άνετη κουζίνα, των παιδιών για ένα δικό τους δωμάτιο που θα γεμίσουν με αφίσες των ινδαλμάτων τους, το όνειρο του άνδρα να ʽέχει ένα ευρύχωρο καθιστικό, να κάθεται στον καναπέ και να βλέπει τα χειμωνιάτικα βράδια «Τσάμπιονς Λιγκ» και τα «τοκ – σόου» του Χατζηνικολάου να ξεχνιέται… Πώς να χωρέσουν όλα αυτά στο δυομισάρι;
Χρειάζεται ένα δάνειο 70.000 ευρώ της λέει
– Και πού εργάζεσθε; Τι εισόδημα έχετε;
Της εξηγεί ότι είναι υπάλληλος σε μεταφορική Εταιρεία. Φορτοεκφορτώσεις… Ετήσιο εισόδημα 11.000 ευρώ. Έκανα αυτόματα τη διαίρεση, δεν ήταν και δύσκολο, ούτε 1000 ευρώ το μήνα δεν βγαίνει.
– Η σύζυγος; Ε, ναι, εργάζεται… Αλλά παίρνει λίγα, 2000 ευρώ το χρόνο… Πώς γίνεται αυτό; Είναι συνοδός σε σχολικό…Αμείβεται με την ώρα και δεν έχει πολλές ώρες. Αλλά τι να κάνουμε; Κιʼ αυτά καλά είναι, βοηθάνε…
Χρειάζεστε έναν εγγυητή κύριε…
Χαμηλώνει τα μάτια… Η απογοήτευση αυλακώνει το πρόσωπο του. Τον ρώτησε αν έχει αδέλφια. Αλλά πώς να εγγυηθεί ο αδερφός του; Στο μεροκάματο είναι κιʼ αυτός, της λέει. Μένει στο χωριό και έχει στην πλάτη του και τους παππούδες…
Κάπου εκεί έπαψα να παρακολουθώ το διάλογο. Η ουρά είχε άλλωστε προχωρήσει και ήμουν πια αρκετά μακριά για να κρυφακούω. Κιʼ έπειτα, τι σημασία είχε πια; Είδα την υπάλληλο να κάνει κάτι λογαριασμούς στο κομπιούτερ, μετά κάτι να του λέει και στο τέλος να του γνέφει αρνητικά.
Τον είδα να φεύγει και έμοιαζε στενοχωρημένος. Άλλη μια ήττα, σκέφτηκα. Ακόμη μια φορά χαμένος, όπως τόσες και τόσες άλλες… Το «δυομισάρι», το ονειρεμένο δυομισάρι που δεν είναι καν τριάρι, μπορεί να περιμένει.
Η ουρά προχωρά ολοένα και πιο αργά. Κιʼ εγώ εξακολουθώ να κοιτάζω την αφίσα με το ευτυχσιμένο ζευγάρι που μόλις απέκτησε σπίτι, κλεισμένο εκεί, στο γυάλινο λαμπερό κόσμο του. Ένα κόσμο που δεν είναι όμως για όλους. Πολύ περισσότερο για τους φορτοεκφορτωτές των «ούτε 1000 ευρώ το μήνα» που τρέχουν σʼ όλη τους τη ζωή πίσω από ένα φορτηγό, πίσω από ένα δάνειο, πίσω από ένα όνειρο που ποτέ δεν βγαίνει αληθινό.
Η ουρά τελειώνει… Βρέθηκα επιτέλους μπροστά στο γκισέ. Ο υπάλληλος με εξυπηρετεί με κινήσεις μηχανικές όπως όλους τους πελάτες. Τελείωσα τη δουλειά μου και βγήκα έξω. Είχα ανάγκη από λίγο καθαρό αέρα…
Ο νταλικέρης
Πέρασαν τα χρόνια… Και η μόνη που τον θυμάται πια είναι η γυναίκα του. Πηγαίνει πού και πού στο Κοιμητήριο, ανάβει ένα κερί και, κάθε Μεγάλη Παρασκευή, φροντίζει να του ρίχνει και κανένα τρισάγιο… Όσο βαστούν τα κότσια της βέβαια, γιατί, όσο να πεις, γέρασε πια και η κυρά Ασημίνα, απόκαμε.
-«Τι κατάλαβε κιʼ αυτή; Με το ρεμάλι που της έλαχε σʼ αυτήν τη ζωή; Χαράμι πήγαν όλα… Και τα νιάτα της και τα κλάματα και τα τρισάγια…» έλεγαν οι γειτόνισσες σαν την έβλεπαν όλα αυτά τα χρόνια ντυμένη πάντα στα μαύρα να περνά κρατώντας λίγα λουλούδια, δυο – τρία κεριά και ένα μικρό μπουκάλι με λάδι για το καντήλι και να πορεύεται το ίδιο πάντα δρομολόγιο προς το δημοτικό νεκροταφείο…
Ήμουν πολύ μικρός τότε και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έβριζαν οι γυναίκες τον Παναγιώτη, τον άντρα της κυρά – Ασημίνας. Για μένα, μια χαρά άνθρωπος ήταν… Μαζευόταν εκεί, στο ουζερί του «Κοντού» μαζί με άλλα σοφέρια, με τους οικοδόμους και τους εργάτες της γειτονιάς και τα κουτσόπιναν ως αργά το μεσημέρι. Σε κάποια στιγμή, του τελείωναν τα τσιγάρα και με φώναζε:
– Πού ʼσαι, μικρέ…. Πετάξου στο περίπτερο και πιάσε τα δικά μου… Και τα ρέστα για πάρτη σου…
Κάπνιζε «Σαντέ» κόκκινα. Σκέτα, χωρίς φίλτρο. Τα ξεχώριζα από την ξανθιά κοπέλα που χαμογελούσε στο πακέτο. Μού έδινε ένα δίφραγκο και τα ρέστα –το πενηνταράκι- είχε γίνει το τακτικό μου χαρτζιλίκι. Πώς λοιπόν να μην τον συμπαθώ;
«Ο Παναγιώτης ο σοφέρης» -όπως τον ήξεραν στη γειτονιά- ήταν μόνιμος θαμώνας στην ταβέρνα. Τα ʼπινε κάθε τόσο με τα άλλα «σοφέρια» του γειτονικού ΚΤΕΛ και την εργατιά της συνοικίας. Τα καραφάκια και τα «πενηντάρια» σχημάτιζαν ένα μικρό… στρατό σε πλήρη παράταξη πάνω στο τραπέζι και τα πιάτα με τους μεζέδες –ατζούγιες με μαρουλάκι, φασόλια γίγαντες και ταραμά συνήθως- στοιβάζονταν και σχημάτιζαν πύργους. Σύννεφο ο καπνός απʼ τα τσιγάρα, φωνές και χωρατά και το τζουκ – μποξ κλαψιάρικο, στους ρυθμούς του Καζαντζίδη:
«Στο θολωμένο μου μυαλόοο…»
Με θολωμένο μυαλό, με θολωμένο μάτι, σηκωνόταν τότε ο Παναγιώτης και έριχνε τις βόλτες του. Του χτυπούσε παλαμάκια η παρέα, πιάτα και καραφάκια προσγειώνονταν στα πόδια του, πανδαιμόνιο στο μαγαζί. Ήταν «μάγκας» ο Παναγιώτης και, όπως όλοι οι μάγκες της γειτονιάς έπρεπε και να το δείχνει. Και μετά το χορό, έβγαινε έξω, καβαλούσε το φορτηγό που άραζε συνήθως έξω απʼ την ταβέρνα και έφευγε «με τις πάντες» για ένα …θριαμβευτικό γύρο στους δρόμους της γειτονιάς. Οι άλλοι πίσω του έσκαγαν στα γέλια και σχολίαζαν με την ίδια πάντα στερεότυπη φράση που, στο βάθος, υπέκρυπτε αναγνώριση και θαυμασμό:
-Τι κάνει ρε ο τρελός…
Τη συνέχεια την ήξεραν όλοι στη γειτονιά. Το σκηνικό μεταφερόταν στο σπίτι του Παναγιώτη, μια παλιά μονοκατοικία. Πρώτα οι φωνές της Ασημίνας, μετά τα βρισίδια του άντρα, ουρλιαχτά, ξύλο, κλάματα. Κάθε φορά που επέστρεφε σπίτι, με το βλέμμα θολό και τα χνώτα βρώμικα από το ποτό, η ίδια σκηνή. Αλλά κανείς δεν ανακατευόταν. Η σιωπή ήταν νόμος στη γειτονιά. Κιʼ έπειτα, ποιος να τολμήσει να τα βάλει με ένα θολωμένο μυαλό;
* * *
Τέτοια ήταν η ζωή του Παναγιώτη. Το φορτηγό, ο δρόμος και η ταβέρνα… Δεύτερο σπίτι του η εθνική Λαρίσης – Αθηνών. Φόρτωνε στη «λαϊκή της Τετάρτης» κιʼ έφευγε για του Ρέντη τη Λαχαναγορά. Κιʼ από κει, το ίδιο πάλι δρομολόγιο, στην ίδια πάντα θέση, στην καμπίνα του οδηγού. Της Εταιρίας ήταν το φορτηγό, αλλά ο Παναγιώτης ο «σοφέρης» το αγαπούσε σαν δικό του. παλιό ήταν αλλά το είχε περιποιημένο, του κρεμούσε χαϊμαλιά, του έδωσε και όνομα : «Η Αρχόντισσα»…
Από δουλειά δεν καταλάβαινε ο Παναγιώτης. Μέρα – νύχτα στο τιμόνι, κατάπινε ατέλειωτα χιλιόμετρα και το μάτι ξάγρυπνο. Άνδρας σκληρός, αψύς, δεν σταματούσε παρά μόνο στα στέκια των νταλικέρηδων. Εκεί εύρισκε τους άλλους τους «δικούς του», εκεί έτρωγε τα λεφτά του, στο χαρτί, στο μπαρμπούτι και στις αλανιάρες που ήξεραν καλά πότε τα σοφέρια ήταν «κονομημένα» και ξαναμμένα για θηλυκό. Εκεί, στα στέκια των σοφέρηδων είχε αρπάξει και δυο μαχαιριές από έναν Σαλονικιό, πάνω στον καβγά για το χαρτί… Αλλά πού να καταλάβει από τέτοια «πταίσματα» ο Παναγιώτης; Ανέβαινε στη νταλίκα, πατούσε τέρμα το γκάζι κιʼ έτρεχε, τα άφηνε όλα πίσω του. Προσπερνούσε τα αυτοκίνητα, προσπερνούσε τις έγνοιες και τα βάσανα, τη γκρίνια της Ασημίνας, τις φωνές του αφεντικού. Ο τελευταίος, παλιός νταλικέρης κιʼ αυτός που κατόρθωσε όμως να ξεφύγει από τους δρόμους, να αγοράσει κάνα δυο σάπια φορτηγά και να στήσει Εταιρία, του φώναζε συνέχεια:
-Τι θα γίνει ρε; Έχω βαρεθεί να πληρώνω τις κλήσεις σου…
Μια, δυο, τρεις, την επόμενη φορά ο Παναγιώτης τον βούτηξε απʼ το γιακά:
-Άκου να σου πω ρε… Εμένα μη μου κολλάς… Μου ʼχεις φάει τη ζωή. Απʼ τη μια θες δυο δρομολόγια την ημέρα κιʼ απʼ την άλλη να το πάω το σαράβαλο σαν κότα. Μάτι δεν κλείνω όλο το βράδυ για να προλάβω…
Ήταν πολύ συχνές αυτές οι σκηνές. Κιʼ όσο αυξάνονταν οι δουλειές της Εταιρίας, τόσο αυξάνονταν οι πιέσεις του αφεντικού.
* * *
Μεγάλη βδομάδα ήτανε… Μεγάλες και οι ανάγκες της αγοράς… Ο Παναγιώτης τα έπινε σʼ ένα τσιπουράδικο στου Ρέντη περιμένοντας να φορτώσει. Γιʼ αυτόν, οι μέρες ήταν ίδιες… Μέρες γκρίζες σαν το χρώμα της ασφάλτου που άφηνε καθημερινά κάτω από τις ρόδες του φορτηγού του…. Μέρες μελαγχολικές σαν τα τραγούδια του Καζαντζίδη που έπαιζε το κασετόφωνο της νταλίκας.
Με το ίδιο πάντα θολωμένο μυαλό, με θολωμένο μάτι ανέβηκε στην «Αρχόντισσα». Ούτε που κοίταξε το φορτίο, έτσι κιʼ αλλιώς γιʼ αυτόν ήταν όλα ίδια. Βγήκε στην Εθνική με το κεφάλι γεμάτο σκοτούρες… Ήταν και η αϋπνία… Και το τηλεφώνημα του αφεντικού που του είχε πει πως «αυτή τη φορά δεν θα τη γλιτώσει, θα τον διώξει αν δεν προλάβει την αγορά». Τα θυμήθηκε όλα αυτά και συγχύστηκε… Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι και ο δείκτης του κοντέρ τρεμόπαιζε στο όριο του.
Ο Παναγιώτης σκοτώθηκε Μεγάλη Παρασκευή, κάπου κοντά στη Θήβα, σε μια κλειστή στροφή του δρόμου με φθαρμένο οδόστρωμα. Την επομένη οι εφημερίδες έγραψαν ότι «σε σύγκρουση φορτηγού με Ι.Χ επιβατηγό ξεκληρίστηκε τετραμελής οικογένεια, ενώ σκοτώθηκε και ο οδηγός Παναγιώτης Π….». Η ανακοίνωση που εξέδωσε η Τροχαία σημείωνε –κατά το τυπικό- ότι «τα αίτια ερευνώνται» αλλά μάλλον κανείς δεν ασχολήθηκε. Σε λίγες ημέρες η υπόθεση τέθηκε οριστικά στο Αρχείο.
Η μορφή του ξεχάστηκε με τα χρόνια, σβήστηκε από τη μνήμη των ανθρώπων. Το μόνο που δεν έσβησε ήταν το καντήλι που άναβε τακτικά η Ασημίνα στο μνήμα, σε μια απόμερη γωνιά του δημοτικού νεκροταφείου…
Ένας ταξιδιώτης…
Κάθε φορά που ο κ. Υπουργός ερχόταν στη Λάρισα, σήμαινε συναγερμός. Ήταν άλλωστε ο μοναδικός Λαρισαίος υπουργός σε μια από τις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, εκεί, προς τα τέλη της δεκαετίας τουʼ80 και οι προσδοκίες του κόσμου, τα προβλήματα, οι νόμιμες και άνομες επιδιώξεις διαφόρων παραγόντων της πόλης, είχαν πέσει στις πλάτες του.
Δεν ήταν και πολύ τακτικός στην εκλογική του Περιφέρεια. Άλλωστε, οι εκλογές αργούσαν ακόμη και δεν υπήρχε λόγος να κατεβαίνει κάθε τρεις και λίγο στον κάμπο που, όσο να πεις, καλός είναι, σε ψηφίζει και σε στέλνει στη Βουλή, αλλά δεν έχει και τίποτε ιδιαίτερο να σου προσφέρει. Ενώ η Αθήνα… Άλλος τόπος, άλλοι άνθρωποι, ανώτεροι… Άνθρωποι «επώνυμοι», που είναι «μέσα στα πράγματα» και με τους οποίους μπορείς να κάνεις και πέντε συζητήσεις σοβαρές «για το μέλλον του τόπου», αλλά και να πάρεις κάποιες πληροφορίες για το «τι παίζεται» στη χώρα.
Την αγαπούσε τη Λάρισα ο κ. Υπουργός, αλλά κάπου είχε βαρεθεί όλο αυτό το πλήθος που τον περίμενε κάθε φορά που ερχόταν. Είχε βαρεθεί να τον χτυπάει δυνατά στην πλάτη ο τελευταίος οπαδός, «Γειά σου μεγάλεεε…, γειά σου υπουργάρα μουουου….», και εκείνος, αντί να νευριάζει όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, να πρέπει να χαμογελάει. Είχε κουρασθεί να ακούει πατεράδες να του ζητούν διορισμό για το παιδί «κάπου να μπει, όπου ναʼναι, ξέρεις εσύ», είχε κουρασθεί να δέχεται Επιτροπές Εξωραϊστικών Συλλόγων, Αθλητικών Σωματείων και Συμβούλια Ενοριακών ναών που του ζητούσαν «να κόψει ένα κονδύλι» ως επιχορήγηση. Έτσι, αραίωσε τις επισκέψεις. Άφησε τις «εξυπηρετήσεις» για τους ανθρώπους του Πολιτικού του Γραφείου που είχαν γίνει κιʼ αυτοί, εξʼ αντανακλάσεως, περιζήτητα πρόσωπα. Έπεισε τον εαυτό του πως δεν πρέπει να ασχολείται με τα μικρά και τα ασήμαντα, αν θέλει να είναι παραγωγικός και έμενε στην πρωτεύουσα και το Υπουργείο του για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στις προσκλήσεις που κατά καιρούς ελάμβανε από τοπικούς φορείς να τιμήσει με την παρουσία του κάποια εκδήλωση, απαντούσε με το γνωστό «κλισέ» : «Λόγω φόρτου εργασίας και ανειλημμένων υποχρεώσεων»…κλπ. κλπ..
Μια μέρα, θυμούμαι, ήλθε στην εφημερίδα η είδηση πως ο κ. Υπουργός θα επισκεπτόταν τη Λάρισα. Θα μιλούσε Παρασκευή βράδυ σε κομματική εκδήλωση σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης και το Σάββατο θα δεχόταν το κοινό και τους εκπροσώπους των τοπικών φορέων στη Νομαρχία.
Παρασκευή βράδυ βρέθηκα στο ξενοδοχείο για τις ανάγκες του ρεπορτάζ… Κόσμος πολύς… Απλοί άνθρωποι, οπαδοί και κομματικά στελέχη, εκπρόσωποι Συλλόγων, Αθλητικών Σωματείων, ακόμη και Ενοριακών Ναών…Και Αστυνομία… Είχε αποκλεισθεί η Παπαναστασίου. Τα περιπολικά είχαν ζώσει το «Διβάνη HOTEL» και το γαλάζιο φως των φάρων που αναβόσβηναν έδινε μια ιδιαίτερη ένταση στην ατμόσφαιρα… Ο Υπουργός φτάνει…Το υπουργικό αυτοκίνητο κινείται με μεγάλη ταχύτητα, μοτοσικλετιστές του ανοίγουν το δρόμο… Χειροκροτήματα, επευφημίες, και συνθήματα… «Το ΠΑ-ΣΟΚ – είνʼ- ε-δώ, ενώ-μένο δυνα-τό…» Όλοι θέλουν να τον δουν, να αγγίξουν τον Υπουργό, να του μιλήσουν… Θέλουν να τους δει, και να τους θυμηθεί. Θέλουν να δει ότι είναι μαζί του, θέλουν να δείξουν ότι τον στηρίζουν… Στριμώχνονται γύρω του…Όπως όλα τα αδύνατα ανθρωπάκια που έχουμε πάντα ανάγκη την εξουσία και τους ανθρώπους της.
Ο κ.Υπουργός κατεβαίνει. Χαιρετά τον κόσμο που τον πολιορκεί. Το βλέμμα του μοιάζει χαμένο, δεν μπορεί να ξεχωρίσει πρόσωπα, όλα είναι ένα, όλα είναι πλήθος και μάζα… Σφίγγει χέρια και το χαμόγελο μόνιμο… «Γεια σου υπουργάρα μουουου», «Γειά σου Μεγάλεεε…» Και μετά οι κάμερες, τα μικρόφωνα, οι δημοσιογράφοι που αγωνίζονται να σταθούν όρθιοι μέσα σʼ αυτό το συνονθύλευμα ανθρώπων και αστυνομικών που έχουν σχηματίσει κλοιό γύρω απʼ τον κ. Υπουργό. Κάνει δηλώσεις. Είναι συγκινημένος, λέει, απʼ την υποδοχή, και εξαγγέλει έργα που με τις ενέργειες του θα γίνουν στο νομό…
Σάββατο στη Νομαρχία…. Μια Νομαρχία πολιορκημένη και πάλι από το πλήθος που περιμένει το ραντεβού του με τον κ.Υπουργό. Εκεί οι τοπικοί παράγοντες και οι φορείς. Εκεί ο απλός κόσμος, οι οπαδοί και τα στελέχη. Εκεί, στις αίθουσες αναμονής και τους σκοτεινούς διαδρόμους της Νομαρχίας συσσωρευμένα «τα πάθη και οι στεναγμοί του κόσμου». Πατεράδες για διορισμό, πατεράδες για το παιδί που είναι φαντάρος στον Έβρο και απειλεί «να χτυπήσει αναβολή» αν δεν πάρει μετάθεση, εκεί οι κουρασμένοι της ζωής που ζητούν τη μεσολάβηση του κ. Υπουργού να βγει η σύνταξη κάνα μήνα νωρίτερα… Εκεί, στη Νομαρχία… Μέσα σε καπνούς από τσιγάρα που συντροφεύουν τις ατέλειωτες ώρες της αναμονής αλλά προκαλούν τη δυσφορία των γραμματέων που δείχνουν κατάκοπες…
* * *
Οι εικόνες αυτές μου ήλθαν καταιγιστικά στο μυαλό, «σαν σκηνές από κινηματογραφική ταινία» καθώς λένε, την περασμένη Πέμπτη στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας όπου βρέθηκα περιμένοντας ένα φίλο από μακριά. Λίγο πριν είχε φθάσει το «Ιντερσίτι» από την Αθήνα και ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά σέρνοντας τις αποσκευές του. Είδα τον κ. Υπουργό, απλό πολίτη πια, ένας ταξιδιώτης ανάμεσα στους πολλούς, να κατεβαίνει μόνος του από το τρένο κρατώντας το χαρτοφύλακα του. Προχώρησε προς την έξοδο, πήρε ταξί και χάθηκε στο βάθος του δρόμου. Χωρίς τον κόσμο να τον περιμένει, χωρίς οπαδούς συνθήματα και επευφημίες.
Κοίταξα για λίγο τα τρένα που έρχονταν και έφευγαν… Όμοια με τη δόξα και την εξουσία, όμοια με τις σταγόνες της βροχής που εκείνη την ώρα είχε αρχίσει να πέφτει και που συνεχώς δυνάμωνε…
Τα ξεχασμένα χωριά …
Κάθε φορά που ακούω τους πολιτικούς να μιλούν για την «ανάπτυξη και αναζωογόνηση της υπαίθρου» -και μιλούν όλοι συχνά γιʼ αυτήν- σκέφτομαι τα χωριά της Ελασσόνας και της Δεσκάτης. Τυχαίνει να περνώ τα καλοκαίρια από κει, καθʼ οδόν προς τα ορεινά των Γρεβενών όπου πολλοί Λαρισαίοι παραθερίζουμε, και νοιώθω πάντα ένα σφίξιμο αντικρίζοντάς αυτήν την εγκαταλειμμένη ύπαιθρο.
Τα μάτια γεμίζουν από κίτρινο. Ένα απέραντο χλωμό κίτρινο που αφήνουν πίσω τους οι καλαμιές μετά τον όψιμο θερισμό. Ένα κίτρινο αναιμικό, που βρίσκεται σε αρμονία με το καφέ των γυμνών βουνών και με το γκρίζο των βράχων. Πέτρα, σκόνη, και ο ήλιος να πυρώνει τον τόπο, μεγαλοπρεπής μα και ανελέητος για τους ανθρώπους που γεννιούνται , ζουν και πεθαίνουν στα χώματα αυτά.
Τα χωριά μοιάζουν άδεια… Το χειρότερο, είναι άδεια… Οι λιγοστοί κάτοικοι τους μοιάζουν με φιγούρες δράματος αρχαίου που κινούνται επί σκηνής σε μια κίνηση που δεν υπόκειται στη διάσταση του χρόνου. Ξυπνούν, κάνουν κάθε μέρα τις ίδιες κινήσεις, πότε στο χωράφι, πότε στο καφενείο, και τα βράδια, μπροστά στην τηλεόραση, χαζεύουν τις επαναλήψεις που σερβίρουν τα κανάλια της Αθήνας, χαζεύουν έναν κόσμο που γιʼ αυτούς μοιάζει ολότελα μακρινός.
Καθʼ οδόν προς τα Γρεβενά, σταμάτησα και φέτος στο ίδιο γνωστό καφενεδάκι, ξεχασμένο στην άκρη ενός χωριού, πάνω στο δρόμο. Ένα μικρό κτίσμα, από τσιμεντόλιθα, λιτό και άχαρο, που φτιάχτηκε, λες, για να είναι εναρμονισμένο με το εξίσου λιτό τοπίο. Βρήκα δυο άνδρες ηλικιωμένους να κάθονται σε ένα τσίγκινο τραπεζάκι κάτω απʼ τον παχύ ίσκιο μιας μουριάς. Έπιναν μπίρες και κάπνιζαν αμέριμνοι, όπως κάθε μέρα, υποθέτω, και είναι αυτή η μοναδική τους επιλογή, η μοναδική απόλαυση που μπορεί να τους προσφέρει αυτός ο τόπος.
Χαιρετηθήκαμε τυπικά, όπως απαιτεί το έθιμο κάθε φορά που ένας ταξιδιώτης φτάνει σε ένα ξένο τόπο.
Τι νέα ; Πώς πάνε φέτος τα καπνά;
Μου απάντησαν ευγενικά, αλλά και βαριεστημένα :
Κάθε πέρσι και χειρότερα… Δεν υπάρχει χαΐρι και προκοπή…
Κιʼ όμως ! Το χωριό στο βάθος δεν έδειχνε σε κακή κατάσταση. Είχε την τυπική όψη ενός σημερινού ελληνικού χωριού. Δρόμοι βρώμικοι και κατεστραμμένοι, στην πλατεία τα εγκαταλειμμένα παρτέρια είχαν γεμίσει αγριόχορτα, σκόνη και χώμα παντού. Αλλά και καινούρια σπίτια. Σπίτια που θυμίζουν σπίτια της πόλης. Με κουφώματα αλουμινίου, όψεις βαμμένες στο χρώμα του σωμόν που για κάποιο παράδοξο λόγο έγινε της μόδας τα τελευταία χρόνια, σπίτια που αρχίζουν και εκτοπίζουν τα, λιγοστά πια, παλιά πέτρινα κτίσματα του χωριού.
-Κιʼ όμως, ολοένα και καινούργια σπίτια να κτίζονται…., τους πείραξα.
-Ναι…. Έρχονται τα παιδιά απʼ τη Γερμανία, κτίζουν ντουβάρια και μετά φεύγουν… Και τι να τα κάνεις τα ντουβάρια άμα λείπουν οι άνθρωποι ; Να, το βλέπεις το σπίτι ; Καινούριο. Αλλά τρία χρόνια έχουν νάρθουν τα παιδιά… Πάω και τʼ ανοίγω μόνος μου πού και πού, το αερίζω…
Παρήγγειλα καφεδάκι. Στα μικρά αυτά καφενεδάκια είναι νόστιμος ο καφές που συνήθως τον σερβίρουν ηλικιωμένες γυναίκες .Καφές βαρύς, καϊμακλίδικος… Δίπλα μου ένα παιδάκι έπαιζε με το ποδηλατάκι του, μόνο κιʼ αυτό, από τα λιγοστά παιδιά που συναντά κανείς σʼ αυτά τα μέρη και που συνήθως οι γονείς στέλνουν στους παπούδες για ξεκαλοκαιριό. Στο βάθος, μια τηλεόραση που δεν παρακολουθούσε κανείς έδειχνε τον πρωθυπουργό να μιλά στο «Κάραβελ», στα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Κάτι έλεγε για «επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής Περιφέρειας»…
Κοίταξα γύρω μου, μεσημέρι ήταν πια, και το κίτρινο, το απέραντο κίτρινο του τοπίου ήταν ακόμη πιο έντονο τώρα. Χτυπούσε ο ήλιος και στο βάθος του δρόμου το φαινόμενο του αντικατοπτρισμού έδινε την εντύπωση πως έτρεχαν γάργαρα νερά. Οι ηλικιωμένοι άνδρες δίπλα μου, συνέχιζαν να πίνουν μπίρες και να καπνίζουν, το παιδάκι να τρέχει πάνω –κάτω με το ποδήλατο, η γιαγιά του μαγαζιού, αποκαμωμένη απʼ το λιοπύρι είχε πάρει τη θέση της κάτω απʼ τη μουριά Στο βάθος η τηλεόραση συνέχιζε να μιλά για νέους στόχους, για την «πραγματική σύγκλιση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη» χωρίς να την ακούει κανείς
Εκείνη την ώρα ήταν που ακούσθηκε ο ήχος ενός κινητού. Ο ήχος της τεχνολογίας ακούσθηκε παράταιρα μέσα σʼ εκείνο το σκηνικό της απόλυτης ερημιάς, σʼ έναν χώρο που σου δημιουργούσε την αίσθηση ότι είσαι κάπου στην άκρη του κόσμου :
-Έλα.. Τι φκιάντε ; απάντησε ο ηλικιωμένος άνδρας που λίγο πριν μιλούσε όλο παράπονο για τα κλειστά σπίτια .
-Καλά είμαστε … Ε, ζέστες μεγάλες έχομε….
-…
-Σοβαρά ; Πότε; Αϊντε με το καλό… Ναι, ναι … Όλα καλά… Κιʼ ο Παναγιωτάκης καλά είναι… Να, εδώ, παίζει με το ποδήλατο… Αίντε, σας περιμένομε…
Φωτίσθηκε το πρόσωπό του κιʼ έκλεισε το κινητό όλος χαρά. Τα παιδιά θα ʼρθουν φέτος… Θα είναι εκεί για το πανηγύρι της Αγιά-Παρασκευής… Τρία χρόνια έχουν να ʼρθουν και τα πεθύμησε. Και θα ανοίξει και το σπίτι για τα καλά. Θα βρεθούν όλοι μαζί, θα φορέσουν τα καλά τους και θα πάνε στην Εκκλησιά, σαν και τότε. Και θα φέρουν και καφέ, απʼ τον καλό, τον γερμανικό… Και το βράδυ θα καθήσουν όλοι μαζί στην πλατεία, στο μαγαζί του Τόλιου για κεμπάπ … Τώρα που το σκέφτεται έχει δουλειές να κάνει. Να ανοίξει το σπίτι και να το αερίσει. Και να καθαρίσει την αυλή απʼ τα αγριόχορτα, καιρός είναι… Γιατί θάρθουν τα παιδιά… Δόξα νάχει…
Ο ήλιος εξακολουθεί να καίει, αλλά τώρα καίει κιʼ αυτός… Φουντωμένο το πρόσωπό του και δεν ξέρει τι του φταίει :
– Άιντε ορέ Λένη… Πιάσε δυο μπίρες… Ψηθήκαμε… Εγώ κερνάω σήμερα…
Στην Κωνσταντινούπολη
Μες στου Βοσπόρου τα στενά δεν κλαίει ο Γιάννης τα δειλινά καθώς θέλει το γνωστό τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα… Κινούνται μικρά βρώμικα καϊκια, ένα πλήθος από ρυμουλκά και ρώσικα τάνκερ που κατεβαίνουν απʼ τη Μαύρη Θάλασσα μεταφέροντας πετρέλαιο. Ασπρίζουν στον ορίζοντα οι πολυτελείς επαύλεις των λεφτάδων που, όπως συμβαίνει με τους πλούσιους αυτού του κόσμου, διαλέγουν τις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες για τις κατοικίες τους. Στο βάθος, οι φτωχογειτονιές και ο επιβλητικός όγκος της Αγιά-Σοφιάς να στέκει απέριττος, θλιμμένος, μοναχικός… Και απέναντι το «Μπλε Τζαμί», επιβλητικό κιʼ αυτό, να θυμίζει την κατάκτηση της Πόλης από τα στίφη των Οθωμανών και να πληγώνει τον Έλληνα επισκέπτη.
Η Κωνσταντινούπολη, ειδικά όταν την επισκέπτεσαι για πρώτη φορά , σε φέρνει αντιμέτωπο με την ιστορία και το μύθο. Αρνείσαι να την αποκαλείς με το κακόηχο όνομα «Ισταμπούλ» που τη φώναξαν οι κατακτητές της, αρνείσαι να δεχθείς ότι έχει χάσει οριστικά την ελληνική της ταυτότητα. Όσο κιʼ αν ο πολιτικός ρεαλισμός σε επαναφέρει στην πραγματικότητα, κλείνεις τα μάτια και ονειρεύεσαι…Και είναι το μόνο που μπορείς να κάνεις. Στέκεσαι μπροστά στην Ωραία Πύλη της Αγιά –Σοφιάς και φαντάζεσαι τους Πατριάρχες να βγαίνουν επιβλητικοί και να ψάλλουν μαζί με τους άρχοντες και το λαό «Τη Υπερμάχω» ενώ έξω από τα πολιορκημένα τείχη οι εχθροί καιροφυλακτούν αλαλάζοντες. Στέκεσαι στον Ιππόδρομο και είναι σα να βλέπεις τον αυτοκράτορα να χαιρετά τα πλήθη που τον επευφημούν…
Μα έρχεται η πραγματικότητα να σε βγάλει από το λήθαργο. Πλήθη ατελείωτα ανθρώπων ξεπροβάλλουν από παντού, όλη η Πόλη ένα απέραντο παζάρι. Ανθρωπάκια απλά, καθημερινά, άνθρωποι του μόχθου, κακοντυμένοι, κακοταϊσμένοι, λιπόσαρκοι, σχεδόν …φοβισμένοι απέναντι στο δυτικό επισκέπτη. Καμιά σχέση με αυτό που φαντάζεσαι για τους απογόνους των τρομερών κατακτητών του Μωάμεθ.
Ξεκίνησα για το ταξίδι στην Πόλη με τον αδιόρατο φόβο που διακατέχει κάθε
Έλληνα απέναντι στον Τούρκο. Με τις προκαταλήψεις αιώνων να βαραίνουν στο μυαλό μου και με την αίσθηση ότι θα βρισκόμουν για λίγες ημέρες σε «εχθρικό» έδαφος. Μα πώς να αντέξουν οι προκαταλήψεις μπροστά στο θέαμα ενός ανθρώπινου κοπαδιού που άλλη φροντίδα δεν έχει από την καθημερινή του επιβίωση; Πώς να αισθανθείς εχθρό το Μεχμέτ, τον Τουργκούτ, τον Ιμπραήμ που ήλθαν από τα βάθη της Ανατολίας και πουλάνε κουλούρια, βότανα, βραστά αβγά, ρύζι, χαϊμαλιά, χάντρες, παιχνιδάκια, μεταξωτά μαντήλια, πετσέτες, κότες, κουνέλια, και ό,τι μπορεί να φαντασθεί ο νους του ανθρώπου εκλιπαρώντας για ένα ευρώ που ήδη έγινε το εθνικό τους νόμισμα;
Την πραγματική Κωνσταντινούπολη την είδα στα σοκάκια, εκεί που ο μύθος καταρρέει και η ανθρώπινη μιζέρια σε κάνει να ξεχνάς την ιστορία και τους θρύλους που συνοδεύουν αυτήν την πόλη. Στα σοκάκια όπου παίζουν ακόμη ξυπόλητα παιδιά, εκεί όπου οι αυστηρά ανδρικές παρέες στοιβάζονται σε καφενεία καπνίζοντας και πίνοντας τσάι, και σε εστιατόρια που σερβίρουν ακόμη φασολάδα. Στα μανάβικα και τα μπακάλικα που θυμίζουν την Ελλάδα των παιδικών μας χρόνων και στα μπαρμπέρικα όπου οι άνδρες μπορούν ακόμη να απολαμβάνουν χωρίς άγχος ένα κόντρα ξύρισμα με πηχτή σαπουνάδα.
Εκεί στα σοκάκια…Έβλεπα την πραγματική ζωή των ανθρώπων να κυλά με τις έγνοιες τις δυσκολίες και τη ρουτίνα της και αναρωτιόμουν ποια σχέση μπορούν να έχουν όλα αυτά τα ανθρωπάκια με τα συμφέροντα των λεφτάδων που κατοικούν στο Βόσπορο και τους Στρατηγούς που κάθε τόσο μας απειλούν. Θύματα κιʼ αυτοί μιας συνεχούς και παράλογης προπαγάνδας έμαθαν πώς οι Έλληνες είναι οι κακοί με τον ίδιο τρόπο που κιʼ εμείς γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε με την παγιωμένη ιδέα ότι όλοι οι Τούρκοι είναι βάρβαροι και καθυστερημένοι Ανατολίτες…
Έμεινα σχεδόν μια βδομάδα στην Τουρκία. Χρόνος πολύ λίγος για να ισχυρισθεί κανείς σοβαρά ότι γνώρισε και επομένως απέκτησε άποψη για την εκεί πραγματικότητα. Πήγα στην Πόλη, όπως όλοι μας, για ένα προσκύνημα στην ιστορία, αποζητώντας τις ρίζες του ελληνισμού. Όμως εκεί, «μες στου Βοσπόρου τα στενά» δεν υπάρχει μόνο η ιστορία Υπάρχουν πάνω απʼ όλα κοινοί καημοί, κοινές αγωνίες, υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους έχουμε συνηθίσει να αγνοούμε. Άνθρωποι, που σε φωνάζουν «καρντάς» όταν τους λες πως έρχεσαι απʼ την Ελλάδα και είναι έτοιμοι να σε πλησιάσουν με ευγένεια.
Στο Βόσπορο συνεχίζουν να κυλούν τα νερά, ήρεμα και γαλήνια. Και είναι όμορφα σαν πέφτει ο ήλιος
Κάποτε στο παζάρι …
Η θειά η Μαρουσιώ κατέβαινε κάθε Σεπτέμβρη απʼ τον Τύρναβο στη Λάρισα. Φόρτωνε βελέντζες, κιλίμια και άλλα υφαντά σʼ ένα «Ντάτσουν» που νοίκιαζε και έστηνε την παράγκα της στο μεγάλο παζάρι της Λάρισας, εκεί στο «Αλκαζάρ».
Μόνη της ήταν… Είχε χηρέψει αρκετά νωρίς, και με τον αργαλειό, τη μοναδική περιουσία που της είχε αφήσει ο μακαρίτης ο μπάρμπα- Θανάσης, πάλευε κιʼ αυτή να τα βγάλει πέρα όπως τόσες και τόσες γυναίκες που βρέθηκαν μόνες μετά τον πόλεμο και τα «Δεκεμβριανά».
Της Μαρουσιώς δεν της έφταιγαν βέβαια οι πόλεμοι… Ο Θανάσης αρρώστησε σαν όλους τους ανθρώπους κιʼ έφυγε απʼ αυτή τη ζωή ένα χειμωνιάτικο πρωινό χωρίς κανένα να απασχολήσει ο θάνατος του εκτός απʼ τη θειά … Τον έκλαψε η κακομοίρα, αλλά δεν είχε την πολυτέλεια για πολλά –πολλά, για τρισάγια, δεήσεις, και μνημόσυνα πολυτελείας που συνηθίζουν σήμερα οι άνθρωποι. Τρία παιδιά είχε και ήταν μικρά ακόμη. Τα δύο τάβαλε σε τέχνη, και το μικρό στο σχολειό, γιατί, «τάπαιρνε τα γράμματα» και «κρίμα ήταν να το κόψει το παιδί», όπως της είπαν και τʼ αδέλφια της που βοηθούσαν, όσο μπορούσαν κιʼ αυτοί, την οικογένεια. . Και δικαιώθηκαν … Όταν τη γνώρισα τη θειά, ο μικρός σπόυδαζε δάσκαλος, στη Λάρισα, στην Ακαδημία.
Την αγαπούσα τη θειά γιατί ερχόταν σπίτι και με κανάκευε και μούλεγε ιστορίες, αλλά αυτές οι επισκέψεις του Σεπτεμβρίου, είχαν γίνει ο … εφιάλτης μου. Γιατί, πηγαίνοντας στο παζάρι , με έσερναν πάντα ως την παράγκα της Μαρουσιώς, εκεί όπου η φουκαριάρα αράδιαζε τα υφαντά της , που μόνη της έφτιαχνε και μόνη της πουλούσε για να βγάλει το εισόδημα της χρονιάς. Και εγώ βαριόμουν να τριγυρίζω ανάμεσα σε παράγκες με … βελέντζες, χαλιά, πατάκια, και κεντήματα που έστηναν οι έμποροι και που αγόραζαν οι Λαρισαίοι για τις προίκες των κοριτσιών τους. Και ήμουν όλο γκρίνια … Κιʼ ούτε που πρόσεχα τι έλεγαν οι μεγάλοι.
Αλλού ήταν το μυαλό. Στους πολύχρωμους πάγκους με τα παιχνίδια, εκεί στην είσοδο του παζαριού. Ααα, τι κόσμος μαγικός! Κουρδιστά αυτοκινητάκια, τόπια, σβούρες, ντουφέκια πλαστικά και σπαθιά, αεροπλανάκια που τροχοδρομούσαν σαν αληθινά όπως αυτό που μου αγόρασαν κάποτε και που για μέρες ολόκληρες δεν άφηνα από τα χέρια μου… Τι λαχτάρα και τι προσμονή για το ένα και μοναδικό παιχνίδι που μας αγόραζαν τότε οι γονείς ! Κιʼ έπειτα, οι κούνιες… Οι βαρκούλες που ταλαντεύονταν και πέταγαν ψηλά ως τον ουρανό , τα τρενάκια που κυλούσαν στις ράγες, τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια και ο «Μύλος»… Με πόση ανυπομονησία δεν ανεβαίναμε τα παιδιά, για να κατεβούμε με την αίσθηση του ανικανοποίητου για κάτι τόσο ωραίο, αλλά που τόσο λίγο κράτησε …
Αλλά , θυμάμαι, το πιο μεγάλο μου απωθημένο ήταν να πάω να δω μια μέρα το «Γύρο του Θανάτου». Ήταν η πιο εντυπωσιακή κατασκευή στην παραγκούπολη του παζαριού. Μια κατασκευή ψηλή, ολοστρόγγυλη μέσα από την οποία έβγαινε ένας θόρυβος τρομακτικός. Απʼ έξω, ένας κύριος, φορώντας μαύρη φόρμα, ήταν καβάλα σε μια μοτοσικλέτα που μαρσάριζε σαν δαιμονισμένος. Και αμέσως μετά τα μεγάφωνα :
-Κυρίες και Κύριοι… Μην χάσετε το φοβερό θέαμα. Ένα θέαμα που κόβει την ανάσα… Ο άνθρωπος που παίζει την ζωή του κορώνα γράμματα. Δεν ξανάδατε τέτοιοι θέαμα …
Κοίταζα εκστατικός… Μακάριζα τους επισκέπτες που ανέβαιναν τις σκάλες για να δουν το θέαμα κιʼ όλο μοίρλιαζα :
-Να πάμε κιʼ εμείς …, έλεγα και η απάντηση ερχόταν στερεότυπη απʼ τη μάνα μου:
-Στο γύρο και πού αλλού θα σε πάω … Αυτά είναι για τους μεγάλους… Να … Πάμε στην «Αγαπούλα» να σου πάρω λίγο χαλβά …
Και περνούσε το παζάρι και το όνειρο να δω τον κύριο με τη φόρμα να κάνει τα ακροβατικά με τη μοτοσικλέτα του παρέμενε όνειρο, έπαιρνε αναβολή για τον επόμενη χρονιά
Σεπτέμβρης ήλθε πάλι. Και ʼγω και πάλι στην παράγκα της θειάς της Μαρουσιώς, μέσα στη γκρίνια. Το κατάλαβε φαίνεται η πανέξυπνη εκείνη γυναίκα.
Γιατί γκρινιάζει το παιδί ; Κιʼ όταν της εξήγησαν το λόγο δε δίστασε καθόλου :
Σοβαρά ; και μου το στενοχωρείτε γιʼ αυτό το λόγο; Εγώ βρε θα σε πάω..
Τους παράτησε όλους σύξυλους. Τη θυμάμαι να με παίρνει απʼ το χέρι και να τραβά ίσα για την ψηλή κυκλική παράγκα Ο κύριος με τη μαύρη φόρμα και τη μοτοσικλέτα ήταν πάντα εκεί και μαρσάριζε. Τα μεγάφωνα εξακολουθούσαν να καλούν τον κόσμο για το «θέαμα που κόβει την ανάσα» Κόψαμε εισιτήριο…
Λίγα είναι τα θεάματα που βλέπει ο άνθρωπος στη ζωή του και μένουν χαραγμένα στη μνήμη του παντοτινά. Ακόμη και σήμερα, σαν σκέφτομαι καμιά φορά τα παλιά παζάρια του «Αλκαζάρ», δε μούρχονται τόσο στο νου τα παιχνίδια, και οι κούνιες. Ούτε ο γλυκός χαλβάς της «Αγαπούλας», οι λαϊκές ορχήστρες με τις «ντιζέζ» και η τσίκνα απʼ τα λουκάνικα. Το «Γύρο του Θανάτου» έχω στο νου και μαζί τη μακαρίτισσα τη Μαρουσιώ. Που χάθηκε κιʼ αυτή μαζί με κείνα τα παζάρια, γιατί έτσι είναι η ζωή μας, κυλά και φεύγει σαν τα νερά του Πηνειού, παίρνοντας μαζί της τους ανθρώπους και τις αναμνήσεις μας…
Όταν ο Παντελής αγάπησε … σφοδρά
Για όλα φταίει ο Γκορμπατσόφ και η περεστρόικα πανάθεμά τον ! Διότι τι τα θες αυτά κύριε και μας άνοιξες πληγές που δεν κλείνουνε ; Καλά δεν ήμαστε με τον «ψυχρό πόλεμο»; Εμείς εδώ στην Ελλαδίτσα με τον καπιταλισμό μας και τα ωραία μας κιʼ αυτοί εκεί, στο «παραπέτασμα», μαντρωμένοι να κάνουν ουρές για νʼ αγοράσουν πατάτες και να παίρνουν με το δελτίο τη βενζίνη για τα «Λάντα» τους; Είχαμε το κεφαλάκι μας ήσυχο, και ζήτω η «πατρίς θρησκεία οικογένεια». Κιʼ όχι να περπατάς στο δρόμο και νʼ ακούς σλάβικα, ρώσικα και τρέχα γύρευε τι άλλο, όπως σήμερα… Και τα γυναικάκια μας τα είχαμε, λίγο κοντούλες βέβαια και τα ʼχαν τα ψωμάκια τους, καμιά σχέση με τις ξανθιές Ουκρανές «θεές», αλλά τις είχαμε στο σπίτι και το κεφαλάκι μας ήταν ήσυχο. Μας γκρίνιαζαν, μας έπρηζαν, διότι η γυναίκα έτσι είναι, και θα γκρινιάξει και θα φωνάξει, μέσα στο αίμα της το ʼχει το χούι. Αλλά καλά περνούσαμε. Πηγαίναμε και σε κανένα ταβερνάκι πού και πού τα Σαββατόβραδα για κανένα κρασάκι, εντάξει… Τώρα όμως;
Τα σκέφτεται ο Παντελής όλα αυτά φυσάει, ξεφυσάει και τελειωμό δεν έχει το ντέρτι του… Πώς έμεινε έτσι μόνος, ακόμη δεν το κατάλαβε… Άτιμε Γκορμπατσώφ… Καλά δεν ήμουν με την Τασία ; Τι την ήθελα τη Νταμάροβα ;
Η οποία Νταμάροβα –Σβετλάνα, «το μικρό»- έχει μέρες να φανεί απʼ το μαγαζί… Ούτε το αφεντικό δεν ξέρει που πήγε…
Κουκλάρα η Σβετλάνα … Πόδι χυτό ατελείωτο, δέρμα από βελούδο, σαν το καλό τραπεζομάντιλο που έστρωνε η Τασία κάθε Χριστούγεννα, και κάθε που γιόρταζε, του Αγίου Παντελεήμονα, μεγάλη η χάρη του… Τον αγκάλιαζε με τα τεράστια χέρια της και χανόταν στο όνειρο ο Παντελής που, από απλό ανθρωπάκι, ένεκα ο Γκορμπατσώφ και οι ιστορικές συνθήκες, προέκυψε αίφνης εραστής! Μελωδίες από μπαλαλάικες κουδούνιζαν στʼ αυτιά του και το άρωμα της, φτηνό και βαρύ, τον δρόσιζε σαν τον παγωμένο αέρα της στέπας που τη γέννησε .
Άτιμε Γκορμπατσώφ. Και τώρα σε ποιον θα λέει «για βας λου μπλιου», που τρόμαξε να το μάθει –τι γλώσσα κιʼ αυτή, ενώ το δικό μας το «σʼ αγαπώ» είναι όσο να πεις πιο εύκολο… Σε ποιον ; Στην Τασία ; Τότε που της το είχε πει μια φορά, μικρό παλικαράκι ήτανε, δεν είχε καλά- καλά ανακαλυφθεί ο φραπές… Και μετά η ρουτίνα… Όλα κύλησαν σε μια απέραντη ρουτίνα, άνοιξε -κλείσε το μαγαζί, μια έτσι μια αλλιώς, δεν είχε παράπονο, ένα καλό μεροκάματο πάντα έβγαινε, κιʼ ας άλλαξαν τα πράγματα με τα πολυκαταστήματα που ήλθαν και έσπασαν τις δουλειές. Μεγάλωσαν και τα παιδιά, έφυγαν για σπουδές, άντε να αντέξεις τώρα την Τασία… Τι να πεις… Μια ζωή μαζί, τα ʼχεις πει όλα…
Και ξαφνικά έρχεται η Σβετλάνα,… «Το μωρό». Έτσι του τη σύστησαν κάτι φίλοι του. Τι την ήθελαν την πλάκα ; Γιατί, για πλάκα άρχισε το πράγμα… Συνεννοήθηκαν τα αλάνια μια μέρα και το αποφάσισαν :
-Ρε σεις… Να πάμε τον Παντελή στα κορίτσια…
Και τον πήγαν… Με το ζόρι, «αφήστε ρε παιδιά δεν είμαι ʼγω για τέτοια», αλλά τον κατάφεραν. Πού να το φαντάζονταν ότι θα άνοιγε ιστορία… Εντάξει, άπειρο ήταν το παιδάκι, αλλά και μεις ερωτευτήκαμε όμως δεν τρελαθήκαμε…
Και η Σβετλάνα δεν ήταν κανένα κορόιδο. Τον έκοψε, έκανε παιχνίδι. Και κόλλησε ο Παντελής, κάθε βράδυ στο μαγαζί σαν και τώρα, να κερνάει τα ποτά και νʼ ανοίγουν τα γκαρσόνια τις φιάλες.
Φυσιολογικά ήρθαν τα υπόλοιπα… Εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος, πάει και η Τασία, την έφαγε το σκοτάδι (του μπαρ), κιʼ έμεινε ο Παντελής με το «μωρό».
Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις πιάνουν δουλειά οι «ηθικές» δυνάμεις της κοινωνίας. Καταρχήν το …σόι. Η «κατάρα» του ανθρώπου… Χαράς ευαγγέλια… Ξέρεις τι είναι, ξαφνικά, εκεί που έχεις βαρεθεί τη ζωή σου να σου προκύψει αίφνης θέμα συζητήσεως; Μεγάλο πράμα… Και τι δεν του ʼσουρναν κάτι γκιόσες ξαδέρφες του Παντελή. Του «αχαΐρευτου» που οι «γεροντοέρωτες του μάραναν», που «δεν κοιτάζει που σε λίγο θα γίνει πεθερός». Κουνούσαν το κεφάλι και συμφωνούσαν οι «ξάδερφοι», διότι αδερφάκι μου, άμα θες πες κιʼ αλλιώς. Δεν αντέχεται η μουρμούρα με τίποτε… Μόνο μεταξύ τους έλεγαν την αλήθεια, σαν βρίσκονταν σε κανένα ουζερί… «Ρε το μπαγάσα τον Παντελή! Και δεν του φαινόταν»… Κιʼ αφού τον έθαβαν ομαδικώς, «ʼντάξει μωρέ, είπαμε, καλά είναι για μια φορά, αλλά όχι και να σε πιάσουν Κώτσο και να σου τα μασάνε», αποχωρούσαν με ανομολόγητες φαντασιώσεις… Νάχαν κιʼ αυτοί μια Σβετλάνα… Για ένα βράδυ, βεβαίως, όχι για παραπάνω. Διότι αυτοί είναι «καλοί οικογενειάρχες». Και, «όχι να χαλάσουμε και την οικογένεια για τις π…..»
Και μετά άρχισε η πίεση από τις γυναίκες : «να τον βρείτε και να του βάλετε μυαλό» Θα την πεθάνει τη φουκαριάρα την Τασία ο γάιδαρος…»
Τον βρήκαν… Πήγαν μια μέρα στο μαγαζί και τον βρήκαν. «Ρε Παντελή… ʼΝτάξει, καλά πέρασες, αλλά ρε αδερφάκι μου δεν είναι για σένα αυτά τα πράγματα…» Μάταια… Στον κόσμο του ο Παντελής που είχε ξανανιώσει. Μέχρι και καινούρια σακακιά φόραγε . Και φρεσκοξυρισμένος, ωραίος…
-«Δε μου λέτε ρε σεις; Έχετε δει τη Νταμάροβα ; Όχι ε; Καλά, άμα τη δείτε να ʼρθείτε να μου πείτε…»
Τον μάτιασαν … Γιατί, σε λίγες μέρες, τη Νταμάροβα δεν την ξαναείδε ούτε ο Παντελής… Που είχε αρχίσει να έχει κάτι στενοχώριες οικονομικές, και το «μωρό» δεν ήταν Τασία να βολεύεται με κάνα ταβερνάκι στη χάση και στη φέξη… Και το συνολάκι το σικάτο το ήθελε, και το χρυσαφικό του, και στα μπαράκια οι φιάλες άνοιγαν η μια μετά την άλλη, γιατί ο «εραστής» πρέπει να είναι χουβαρντάς και να κερνάει όλα τα κορίτσια…
Άτιμε Γκορμπατσώφ… Εσύ φταις για όλα… Και πέρασε και η ώρα. Και ο Παντελής και πάλι στο γνωστό μπαρ, μπας και φανεί η Νταμάροβα… Ψευδαίσθηση, το ξέρει αλλά τι άλλο να κάνει ; Να πάει πού; … Και να βρει ποιον; Πήγε κιόλας τρεις το πρωί η ώρα κιʼ είνʼ το κεφάλι βαρύ απʼ το ουίσκι… Άτιμε Γκορμπατσώφ… Άμα τις κρατούσες όλες εκεί στις στέπες τώρα θα ήταν στο σπίτι η Τασία…. Θα του άρχιζε τη μουρμούρα, μα το πρωί θα της περνούσε… Κιʼ έπειτα τη μουρμούρα την αντέχεις . Τη μοναξιά όμως ;
Βλαχοχώρια…
Μόλις που έμπαινε ο Ιούνης τον έπιανε μια ανησυχία το Μάνθο… Κάτι παράξενο συνέβαινε μέσα του, μια επιθυμία γεννιόταν να φύγει και να πάει εκεί όπου πάντα ανήκε, στην Πίνδο, στο βλαχοχώρι που γεννήθηκε και πέρασε τα μικράτα του. Τη Λάρισα, την πόλη όπου πέρασε μια ολόκληρη ζωή, την αγαπάει, μα, να, όσο να πεις, άλλη αγάπη είναι αυτή για το χωριό. Το χωριό δε φεύγει απʼ το νου, το κουβαλάει ο Μάνθος πάντοτε μέσα του, είναι ο κόσμος όλος, ο δικός του κόσμος είναι οι συγγενείς, είναι οι φίλοι, οι άνθρωποι του… Και – τι παράξενο!- όσο μεγαλώνει, όσο η ζωή βαδίζει προς τη δύση της, τόσο περισσότερο το αποζητά το χωριό… Σα να θέλει να κερδίσει το χαμένο καιρό, να πάρει πίσω όλα αυτά τα καλοκαίρια που με τις δουλειές στο μαγαζί δεν προλάβαινε καλά –καλά να πεταχτεί παρά για μερικές μέρες μονάχα, για το πανηγύρι της Παναγιάς.
Κιʼ έτσι, ο Μάνθος, συνταξιούχος πια, με τις πρώτες ζέστες του Ιούνη άρχιζε τη γκρίνια προς τα παιδιά που είχαν πάρει πια τη θέση του στο μαγαζί και δεν άδειαζαν νʼ ασχοληθούν με τα παράπονα του γέρου :
-Άιντε, τι κάθεστε; Πότε θα με πάτε στο χωριό;
Και ερχόταν κάποτε η ώρα, που ο μεγάλος γιος φόρτωνε το Μάνθο και την κυρά Ευανθία στο αυτοκίνητο, μαζί και τα συμπράγκαλα τους, ένα ολόκληρο νοικοκυριό, γιατί εκεί πάνω, «όλα χρειάζονται», και αναχωρούσαν για τα βουνά…
Σα μικρό παιδί έκανε τότε ο Μάνθος…. Σαν έβγαιναν εκεί στα ψηλώματα του Ζιάκα και οι πρώτες κορυφογραμμές της Βασιλίτσας άρχισαν να αχνοφαίνονται στον ορίζοντα, το πρόσωπο του άλλαζε όψη, γινόταν χαρούμενο, γελαστό, γεμάτο προσμονή… Μια ακατάσχετη φλυαρία τον έπιανε τότε, μιλούσε γρήγορα, σχεδόν λαχανιασμένα σα να ʼθελε να προλάβει να πει όλες αυτές τις σκέψεις, τις εικόνες, τις αναμνήσεις που του ʼ φερνε το τοπίο στο μυαλό, να εκφράσει τα συναισθήματα που πλημμύριζαν την ψυχή του.
-Να, εδώ κοίτα…, έδειχνε στο γιο του. Τη βλέπεις εκείνη την κορφή; Ω ρε μάνα μου θυμάμαι ένα βράδυ τι τράβηξα… Είχαμε τα πρόβατα εδώ και μʼ έστειλε η μάνα να πάω ψωμοτύρι στον παππού σας και τους τσοπαναραίους… Και με πιάνει μια μπόρα, μα τι μπόρα λες εσύ ; Να, κάτω από κείνη την οξιά κρύφτηκα…
Χαμογελούσε ο γιος. Πόσες φορές δεν την είχε ακούσει αυτή την ιστορία, όπως τόσες και τόσες άλλες για τα χρόνια τα δύσκολα που πέρασε ο Μάνθος σαν παιδί… Ιστορίες ασήμαντες, καθημερινές, για τη ζωή και τις ασχολίες των κτηνοτρόφων, αλλά και για μεμονωμένα πρόσωπα, σαν το μπάρμπα το Νούσια που ήταν τόσο χωρατατζής και έκανε όλο το χωριό να ξεστρίβεται απʼ τα γέλια με τα πειράγματα του, σαν μαζεύονταν όλοι στην πλατεία του χωριού. Θυμόταν ακόμη ο Μάνθος τις ιστορίες από το αντάρτικο, το μεγάλο φόβο που ανάγκασε πολλές οικογένειες να εγκαταλείψουν τα χωριά, αλλά και τους Γερμανούς που τους έκαψαν τα σπίτια…
Περνούσε ευτυχισμένες μέρες ο Μάνθος στο χωριό… Εύρισκε τους φίλους του, συνταξιούχοι πια κιʼ αυτοί, έπιαναν όλοι μαζί τον πλάτανο της πλατείας, έπιναν καφεδάκι στο καφενείο του Τόλιου και οι μάχες στο τάβλι ήταν ομηρικές… Και σαν έκλειναν την παρτίδα, έπιαναν να θυμηθούν τα παλιά, μιλώντας πάντα στα βλάχικα, τη γλώσσα που τους έμαθαν κάποτε οι μανάδες τους, τη γλώσσα που ένιωθαν περισσότερο, και που δεν είχαν πια την ευκαιρία να μιλούν παρά μονάχα τα καλοκαίρια… Οι συζητήσεις στρέφονταν μετά γύρω από το χωριό… Πάλι δεν έγινε άσφαλτος ο δρόμος κιʼ ας τους το υποσχέθηκε ο βουλευτής που ήλθε πέρυσι για το πανηγύρι, και με τα ρέματα που περνούν μέσα απʼ το χωριό κάτι πρέπει να γίνει τώρα που άρχισε η ανοικοδόμηση…
Έτσι κυλούσαν τα καλοκαίρια, μέσα στο δροσερό περιβάλλον του χωριού… Στην πλατεία… Με τα πλατάνια και τις φωνές των παιδιών, όλα αυτά τα εγγονάκια που οι γονείς άφηναν στους παππούδες για να ξεφύγουν μόνοι λίγες μέρες στη θάλασσα… Στα πανηγύρια, έσφυζε από ζωή το βλαχοχώρι… Αντάμωναν και πάλι όλοι μαζί και χαίρονταν ο Μάνθος με την παρέα του. Κιʼ ας έχαναν την ησυχία τους…. Έκλειναν από νωρίς τραπέζι στο μαγαζί, παράγγελναν κεμπάπ , και το βράδυ σαν άρχιζαν τα όργανα, ο Κασάρας με τους δικούς του, άρχιζε το ξεφάντωμα :
-«Μαρία λένʼ την Παναγιά, Μαρία λένʼ και σένα μωρʼ Μαρία μου…»
Μα ήρθε ένα καλοκαίρι που ο Μάνθος δεν γκρίνιαξε στα παιδιά… Δεν ζήτησε να τον πάνε στο χωριό… Θα πιάσω ένα δωμάτιο στον Πλαταμώνα, τους είπε, ίσα-ίσα να κάνω μερικά μπάνια… Παραξενεύτηκαν, άρχισαν τα γιατί και πώς, μα λέξη δεν του πήραν… «Ε, κουράστηκα, πού να τρέχω τώρα…», μόνο αυτό τους είπε.
Δεν είχε κέφι πια ο Μάνθος… Να πάει στο χωριό να κάνει τι; Και να δει ποιον; Το Γιάννη που τον κόντραρε στο τάβλι τον ξεπροβόδισε τον περασμένο χειμώνα, για το ταξίδι το στερνό… Ο Τάκης, κιʼ αυτός δεν βγαίνει πια στο χωριό, το υψόμετρο του κάνει κακό στην καρδιά… Σκόρπισε η παρέα, τελευταίος απέμεινε… Στην πλατεία οι καρέκλες είναι ολοένα και περισσότερο άδειες και τα εγγόνια, φοιτητές πια, φεύγουν για διακοπές στα νησιά. Κάθεται και κοιτάζει τα σπίτια… Βίλες σωστές με όλες τις ανέσεις και όλα τα κομφόρ… Μέχρι και πλυντήρια και ηλεκτρικές κουζίνες έχουν, γιατί, «έτσι ήρθαν τα χρόνια», δεν γίνεται να πλένουν οι νοικοκυρές τα μάλλινα στη σκάφη και στα ρέματα… Μόνο λυπάται γιατί «τα σπίτια τα φτιάχνουν, αλλά δεν ξέρουν να τα χαρούν». Τα ανοίγουν μόλις για πεντέξι μέρες… Χαμένα λεφτά… Πλακώνουν όλοι μαζί το Δεκαπενταύγουστο στο πανηγύρι με κάτι τεράστια τζιπ και πολυτελή αυτοκίνητα, φέρνουν τις παρέες τους και ξενυχτούν ως το πρωί στα μαγαζιά ακούγοντας τα «μοντέρνα» τραγούδια από το στερεοφωνικό που παίζει στη διαπασών… Μια φορά μάλιστα, ο Μάνθος τους τάπε μεταξύ σοβαρού και αστείου…
– Αχ! Πούναι τα νιάτα μωρέ, να σας δείξω πώς γλεντάνε… Να πάρω τα όργανα και να βγω ψηλά, μέχρι τον Αι Θανάση, να μʼ ακούσει όλο το χωριό…
Κόσμος πολύς στον Πλαταμώνα… Γονείς, παιδιά, ξένοι τουρίστες, περπατούν όλοι στην προκυμαία, άλλοι κάθονται στις καφετέριες, θόρυβος, οχλοβοή, ζέστη αυτοκίνητα, μικροπωλητές, ένας απέραντος κόσμος αταξίας και κίνησης… Ανάμεσα τους, ο Μάνθος και η Ευανθία κάνουν καθημερινά το ίδιο δρομολόγιο. Από το σπίτι ως την παραλία, και από κει σε ένα κοντινό παγκάκι. Κάθεται αρκετή ώρα και αγναντεύει αφηρημένος τη θάλασσα, τον κόσμο, τα αυτοκίνητα… Δεν παραπονιέται, ίσως να είναι καλύτερα έτσι… Μόνο καμιά φορά, σαν το φέρει η κουβέντα, όλο και εξομολογείται στη γυναίκα του:
– Αχ βρε Ευανθία… Που ξέρουν κιʼ αυτοί να ζήσουν… Που θα βάλω εγώ μπροστά στη σκιά κάτω απʼ τον πλάτανο αυτό το χάλι… Αλλά τι να πεις… Έτσι ήρθαν τα χρόνια…
Κοιτάζει πάλι τη θάλασσα… Μα το μυαλό ταξιδεύει… Είναι πάντα εκεί, στα σκιερά τοπία και τα πεύκα της Πίνδου, στις χαράδρες και τις ρεματιές με τα τρεχούμενα, τα κρυστάλλινα νερά…
Οι άνθρωποι με το «κουσούρι»…
Στη γειτονιά τον φωνάζαμε… «Σούλη». Δεν κατάλαβα ποτέ από πού έβγαινε αυτό το υποκοριστικό. Να τον έλεγαν Θανάση (εξʼού και Θανασούλη, Σούλη); Ποιος ξέρει, μπορεί… Πάντως, κανέναν άλλο δεν φώναζαν με το ίδιο όνομα. Ήξερα ας πούμε κάμποσους Λάκηδες, Τάκηδες, Σάκηδες, αλλά «Σούλη» κανέναν άλλο…
Ότι ο Σούλης είχε «κουσούρι» που θα ʼλεγε και ο αρχιεπίσκοπος, το είχα αντιληφθεί κιʼ εγώ και η υπόλοιπη παρέα στη γειτονιά κιʼ ας είμαστε ακόμη μικρά παιδιά… Εμφανιζόταν πού και πού στα μαγαζιά και γινόταν ένας μικρός πανικός. Παρατούσαν τη δουλειά τους οι φουρναραίοι, ο χασάπης με τα χασαπάκια του, ο μανάβης, ο γαλατάς, ο καφετζής με τα τσιράκια του, έβγαιναν όλοι έξω από τα μαγαζιά και άρχιζε ο… «χαβάς»:
-Καλέ Σούληηηη… Θα με πάρεις και μένα;
Νευρίαζε ο Σούλης, που περπατούσε με ένα περίεργο τρόπο, σήκωνε το χέρι με μια κίνηση που έμοιαζε με μούτζα και τους απαντούσε με ψιλή φωνή:
– Βρε άντε να χαθείτε βρωμιάρηδες… Που θα πάρω εγώ εσάς… Δεν κοιτάτε τα μούτρα σας…
-Γιατί καλέ Σούλη; Δεν σʼ αρέσουν τα χασαπάκια;
Και οι διάλογοι συνεχίζονταν πάντα στο ίδιο μοτίβο. Και από πίσω, όλοι εμείς, ένα τσούρμο παιδιά, να καταλαβαίνουμε ότι κάτι το αφύσικο συνέβαινε και να τον ξεφωνίζουμε :
-Ουουουου…. Καλέ Σούληηηη… Θα με πάρεις κιʼ εμένα;…
Μέσα στο γενικό πρόγκημα, ο Σούλης το έβαζε γρήγορα στα πόδια… Σαν κυνηγημένος έστριβε στο πρώτο στενό, άνοιγε το βήμα του και χανόταν στο βάθος του δρόμου. Οι άλλοι, η «υγιής» κοινωνία λες και είχε κατατροπώσει κάποιον εχθρό, ξαναγύριζε στις δουλειές της, κάπως πιο εύθυμη τώρα, μετά το … «ευχάριστο» διάλειμμα που έσπαζε κάπως τη μονοτονία της δουλειάς και με το Σούλη να αποτελεί το θέμα του ανελέητου κουτσομπολιού που ακολουθούσε…
Δεν έμαθα ποτέ τίποτε παραπάνω γιʼ αυτόν τον άνθρωπο… Όσο και αν οι μεγάλοι μιλούσαν μεταξύ τους γιʼ αυτόν χασκογελώντας, όσο και αν έπαιρναν μέρος στον … παλλαϊκό διασυρμό, άλλο τόσο φρόντιζαν να κρύβουν τις κουβέντες τους μόλις ένοιωθαν ότι τους ακούνε τα παιδιά τους… Υποθέτω από φόβο μην πονηρευτούμε και πάρουμε και μεις «το στραβό δρόμο»…
Έτσι, το μόνο που θυμάμαι αχνά, γιατί μου έκανε εντύπωση, ήταν το αλλόκοτο ντύσιμο του. Φορούσε ένα πολύ στενό παντελόνι… καμπάνα, σήμα κατατεθέν της μόδας τη δεκαετία του ʼ70, πουκάμισο κλαρωτό με φαρδείς γιακάδες, μαλλί ξανθό, μάλλον βαμμένο, και χοντρές αλυσίδες και μενταγιόν στο λαιμό.
Τώρα που το σκέφτομαι, ο Σούλης δεν ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ανάλογη διαπόμπευση στη γειτονιά. Τα ίδια και χειρότερα τραβούσε ο Φ…. (δεν θα γράψω το όνομα του από σεβασμό προς τους συγγενείς του), ένας δυστυχισμένος αλκοολικός που τριγύριζε όλη μέρα στη γειτονιά κουρελής, με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι, βγάζοντας άναρθρα και ακαταλαβίστικά ουρλιαχτά που μας τρόμαζαν, μέχρι που να σωριαστεί σε κανένα πεζοδρόμιο και να έρθει το περιπολικό της Αστυνομίας να τον μαζέψει. Τα ίδια και με το Γ… , ένα μελαγχολικό παιδί γύρω στα δεκαοκτώ, ένας αγαθός γίγαντας που ήταν κωφάλαλος, που ζούσε μόνος με μια γριά γυναίκα, τη γιαγιά του, μια παρουσία ανήμπορη ωστόσο να τον προστατεύσει από το πρόγκημα της κοινωνίας των «υγιών» νοικοκυραίων …
Δεν το ξέρω, αλλά είμαι βέβαιος ότι ανάλογα ξεφωνητά έπεφταν λίγο ως πολύ κείνα τα χρόνια σε όλες τις γειτονιές της Ελλάδας, για όλους εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που από κάποιο λάθος της φύσης ή από κάποια συγκυρία –ποιος να ξέρει- είχαν το «κουσούρι». Αν όλες οι κοινωνίες έχουν την τάση να απομονώνουν τον «διαφορετικό», αυτόν που αποκλίνει από τα κυρίαρχα πρότυπα της ομάδας, η δική μας «μεσογειακή» κοινωνία είχε ένα λόγο παραπάνω. Μια κοινωνία που θεωρούσε πάντοτε τον «ανδρισμό» όχι ως μια φυσιολογική κατάσταση, αλλά ως αφορμή για … γόητρο και περηφάνια τι πιο λογικό από το να αντιμετωπίζει τον ομοφυλόφιλο σαν μια εν δυνάμει απειλή για τη διάβρωση των «χρηστών ηθών» της; Η κοινωνία αυτή μπορούσε να ανέχεται, να καλύπτει με τη σιωπή της, ακόμη και να συγχωρεί ένα σωρό άλλες βρωμιές, να σηκώνει το χαλί και να κρύβει από κάτω όλων των λογιών τα σκουπίδια, δεν μπορούσε όμως ποτέ να ανεχθεί το «κουσούρι» που ήταν η αφορμή για τον οριστικό στιγματισμό όλης της οικογένειας αυτού που το είχε. Στη μικρή γειτονιά ας πούμε, κανείς δεν έλεγε τίποτε για τις οικογένειες που τα παιδιά είχαν μπλέξει με ναρκωτικά ή συλλαμβάνονταν για κλοπές και αλητεία. Όλοι γνώριζαν και όλοι σιωπούσαν για τους «οικογενειάρχες» που κάθε τόσο παρασπονδούσαν με τις «καθαρές», όπως ονόμαζαν τα κορίτσια των φαναριών, όλοι έκαναν τα στραβά μάτια για τους «άνδρες» που μεθοκοπούσαν και μετά έσπαζαν στο ξύλο τις γυναίκες. Και όλοι μαζί, έβγαιναν στο δρόμο για να κράξουν το Σούλη…
Δε νομίζω ότι αντιδρούμε και πολύ διαφορετικά σήμερα. Τότε, οι «Σούληδες» ξεφωνίζονταν στο δρόμο, τώρα ξεφωνίζονται στην τηλεόραση αφού μέσα από αυτήν επικοινωνούμε πια οι άνθρωποι. Και τότε και τώρα, το θέ(α)μα πουλάει. Στεκόμαστε μπροστά στην τηλεόραση και σπάζουμε πλάκα, με τον ίδιο τρόπο που έβγαιναν στο δρόμο οι καταστηματάρχες της γειτονιάς. Τότε, οι μεγάλοι μασούσαν τα λόγια τους για να μην ακούσουν τα παιδιά. Σήμερα, τον κίνδυνο «μόλυνσης» της κοινωνίας μας τον επισείει ο αρχιεπίσκοπος.
Αλλά, σιγά-σιγά, όλο και περισσότεροι καταλαβαίνουμε πια, ότι πέρα από την πλάκα, όλοι αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι είναι απλώς άρρωστοι. Όπως οι αλκοολικόί, όπως οι ναρκομανείς. Και ότι έχουν ανάγκη από βοήθεια, όχι από στιγματισμό που είναι ο εύκολος δρόμος.
Τα παιδιά μας χρειάζονται αναμφίβολα ενημέρωση, προστασία, καθοδήγηση και πάντως όχι απλοϊκές συνταγές περί … «ανδρισμού». Για να μην βρεθούν κάποτε αντιμέτωπα με τις τύψεις τους, όπως συμβαίνει σε μένα και κάμποσους φίλους μου που έχοντας πάρει μέρος τότε σε κάμποσα «προγκήματα» του Σούλη με τις ευλογίες των μεγάλων, αισθανόμαστε σήμερα μέσα μας μετανιωμένοι…
ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ
Αποκαλυπτήρια ανδριάντος
Την ημέρα που ο Δήμος Λαρισαίων και οι τοπικές αρχές όρισαν να τελεσθούν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του αείμνηστου Μελέτη Ευεργετιάδη έκανε ήλιο και ζέστη, πράγμα φυσιολογικόν και ασφαλώς αναμενόμενον, αφού είχαμε εισέλθει κιόλας στο Μάιο.
Σχετικώς, εστάλησαν προσκλήσεις εις όλους τους αρμοδίους φορείς, βάσει του Πρωτοκόλλου, τις οποίες οι αποδέκτες ανέγνωσαν με κάποια δυσφορία.
-Πάει χαμένη η Κυριακή, σκέφτηκε ο κ. Πρόεδρος γνωστού Συλλόγου της πόλης καθώς διάβαζε την πρόσκληση που έλαβε σε πολυτελή φάκελο, σκεπτόμενος ότι θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να αναβάλλει την καθιερωμένη επίσκεψη στο εξοχικό του στον Πλαταμώνα. Και ανάλογες σκέψεις έκαναν όλοι. Εντάξει, να τον τιμήσουμε τον αείμνηστο τον Ευεργετιάδη, μα ήταν ανάγκη να είναι Κυριακή, και δη του μηνός Μαίου; Πόσες τέτοιες Κυριακές έχει την ευκαιρία να απολαύσει ο άνθρωπος;
Η προετοιμασία της τελετής, την οποία ανέλαβαν οι υπεύθυνοι της Εθιμοτυπίας του Δήμου, υπήρξε άψογη και ιδιαιτέρως φροντισμένη. Στο χώρο όπου είχε στηθεί ο ανδριάντας, έργο γνωστού γλύπτη των Αθηνών, είχαν τοποθετηθεί γιρλάντες, ανθοστήλες που επιμελήθηκε γνωστό ανθοπωλείο της πόλης, μια εξέδρα, και ένα σχετικά μικρό κόκκινο χαλί που υπάρχει πάντα στην αποθήκη του Δήμου για ανάλογες περιστάσεις. Ο ανδριάντας τυλίχτηκε με την ελληνική σημαία, πράγμα που προβλεπόμενο εκ του Πρωτοκολλου, (καθότι ο αείμνηστος Ευεργετιάδης υπήρξε εκ των ευεργετών του Δήμου και της πόλεως, εις τη διάθεση του οποίου αφήκε τη σεβαστή περιουσία του, αποτελουμένη από κεντρικά ακίνητα, μετοχές και μετρητά), ενώ για την τελετή δόθηκε εντολή να προσέλθει και η μπάντα του Δήμου σε πλήρη σύνθεση.
Η προσέλευση των επισήμων υπήρξε σχετικώς ομαλή. Προσήλθαν οι Πρόεδροι των προσκληθέντων συλλογικών φορέων, το Δημοτικό Συμβούλιο με επικεφαλής τον κ. δήμαρχο μετά της κυρίας δημάρχου, κατόπιν ο κ. νομάρχης μετά της κυρίας νομάρχου, οι στρατηγοί των τοπικών σχηματισμών του Στρατού και της Αεροπορίας, αλλά και οι οικείοι του αειμνήστου Ευεργετιάδη, για τους οποίους υπήρχε κοινός ψίθυρος ότι δεν ήταν και οι πλέον ευτυχείς άνθρωποι εις τον κόσμο, έπειτα από την απόφαση του μακαρίτη, να διαθέσει τα πάντα εις τον Δήμο και να τους καταστήσει –κατʼ ουσίαν- απόκληρους.
Η σχετικώς έγκαιρη προσέλευση του μητροπολίτη μετά της συνοδείας του, ανακούφισε άπαντες τους επισήμους, οι οποίοι έκαναν την απολύτως ανθρώπινη σκέψη ότι θα «ξεμπερδέψουν» γρήγορα και επομένως θα αξιοποιήσουν το υπόλοιπον της ηλιόλουστης Κυριακής. Τοιούτον όμως δεν συνέβη, δεδομένου ότι το Πρωτόκολλον προέβλεπε τουλάχιστον τρεις ομιλίες για την ζωή και το έργο του τιμωμένου προσώπου, και μεταξύ αυτών του κ. δημάρχου, ο οποίος, ερωτευμένος με τη ρητορική του δεινότητα, συνήθιζε να απευθύνει μακροσκελέστατους και εκτός χειρογράφου λόγους, κάθε φορά που εύρισκε ενώπιον του πολυπληθές ακροατήριον.
«- Είμαι βαθύτατα συγκινημένος διότι εις εμέ έλαχε να τιμήσω το τέκνον αυτό της λαρισαϊκής γης…» άρχισε την ομιλία του ο κ. δήμαρχος και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι το ακροατήριο είχε αρχίσει να δυσφορεί και οι ψίθυροι να σκεπάζουν πλέον την ομιλία του. Κάτω από το διαμορφωθέν αυτό κλίμα, οι ομιλίες των υπολοίπων κινήθηκαν, από απόψεως διάρκειας, σε περισσότερο λογικά πλαίσια, προς ανακούφιση των παρισταμένων. Η ανακούφιση αυτή δε, έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν ήλθε η στιγμή που ο κ. δήμαρχος τράβηξε το κορδόνι και η γαλανόλευκη υποχώρησε, αποκαλύπτοντας την προτομή του Μελέτιου Ευεργετιάδη, κάτω από το χειροκρότημα των επισήμων που αναμείχτηκε με τους ήχους από την ανάκρουση του εθνικού ύμνου που άρχισε να παίζει η Φιλαρμονική.
Περί της αισθητικής του αγάλματος, ουδείς εκ των παρευρισκομένων ασχολήθηκε, καίτοι κάποιος από το βάθος σχολίαζε πως «αν αυτός είναι ο Μελέτης, εγώ είμαι η Μπουμπουλίνα…».
Η ατμόσφαιρα υπήρξε ιδιαιτέρως ευχάριστη όταν οι προσκεκλημένοι συγκεντρώθηκαν γύρω από το «κέτερινγκ» που ετοίμασε γνωστό ζαχαροπλαστείο της πόλης και, λόγω του προχωρημένου της ώρας, τα τυροπιτάκια, τα κρακεράκια και λοιπά αλμυρά σνακς, καταναλώθηκαν σχεδόν όλα σε σχετικώς σύντομο διάστημα, εν μέσω συζητήσεων, μάλλον κοινοτόπων, όπως άλλωστε συμβαίνει εις αναλόγους συγκεντρώσεις επισήμων.
Κιʼ έτσι, το άγαλμα του Ευεργετιάδη, μεγάλου «ευεργέτου της πόλεως Λαρίσης» σύμφωνα με την αναγραφόμενη στη βάση του επιγραφή, θα κοσμούσε από τη στιγμή εκείνη τη μικρή πλατεία της πόλεως όπου είχε τοποθετηθεί και φυσικά θα είχε, και αυτό την τύχη των υπολοίπων: τα περιστέρια θα «άσπριζαν» το σκούρο μπρούτζο από το οποίο είχε κατασκευαστεί, η σκόνη που αφθονεί εις τους δρόμους της Λάρισας θα αφαιρούσε μια για πάντα τη λάμψη του και, μάλλον κανενός περαστικού την προσοχή δεν θα τραβούσε πλέον, αφού οι σημερινοί άνθρωποι έχουν τόσες πολλές σκέψεις, σκοτούρες και έγνοιες στο κεφάλι τους και δεν έχουν την πολυτέλεια να ασχολούνται με αποδημήσαντες ευεργέτες, και άλλα τέτοια ζητήματα που είναι αρμοδιότητας της ιστορίας…
* * *
Πριν από μερικά βράδια, περνώντας από τη μικρή πλατεία, είδα μια μικρή και εύθυμη συντροφιά από νέα παιδιά. Κάθονταν σε ένα παγκάκι πλησίον του αγάλματος του Μελέτη Ευεργετιάδη.
-Ρε σεις ποιος είναι ο μπάρμπας;
-Όποιος και νάναι, φατσούλα ο δικός σου…
Και μετά, έπιασαν δουλειά οι… μαρκαδόροι. Ο «μπάρμπας» απέκτησε στην αρχή μουστάκι, μετά… γένια, του φόρεσαν και γυαλιά, μαύρα, «ροκάδικα», και στο τέλος, δίκην παρασήμου, του ζωγράφισαν στο πέτο και μια χιτλερική σβάστικα, κάνοντας πίσω-πίσω τον άμοιρο Μελέτη … οπαδό του ναζισμού!
-Ωραίος, ε;
-Άψογος… Αλλά , κάτι του λείπει.
Έβγαλαν ένα «μαλμποράκι» από την κωλότσεπη και «τράταραν» τσιγάρο στο στόμα του Ευεργετιάδη, για τον οποίο ήταν γνωστό ότι υπήρξε στη ζωή του φανατικός αντικαπνιστής.
Κοίταξα τον ανδριάντα, σε αξιοθρήνητη κατάσταση, μα δεν είπα τίποτε…
Τη ματαιότητα της ζωής μονάχα σκέφτηκα. Όσο ζεις αγωνίζεσαι, τρέχεις, ιδροκοπάς, συγκεντρώνεις πλούτη, γίνεσαι ισχυρός, γίνεσαι «κάποιος», καθορίζεις τύχες ανθρώπων.
Μη κατανοώντας ότι, στην καλύτερη περίπτωση θα ξεχαστείς, ενώ στη χειρότερη θα καταλήξεις ένα ψυχρό μπρούτζινο άγαλμα με το οποίο οι νεώτεροι θα «σπάζουν πλάκα», έτσι, για να περνά η ώρα, τα φθινοπωρινά βράδια στα πάρκα…
Ένα mail στο Λάκη…
Φίλε μου Λάκη
Έλεγα να σου τηλεφωνήσω, αλλά μετά βαρέθηκα και είπα να σου στείλω ένα Ε-MAIL να το πάρεις και πιο σύντομα. Σου έστειλα προχτές και ένα SMS, αλλά δεν ξέρω αν το έλαβες. Με το καινούργιο 3-G κινητό μου έχω ένα μικρό πρόβλημα, δεν έμαθα καλά το χειρισμό του. Άσε που είχα ξεχάσει και το PIN και τρόμαξα να το ανοίξω…
Αλλά τα ίδια έπαθα τις προάλλες και με το LAPTOP. Με τίποτε να μην μπορώ να θυμηθώ το USER NAME και το PASSWORD. Μεγάλη λαχτάρα.
Αρχίζω και ξεχνώ τώρα τελευταία. Μια μέρα έμεινα χωρίς λεφτά, γιατί πάλι δεν θυμόμουν το PIN της VISA.
Λοιπόν, το POWER POINT που μου έστειλες ήταν και πολύ ουάουου, αν και δυσκολεύθηκα να το ανοίξω. Αλλά, ʼντάξει… Έχω επίσης πρόβλημα με τα WINDOWS- XP αλλά και το EXCEL τα ίδια χάλια έχει. Τέλος πάντων.
Για να ξεχαστώ, πήρα τηλέφωνο το Μάκη, να πάμε βόλτα με το καινούργιο αμάξι του. Βγήκαμε σʼ ένα ήσυχο δρόμο εκεί προς τη Γιάννουλη και δώσαμε γκάζια. Σούπερ! Και τι δεν έχει απάνω. Ειδικά το ESP –ξέρεις, το σύστημα που αντικατέστησε το ABS που είχαν κάτι… αρχαία αυτοκίνητα- σου δίνει μια αίσθηση ασφάλειας. Τα πάντα έχει το όχημα. Μέχρι και TRIP COMPUTER, και CLIMACTRONIC, και RADIO-CD με MP-3, ακόμη και ειδική θήκη για BLUETOOTH.
Το βράδυ γύρισα σχετικά νωρίς. Έβαλα ένα DVD στο μηχάνημα, αλλά η ταινία δεν έλεγε…Αλλά, ʼντάξει… Τελικά, έβαλα τηλεόραση να δω το Μπαρτσελόνα – Τσέλσι. Ματσάρα! Ειδικά με την TFT οθόνη που έχει η δική μου τηλεόραση, νιώθεις σα να είσαι μέσα στο γήπεδο. Και τι δεν θα δούμε το καλοκαίρι στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας και καιρός ήταν. Βαρέθηκε να βλέπω τους δικούς μας τους άμπαλους! Ψήφισα και στο TELETEXT του MEGA, με δώρο δυο εισιτήρια για τον τελικό του CHAMPION`S LEAGUE. Δε βαριέσαι λέω, 1,19 ευρώ το SMS έχει, τι ψυχή έχουν;
Γενικά αυτούς τους διαγωνισμούς τους πάω. Τα άλλα τα ξενέρωτα, τα DREAM SHOW και τα FAME STORY δεν τα γουστάρω… Μόνο κάτι χαζογκόμενες ψηφίζουν εκεί και αγωνιούν όλη τη βδομάδα αν θα σώσουν τον Anastasio (σιγά τον κούκλο…) που είναι μονίμως προτεινόμενος. Έλεος…
Ααα, δεν σουʼ πα. Τις προάλλες γνώρισα μια απʼ αυτές μέσα από ένα CHAT. Ψώνιο μιλάμε… Της είπα ότι είμαι 22 γιατί, πού να πεις ότι σαρανταρίσαμε, πάει θα λακίσει το μωρό, αλλά με κούφανε, με ξέρανε. Μέχρι που αναγκάστηκα να πω ότι μʼ αρέσει ο SAKIS και ο BRAND PITT και να αποκηρύξω τη Βίσση τη Θεά, γιατί η μικρή ήταν FUN της Βανδή… Ε. ρε τι κάνει ο άνθρωπος άμα μεγαλώνει…
Στο τέλος παρεξηγηθήκαμε λιγάκι γιατί πιάσαμε να μιλάμε για τη EUROVISION. Εγώ επέμενα ότι το «Lets go to the party» είναι συμπαθητικό και αυτή τα εύρισκε όλα «σούπες». Τι σούπες; «Κνόρ»; τη ρωτάω. Μου απάντησε ότι είμαι και πολύ «γκαγκά» και βγήκε από το CHAT-ROOM. Ντάξει μωρέ, δεν έγινε και τίποτε…
Αύριο λέω να πάω στο CARREFOUR γιατί θέλω να πάρω κάτι βιολογικά φρούτα που μʼ αρέσουν και κάτι δανέζικα CREAM CHEESE που πάνε πολύ με ένα υπέροχο γαλλικό κρασί BEAUJOLAIS που μου έφεραν στη γιορτή μου. Άμα κάτσει κιʼ έχω χρόνο μπορεί να την πέσω για λίγο στο GOODY`S για ένα ESPRESSO LUNGO και ένα CHEESE CAKE. Έλεγα να πάω και στα STER CINEMAS να δω από περιέργεια την ταινία με τους δυο COW-GAYS, αλλά μουʼ παν ότι μάπα το καρπούζι…
Άμα έχεις χρόνο ρίξε κανένα τηλέφωνο, γιατίτώρα τελευταία μʼ έχεις κάνει DELETE κανονικότατα. Λες και δεν ζούμε στην ίδια πόλη! Ειδικά τώρα που πέρασα ADSL μπορείς να με βρεις πολύ εύκολα, αφού το τηλέφωνο λειτουργεί ανεξάρτητα από το INTERNET.
Λοιπόν, τα λέμε…
ΑLEX
(Ρε συ Λάκη, τώρα που το ξαναδιαβάζω το MAIL, λίγο πριν πατήσω SEND και σου το στείλω, μου φαίνεται ότι αλλάξαμε. Πώς μιλάμε και πώς γράφουμε έτσι ρε συ Λάκη; Εμείς τα παιδιά του Θουκυδίδη, που καταπίναμε σελίδες απʼ το συντοπίτη Τζάρτζανο σαν καραμέλες ραντεβού, εμείς που ξεπετούσαμε Ξενοφώντα, άγνωστο κείμενο στο πιτς φυτίλι, πώς καταντήσαμε; Με τι μούτρα θʼ αντικρίσω πια τον κ. Κυρίτση, τον παλιό μας φιλόλογο, που μας έβλεπε να μιλάμε σαν τον Ισοκράτη και μας καμάρωνε; Ουαί τοις παγκοσμιοποιημένοις θα του πω δάσκαλε, τι άλλο;)
Μεγάλη Πέμπτη ήτανε…
Ο Στέλιος, που πηγαίναμε μαζί στο ίδιο Σχολείο στο λόφο του Φρουρίου, ήταν αυτό που λέει ο απλός κόσμος της γειτονιάς «μεγάλο αλάνι». Διάολος σωστός και δεν τον έπιανες με τίποτε. Αρχηγός από κούνια, από αυτή τη μυστήρια πάστα ανθρώπων που ο Θεός φτιάχνει πού και πού για να κάνουν κουμάντο στους υπόλοιπους, που παίζουν το ρόλο του «οπαδού», του υπαλληλάκου, του απλού στρατιώτη, του «φιλήσυχου πολίτη», ανάλογα με την περίσταση.
Στα δώδεκα του κιόλας, ο Στέλιος ήταν ένας … «τσόγλανος» κανονικότατος που η γειτονιά άρχισε να τον νιώθει για τα καλά. Και πρώτʼ απʼ όλα τον ένιωθαν οι … κορομηλιές στις αυλές. Μόλις έπιανε να καλοκαιριάζει και τα κορόμηλα να μεγαλώνουν, πηδούσε τους φράχτες σαν να μην έτρεχε τίποτε και ρήμαζε τα δένδρα, αφήνοντας πίσω του κραυγές όταν τον έπαιρναν χαμπάρι οι νοικοκυραίοι και τόβαζε στα πόδια:
-Βρεεειιι… Παλιοκερατά… Άμα σε πιάσω…
Πού να τον πιάσουν; Πιάνεται ο γάτος, ο κεραμιδόγατος; Πηδάει φράχτες, σκαρφαλώνει στις μάντρες, πάει στο περίπτερο και «βουτάει» μια γκοφρέτα την ώρα που η γριά περιπτερού πλέκει τη δαντέλα της και δεν βλέπει πέρα από τη μύτη της, χτυπάει τα κουδούνια των σπιτιών και το φχαριστιέται να βλέπει τις γυναίκες να πετιούνται έξω βρίζοντας το «παλιόπαιδο, ανάθεμά το γονιό του» την ίδια ώρα που αυτό στρίβει στη γωνία και χάνεται.
Τώρα αυτό να έφταιγε; Η απίστευτη δηλαδή ευελιξία του, που του έβγαλαν στη γειτονιά το παρατσούκλι «Γατένιος»; Ή μήπως τα μάτια του, μεγάλα και γκριζοπράσινα σαν της γάτας; Πάντως του το κόλλησαν, τον φώναζαν μʼ αυτό, και το άλλο, το πραγματικό του όνομα, είχε σχεδόν ξεχαστεί, όπως συνέβαινε λίγο πολύ με όλους μας τότε, σε μια γειτονιά με χαμηλά σπίτια και τους ανθρώπους τόσο κοντά και με τέτοια οικειότητα, ώστε να αλληλοβαφτίζονται με παρατσούκλια που υποδήλωναν ότι έχεις ενταχθεί στην ομάδα, πως είσαι «ένας από αυτούς».
Λεπτός, κοντοστούπης, με καστανά τσουλούφια να πέφτουν στα γατίσια μάτια, αλλά με μια μπάσα αγριοφωνάρα που σε τρόμαζε, ο Στέλιος είχε καταφέρει νωρίς- νωρίς να επιβληθεί στην παρέα και να γίνει ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός. Χρειάστηκε πρώτα να δείρει κάνα δυο τρεις πλαδαρούς μαντράχαλους που πήγαν να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία του, οπότε οι υπόλοιποι… πήραμε το μήνυμα. Και δεν ξαναμιλήσαμε…
Το να είσαι στην παρέα του Στέλιου, που ήταν από τις …πολυπληθέστερες «συμμορίες» της γειτονιάς, ήταν κάτι σαν … προνόμιο. Ένιωθες υποσυνείδητα ότι είσαι προστατευμένος απέναντι στους άλλους, πως μπορείς άνετα να τους βρίζεις και να τους διώχνεις ας πούμε από το γηπεδάκι που έπαιζαν μπάλα χωρίς να τις τρως, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαν να κάνουν με το «Γατένιο», πως είσαι «μάγκας» και όχι «μπούλης», όπως προσδιορίζαμε τις άλλες παρέες. Και ο Στέλιος, λειτουργώντας με στόφα και ένστικτο μεγάλου αρχηγού, φρόντιζε να τονώνει την αυτοπεποίθηση της ομάδας του, τα μέλη της οποίας άρχιζαν να μπαίνουν στην εφηβεία και να αναζητούν την επιβεβαίωση του «ανδρισμού»:
-Πάμε ρε να πλακώσουμε τα «γκιρίζια»…
Οι καβγάδες ήταν ομηρικοί. Τη μια «πλακώσαμε» τα «γκιρίζια» γιατί «την έπεσαν» στο Φάνη, το μικρότερο της ομάδας και του πήραν τα χαρτάκια. Την άλλη γιατί έβρισαν και χτύπησαν την Όλγα, μια από τις αδελφές του Στέλιου. Το σκηνικό, πάντοτε το ίδιο: μπροστά ο «Γατένιος», ο κοντοστούπης, από πίσω οι άλλοι, καμιά δεκαριά πιτσιρικάδες πιο ψηλοί από τον αρχηγό αλλά χωρίς το «ένστικτο του πολεμιστή» που είχε εκείνος, πλησιάζαμε το γηπεδάκι που μαζεύονταν οι παρέες και άρχιζαν οι «εχθροπραξίες» χωρίς πολλές – πολλές εξηγήσεις, με τον πρώτο λόγο να έχει πάντα ο αρχηγός:
-Δώσε πίσω τα χαρτάκια ρε…
-Ποια χαρτάκια; Τα κέρδισα, δεν τα κέρδισα;
-Ποια κέρδισες ρε κωλόπαιδο; πεταγόταν ο Φάνης. Μου τάκλεψες…
Ο διάλογος σταματούσε εκεί. Μετά, άρχιζε το ξύλο, μια απίστευτη κλωτσοπατινάδα, και το κύλισμα στο χώμα μέχρι τελικής νίκης και… αποκατάστασης της τάξης και του «νόμου», που ήταν πάντοτε ο νόμος του «Γατένιου».
Οι μεγάλοι, βέβαια, χαμπάρι δεν έπαιρναν από όλα αυτά τα συμβαίνοντα στο εσωτερικό του παιδικού μικρόκοσμου της γειτονιάς. Άνθρωποι του μεροκάματου, κουρασμένοι νωρίς – νωρίς από τη ζωή, ποιος άδειαζε να ασχοληθεί με το πώς μεγάλωναν, τι σκέφτονταν, πώς εξελίσσονταν τα παιδιά τους; Μας έβλεπαν να γυρίζουμε αναψοκοκκινισμένοι, σε κακά χάλια, και το απαραίτητο ξύλο που έπεφτε, εγγεγραμμένο στη λογική της «διαπαιδαγώγησης», ήταν περισσότερο για τα σχισμένα ρούχα, παρά για τον καβγά. Άλλωστε, τα ρούχα –ακριβά τότε- ήταν που είχαν σημασία. Οι καβγάδες, ε, όσο να πεις, παιδιά είναι, και θα μαλώσουν και θα αρπαχτούν και ξύλο θα παίξουν…
* * *
Άνοιξη ήτανε… Μεγάλη Βδομάδα. Χωρίς σχολικές υποχρεώσεις, η πιτσιρικάδα ξεχυνόταν στη γειτονιά να δώσει διέξοδο στην ασυγκράτητη νιότη… Γέμιζαν οι αλάνες, γέμιζαν τα πάρκα, γέμιζαν οι όχθες του Πηνειού από παιδιά, παρά το ξύλο που έτρωγαν για να μην πλησιάζουν το «θεριό» που είχε φάει τόσα νιάτα
Μεγάλη Πέμπτη έγινε το κακό… Λες κιʼ αυτή η μέρα έχει γεννηθεί για το κακό. Στο ποτάμι ο «Γατένιος» έμπλεξε με κάτι μεγαλύτερους που τον κόλλησαν άσχημα. «Άμα είσαι μάγκας πέσε μέσα ρε να κολυμπήσεις… Αλλά φοβάσαι…»
Έπεσε… Έβγαλε τα ρούχα και έπεσε. Μέσα στον Πηνειό, με τις ατέλειωτες ρουφήχτρες, τα σπασμένα κλαδιά των δένδρων, τα πεταμένα λάστιχα των αυτοκινήτων και άλλα σκουπίδια που βρώμιζαν το ποτάμι… Δεν θυμάμαι πια αν ζαλίστηκα κοιτώντας τις ρουφήχτρες ή το φάρο από το περιπολικό της Αστυνομίας που ήλθε για να επιληφθεί του συμβάντος. Όλα ήταν ζάλη, φωνές, κλάματα και τρομαγμένα πρόσωπα…
Πέρασαν τόσα χρόνια… Το ποτάμι εξακολουθεί να κυλάει ήρεμο, ατάραχο σχηματίζοντας πάντοτε ρουφήχτρες… Οι Μεγάλες Πέμπτες έρχονται και φεύγουν, οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα, η παλιοπαρέα του Στέλιου σκόρπισε, οι πιο πολλοί δεν μένουν πια στη γειτονιά.
Μεγάλη Πέμπτη έρχεται και πάλι… Τη μέρα αυτή γυρίζω πάντοτε τα μάτια προς το ποτάμι. Σα να θέλω ασυναίσθητα να συναντήσω τον αρχηγό…
Διάλειμμα στη θλίψη…
Το μικρό αυτοκίνητο έφτασε αγκομαχώντας στην κορυφή του λόφου και έστριψε προς το χωριό. Ήταν Σάββατο, κόντευε να μεσημεριάσει και το χωριό ήταν έρημο, όπως συμβαίνει στα περισσότερα θεσσαλικά καμποχώρια. Λιγοστοί άνδρες στην πλατεία, μια ηλικιωμένη γυναίκα που μάζευε τομάτες απʼ το μπαξέ και μερικά παιδιά που έτρεχαν με τα ποδήλατα. Η ζωή συνεχιζόταν όμοια με κάθε μέρα, με ρυθμούς αργούς, νωχελικούς και ο ήλιος του κατακαλόκαιρου δεν λυπόταν τους ανθρώπους.
Η Αθηνά σταμάτησε στην πλατεία, κατέβασε το τζάμι και ρώτησε τους άνδρες.
-«Για το ξωκλήσι της Αγίας; Όλο ευθεία», της είπαν εκείνοι. «Θα βρεις ένα χωματόδρομο προς το βουνό, κάνα δυο χιλιόμετρα δρόμος και θα φτάσεις… «
Οι άνδρες κοιτούσαν το αμάξι να απομακρύνεται με ένα βλέμμα που έκρυβε συμπόνια. Χρόνια τώρα η ίδια πάντα ιστορία. Ξένα αυτοκίνητα εμφανίζονται στο χωριό και οι επισκέπτες κάνουν πάντα την ίδια ερώτηση, για το ξωκλήσι της Αγίας, της θαυματουργής. Οι άνδρες καταλαβαίνουν… Πονεμένος κόσμος που έρχεται να κάνει το τάμα του. Δεν κάνουν σχόλια, παρά συνεχίζουν να παίζουν την πρέφα τους.
Μόλις βρήκε το χωματόδρομο η Αθηνά έστριψε. «Από δω πρέπει νάναι, είπε στην Εύη, την παιδική της φίλη, που καθόταν δίπλα της και εκείνη συμφώνησε κοιτώντας μπροστά, αφηρημένη: «Ναι, μάλλον από δω θάναι…» απάντησε ανόρεχτα.
Είναι καιρός τώρα που είναι αφηρημένη. Από τότε που έπεσε η αρρώστια στο σπίτι, δεν έχει μυαλό για τίποτε άλλο. Όλα γυρίζουν γύρω απʼ αυτήν και όλα είναι μαύρα, σα να σκοτείνιασε ξαφνικά ο κόσμος. Το χαμόγελο κόπηκε, η όρεξη για ζωή σταμάτησε, άσχημες σκέψεις και ένα συνεχές αίσθημα πνιγμού στο λαιμό. Και δάκρυα, πολλά δάκρυα μπροστά στις εικόνες, μια διαρκής συνομιλία με το Θεό που τα χρόνια τα ξένοιαστα, τα ευτυχισμένα είχε παραμελήσει…
Μπαίνοντας στο μικρό ξωκλήσι ένιωσε αμέσως τη μυρουδιά της μούχλας και της υγρασίας ανάμεικτη μʼ αυτή του θυμιάματος. Ήταν ένα ξωκλήσι γνήσια ελληνικό. Με γυμνούς άσπρους τοίχους, λιγοστές φτηνές εικόνες, και μερικά πολυκαιρισμένα και ξεχαρβαλωμένα στασίδια που περιμένουν καρτερικά τους διαβάτες. Στη μέση, η εικόνα της Αγίας. Μια εικόνα παλιά, που δεν φαινόταν πια από τα χρυσά και ασημένια αφιερώματα, όλα βαλμένα εκεί από το χέρι ανθρώπων που πόνεσαν, που ήλπισαν, που πίστεψαν, που γιατρεύτηκαν…
Αχ, να γινόταν ένα θαύμα… Και να τέλειωναν όλα εδώ… Να ξυπνούσε λέει σαν από εφιάλτη και να μην υπήρχε τίποτε. Μήτε η αρρώστια του άνδρα της, μήτε οι γιατροί, μήτε τα νοσοκομεία, τίποτε, τίποτε απʼ όλα αυτά, να έσβηναν μεμιάς, σαν να μην υπήρξαν ποτέ… Και θα τον έπαιρνε να φύγουν για ένα ταξίδι, όπως τότε που ήταν νιόπαντροι, στην Πάτμο… Να γυρνάνε μέσα στα βυζαντινά σοκάκια και να χαζεύουν τις ολάνθιστες αυλές με τις βοκαμβύλιες δίπλα στα γαλάζια παράθυρα. Και τα βράδια να τριγυρνούν χέρι- χέρι στην παραλία, να χαζεύουν το πλήθος των τουριστών σαν περιμένει αγχωμένο το καράβι και να γελούν…
Πώς άφησε τόσο καιρό να πάει χαμένος; Τα καλοκαίρια περνούσαν συνήθως μέσα στη γνωστή μιζέρια. Δουλειές, δουλειές, δουλειές, λίγες μέρες για άδεια και αυτές μέσα στο άγχος, να κλείσεις δωμάτιο σε πολυτελές ξενοδοχείο, να βολέψεις τα παιδιά και να προσπαθείς απεγνωσμένα μέσα σε ένα πενταήμερο να ξαναβρείς τον άνθρωπο που κάποτε ερωτεύθηκες και σʼ ερωτεύθηκε, να καθίσετε μαζί και να αρχίσετε και πάλι να μιλάτε και να κάνετε όνειρα…
Μετά, ήλθε η αρρώστια… Αυτή που κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται με τι πραγματικά έπρεπε να ασχοληθούν και δεν ασχολήθηκαν. Η πικρή ώρα του απολογισμού που σου φανερώνει μεμιάς πόσο λάθος πήρες τη ζωή, πόση αξία έδωσες σε πράγματα που δεν άξιζαν τον κόπο…
Είδε δίπλα της την Αθηνά να ανάβει κερί, μετά να ρίχνει λάδι στα καντήλια. Εκείνη, συνέχισε να μένει πάντα ακίνητη, πάντα σιωπηλή μπροστά στην εικόνα. Σε μια ακόμη συνομιλία με το Θεό.
Έκανε τρεις μετάνοιες, φίλησε την εικόνα και βγήκε έξω. Από το βουνό κατέβαινε δροσερό, ευεργετικό το αγέρι και την ανακούφισε. Φόρεσε τα γυαλιά για να κρύψει τα μάτια που για ακόμη μια φορά έμεναν βουρκωμένα. Η Αθηνά, πάντα διακριτική έκανε πως δεν την είδε.
-Πάμε, της είπε μονάχα και εκείνη συμφώνησε. Για μια ακόμη φορά ένιωσε την ελπίδα να την κυριεύει, ένιωσε πιο δυνατή. Ξέρει πως στο τέλος οι μαύρες σκέψεις θα κυριαρχήσουν και πάλι στο μυαλό της, αλλά έμαθε πια και της αρκεί και αυτό το μικρό διάλειμμα από τη θλίψη.
Κατεβαίνοντας προς τον κάμπο, ένιωθε καλύτερα.
-«Ξέρεις, είπε στην Αθηνά, σκέφτομαι να πάρω τον Αντώνη και να πάμε μερικές μέρες στην Πάτμο»…
Σύγχρονοι «άθλιοι»…
Τον έπαιρναν στο κατόπι τα παιδιά της γειτονιάς το «Γώγο». Και ήταν ένα θέαμα κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα τώρα που το αξιολογώ με την κρίση του μεγάλου. Κωμικό, γιατί ο Γώγος ήταν ένας γίγαντας στα 20 του χρόνια που τον κυνηγούσαν μια σταλιά νιάνιαρα του δημοτικού, προσφέροντας έτσι ένα θέαμα αστείο, που δεν δικαιολογούταν. Κανονικά, θα έπρεπε να σηκώσει τις χερούκλες του και να αρχίσει να τους μοιράζει σφαλιάρες, στέλνοντάς τα παλιόπαιδα κλαμένα στις μανάδες τους. Το θέαμα ήταν όμως και τραγικό, γιατί ο Γώγος ήταν ένα παιδί με διανοητική καθυστέρηση. Σε κοιτούσε με ένα βλέμμα αγαθό, γεμάτο απορία και φόβο. Άκακος, πράος, δίχως μνήμη και κρίση, το παιδί ήταν έρμαιο στις ορέξεις και στις κοροϊδίες των πιτσιρικάδων της γειτονιάς οι οποίοι, υπακούοντας στη φύση του ζώου που οι άνθρωποι κρύβουμε μέσα μας, επιτίθονταν στο άλλο «ζώο» που το ένιωθαν αδύναμο.
Η διανοητική καθυστέρηση που παρουσίαζε ο Γώγος, είχε δημιουργήσει μέσα του μια έμμονη ιδέα: ότι θα τον πάρουν…φαντάρο. Και τα αδυσώπητα τσογλανάκια, όλοι εμείς δηλαδή η υποτιθέμενη «υγιής» μαρίδα της γειτονιάς, βρήκαμε το κουμπί του. Τον περικυκλώναμε τις λίγες φορές που έβγαινε από το σπίτι και αρχίζαμε να φωνάζουμε:
-Γώγο θα πας φανταάρος… Γώγο θα πας φαντάααρος…
Τον θυμάμαι σαν τώρα, να κλείνει με τα χέρια του τα μάτια, σαν τη στρουθοκάμηλο να μην μας βλέπει και να στέκεται ακίνητος στη γωνιά του δρόμου πότε κλαίγοντας, πότε εκλιπαρώντας:
-Όχι… Δε θέλωωωω…
Δεν θέλει και πολύ μυαλό να καταλάβεις τώρα γιατί τρελαινόταν το παιδί στη σκέψη μιας ενδεχόμενης στράτευσης. Ήταν ο φόβος της απομάκρυνσης του, του αποχωρισμού από μια ηλικιωμένη θεία του, το μοναδικό άνθρωπο που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του και που, παρά τα γεράματα της, του παρείχε κάποια προστασία, τον έπλενε, τον τάιζε, τον φρόντιζε. Ζούσαν οι δυο τους σε ένα χαμόσπιτο κάτω απʼ το Φρούριο, άγνωστο κάτω από ποιες συνθήκες. Ποιος να νοιαστεί τότε… Άμα είχες το πρόβλημα και ήσουν και φτωχός, καλύτερα να έψαχνες για Καιάδα…
Η ίδια ιστορία επαναλαμβανόταν με κάμποσους ανθρώπους στη γειτονιά. Ήταν ας πούμε ο Σάκης. Παλικάρι στα 30 του, πανέμορφο παιδί, ίδιος ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι που «έσκιζε» τότε, στα σινεμά της εποχής. Σχιζοφρενής, σαλεμένο μυαλό. Μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, τον άφηναν ελεύθερο πού και πού, και τότε εμφανιζόταν στη γειτονιά. Αυτόν τουλάχιστον κανένας δεν τολμούσε να τον πειράξει. Από τότε που έπιασε έναν πιτσιρικά από το λαιμό για να τον πνίξει, όλοι μαζεύτηκαν. Οι γονείς έδιναν αυστηρές εντολές στα βλαστάρια τους :
«Άμα δείτε το Σάκη να φεύγετε… Είδατε τι θα πάθαινε παραλίγο ο Παναγιωτάκης…»
Χάθηκε και ο Σάκης…. Κουράστηκε η οικογένεια του να τον προσέχει, ποιος να διαχειριστεί τις κρίσεις αμόκ που τον έπιαναν κάθε τόσο, ήλθε μια μέρα το τζιπ της Αστυνομίας, φασαρία, κακό, τον μάζεψαν και μήτε τον ξανάδε κανείς.
Ήταν ακόμη ο Κοσμάς. Γέρος, μελαχρινός, καμπούρης με άσπρα γένια. Ελεεινός και τρισάθλιος, τον καταλάβαινες από μακριά από το θόρυβο που έκανε το ψεύτικο, ξύλινο, ποδάρι του σαν το ʼσερνε στο πεζοδρόμιο. Ζητιάνευε για να ζήσει και κάποιοι έλεγαν ότι έλεγαν ότι «αυτός ο γερο- τσιγκούνης είχε καλό κομπόδεμα». Μια μέρα εκεί που παίζαμε και αυτός καθόταν στην αυλή της παλιάς μονοκατοικίας όπου έμενε, μας φώναξε:
-Ρε καλόπαιδα, θα σας πω κάτι. Δεν θα με μαρτυρήσετε και θα σας δώκω από ʼνα τάλιρο…
Τι ζητούσε ο φουκαράς αν το σκεφθείς; Να αγκαλιάσει γυναικεία σάρκα ήθελε, γιατί η ψυχή του ανθρώπου, ακόμη κιʼ αν είναι γέρος και φτωχός, πάντα θα λαχταράει…
Πήγαμε στη Ρούλα, που δούλευε στα «σπίτια» και έμενε στη γειτονιά. Το και το, της είπαμε…
-Βρε αει να μου χαθεί ο γερο – σακάτης που μου θέλει και έρωτες. Και σας τι σας έστειλε για προξενητάδες;
Μας έδιωξε η Ρούλα με φωνές, πρόλαβε να μας δώσει και μερικές ξεγυρισμένες στην πλάτη, την ώρα που εμείς το βάζαμε στα πόδια…
Ήταν και άλλοι, δεν τους θυμάμαι πια, στην ίδια κατηγορία… Που εμφανίζονταν στη γειτονιά και εισέπρατταν τις «φιλοφρονήσεις» των παιδιών, υπό την ανοχή –αν όχι και επιδοκιμασία- των γονέων τους που… έκαναν γούστο με το θέαμα. Μια κοινωνία βάρβαρη ακόμη στα ήθη, σχεδόν πρωτόγονη, που έβλεπε τα παιδιά της να «επιβεβαιώνουν» τη σωματική και ψυχική τους … «υγεία», βασανίζοντας όλους αυτούς τους σύγχρονους «άθλιους».
Να πω ότι νιώθω εκ των υστέρων τύψεις, τι ωφελεί; Αυτοί οι άνθρωποι έζησαν μια ζωή – κόλαση, σε μια κοινωνία που ήταν φτιαγμένη μόνο για γερούς και αρτιμελείς, μέσα σε οικογένειες που υπέφεραν τα πάνδεινα από τον κοινωνικό στιγματισμό, λες και έφταιγαν. Πέρασαν τη ζωή τους σε ένα Κράτος που δεν μπορούσε τότε καν να αντιληφθεί ότι ήταν άρρωστοι άνθρωποι που είχαν ανάγκη στοργής και φροντίδας. Σε ένα Κράτος που τους έκλεινε, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο προβληματισμό, σε άσυλα που με ανθρώπινους σκουπιδοτενεκέδες περισσότερο έμοιαζαν.
Αν είχαν την τύχη να ζουν σήμερα, σε μια κοινωνία με μεγάλες πια ευαισθησίες, θα χαρακτηρίζονταν ΑμΕΑ (των οποίων χτες γιορτάσαμε την Παγκόσμια Ημέρα) και θα είχαν μια καλύτερη τύχη.
Αλλά …δεν είχαν τύχη. Έζησαν σε άλλες εποχές, πιο δύσκολες, έζησαν στους καιρούς της προκατάληψης.
Σήμερα, που τα χρόνια περάσανε, δεν ξέρω τι απέγιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ για όλα αυτά τα παιδιά του «κατώτερου Θεού» σαν το «Γώγο» είναι να ισχύσει και στην περίπτωσή τους αυτό που Εκείνος διακήρυξε:
«Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην…»
Ο Αλέξης Καλέσης γεννήθηκε στη Λάρισα όπου και διαμένει μόνιμα.
Είναι καθηγητής γαλλικής γλώσσας και φιλολογίας με διδακτορικό στον τομέα της Συγκριτικής Γραμματολογίας.
Εργάστηκε για δέκα και πλέον χρόνια επαγγελματικά ως δημοσιογράφος στην καθημερινή εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας, όπου συνεχίζει να αρθρογραφεί διατηρώντας τη στήλη του Χρονογραφήματος και στη Βʼθμια Εκπαίδευση ως καθηγητής γαλλικής γλώσσας.
Σήμερα είναι υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου της Νομαρχίας Λάρισας και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ελληνική Νομαρχία» που εκδίδει η Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας (ΕΝΑΕ).
Έχει λάβει μέρος σε λογοτεχνικά συνέδρια ως εισηγητής και έχει δημοσιεύσει σημαντικό αριθμό επιστημονικών εργασιών στην ελλάδα και το εξωτερικό. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα αναφέρονται στους κλάδους της Συγκριτικής Γραμματολογίας, της Πολιτισμικής Εικονολογίας, της Συγκριτικής Στερεοτυπολογίας και της Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας.










Μου ομορφήνατε το Σάββατο κύριε Καλέση.
Αγαπητέ κ. Καλέση, Καλησπέρα. Από το ¨Σχόλιο
της Δευτέρας¨στην εφημερίδα ¨Ελευθερία¨ σας
γνώρισα. Ο μεστός και γλαφυρός λόγος σας πάντα συντονισμένος και επίκαιρος, με συναρπάζει κάθε φορά που σας διαβάζω. Σας
αναζήτησα στο internet και εκεί στην πλούσια και
συντονισμένη ιστοσελίδα σας ,απόλαυσα ένα ¨θησαυρό¨κειμένων, απόκτημα, για κάθε συλλέκτη γραπτού καλού λόγου. Η ¨πένα¨ σας
απλή και ουσιώδης δεν κουράζει τον αναγνώστη,
μάλλον θα έλεγα τον ξεκουράζει. Συνεχίστε να
γράφετε. Και έδώ στο Βόλο έχετε φίλους.
Βασίλης Παλαμηδάς- vpalamidas@tellas.gr
Εργώδης και δημιουργική η πορεία σου, φίλε Αλέξη!! Καλή συνέχεια!!!
Υπαρχει καποιο βιβλιο που εχετε γραψει?αν ναι παρακαλαω να μου το πειτε.εισαστε ουσιαστικος και απλος.σπανια περιγραφικος και διδακτικος.σ ευχαριστω πολυ..
Εξαιρετικά , ευαίσθητα μικροδιηγηματα!
ΥΓ Ο λίβας κατεβαίνει απʼ το Μεζούρλο
Για ποιον φαντάρο κτυπάει το ταμπούρλο
όταν ο λίβας κατεβαίνει απʼ το Μεζούρλο
σκοπιά γερμανικό, 2 με 4,στρατόπεδο Μπουγά
οι άλλοι με παγούρι και πετσέτα για φωτιά
πολεμούσαν στις χαράδρες του όρους των θεών
του Ολύμπου τρεις μέρες καύσωνας καταστροφών
314 το όνομα του Συνεργείου Τεχνικού
εκατό φορές της σταθεράς του κύκλου αυτού
[…]
Άλλες φορές με Steyer στο Συκουριο
να φυλαμε οπλισμό μʼ άνεμο ούριο
ο λόφος πρόσφερε δροσιά
καθώς στην πύλη εφύλαγα σκοπιά
…………………………………………….
Τρεις μήνες θα άντεξα στην Λάρισα
τρεις φορές εξόδου δεν την …λαχτάρησα
ως απόμαχος πήγα Θεσσαλονίκη
επέστρεψα μετόπισθεν ελάσσων η νίκη.
[…]
03.05.2016
http://www.poiein.gr/archives/33186/index.html#comments