
[ΑΣΜΑ 1]
Ένα αγόρι στο σκοτάδι
κάθεται και κλαίει.
Μαύρο χάδι στα μαλλιά του
ήσυχα του λέει:
μην το αίμα βιάζεσαι
να φύγεις απ’ τη γλώσσα·
στόμα κοινό: κόκαλο,
δύο σειρές δόντια·
κι αργός
επίμονος συλλαβισμός
όταν μαθαίνεις λέξεις, όπως
«έρεβος», «νεκρός».
[ΑΣΜΑ 2]
«[…] κι αυτός που δε θα εργαστεί, δε θα φάει·»
στάθηκε τότε η φωνή του: στήθος σκοτάδι τρίζοντας
και πάσχοντας ανάσα.
Σήκωσα βλέμμα στη μορφή του: προς τα πάνω κυρτές
μαύρες γραμμές το μέτωπο να ματώνει
και γκρεμισμένα μάτια του στην μέσα ακινησία
γαλάζια, κόκκινα άπλωναν μερίσματα της φλέβας:
[μία λεπτή κόψη φωτός, που κατεργάστηκε ο χώρος·]
βραχνός έρημος ψίθυρος άνοιγε τώρα ο λόγος:
«και μόνο αυτός που έκαψε τα χέρια του στην πέτρα,
θ’ αξιωθεί το άγγιγμά του
και μόνο αυτός που μαύρους έδρεψε καρπούς το δέντρο
της ζωής του,
θα σπείρει κήπους. Αυτός που δε θα εργαστεί, δε θα φάει·
αλλά αυτός που θα εργαστεί, θα γεννήσει τον ίδιο του
τον πατέρα.»
[ΑΣΜΑ 3]
Έκτοτε η πόρτα υπηρετεί το νόημα της νυκτός·
κι όταν απότομα στον διάδρομο τα βήματα σιγούν,
φυσά μέσα απʼ το ξύλο της αέρας σκοτεινός.
[Σπεύδει ένας σφυγμός χτυπήματα στη μνήμη
κι ό,τι ρυτίδα του λευκού με παρουσία μοιάζει.]
Ρωτάς τι πλάσμα προσποιείται πέτρα.
Εδώ πρέπει το χέρι: με δάχτυλα κλεισμένα·
καθώς σηκώνεις το κερί, βαριά
τη φλόγα του στα σχήματα να ρίξει
και ν’ αποδώσει με σιωπή τον χώρο.
Βαθιά στον ύπνο στενάζει τρομαγμένη η ψυχή.
Βαθιά ο άνθρωπος σε κόκκινο σκοτάδι:
σκληρό και δίχως είδωλο παράδειγμα της ύλης.
[ΑΣΜΑ 4]
Αποβραδίς έπαιρνε πυρετός
έκαιγε πυρετός
λευκά τα μάτια σου
κι ένα κομμάτι στόμα
ανέπνεε ως το αίμα τα δόντια.
[Κι ακόμη: το χέρι
να σέρνει όση του δύναμη, να ψαύει
ό,τι του ξύλου έκταση
κι επιστροφή την ίδια κίνηση τη μία να υποφέρει.]
Κι ήταν το σώμα σου παιδί:
πέτρα που ξέχωσε με νύχια η βροχή
και ρίζα ερπετό την σκέπει˙ χώμα σιωπή
σκεφτόμουν και τους δρόμους
που σκάβει το σκουλήκι μες στον άνθρωπο.
[ΑΣΜΑ 5]
«Κανείς» ό,τι φωνή προσπάθησα˙
και βάδισα αργά τα βήματα
ως την προσκέφαλη όψη, όπου
πλατύ σκοτάδι του μετώπου
και μαύρες κάθετες γραμμές
κομματιασμένο στόμα.
Κάποτε πέτρα σκοτεινή
το φως μες στο νερό υπήρξε˙
[κι η λεπίδα αίμα φέγγει
την πληγή καταφυγή της]
κι όπως το χέρι σήκωσα
μια πέτρα δάχτυλα κλεισμένα,
σαν κάτι εντός σου άνοιξε μάτια
και γύρω του είδε στοχαστικά
μαύρη λευκή να κρέμεται
–από σκληρή κλωστή–
μια αράχνη φωτιά.
[ΑΣΜΑ 6]
Μα εκείνη η κακοραμμένη πληγή που υποδυόταν με μανία το στόμα σου, ανοίγοντας κάθε που τέντωνα απʼ την πόρτα τον λαιμό για να σε δω καλύτερα, σπαράσσοντας και χτυπώντας τη γλώσσα ως την άναρθρη κραυγή της, στέκεται ένα βήμα πίσω μου τώρα: κεφάλι μαύρης αντρικής φιγούρας που γέρνει προς το τζάμι αργά και ψιθυρίζει: σκοτείνιασες˙ γιατί; Σκέφτομαι ένα κόκκινο δέρμα στο χέρι. Έξω: μια πέτρα αυλή μιλάει με δέντρα εκτυφλωτικά την τιμωρία˙ κι ένα ξεδοντιασμένο στόμα δεν έχει δικαίωμα να κραυγάσει την πάσα αλήθεια;
[ΑΣΜΑ 7]
Ποιαν έρημο, πατέρα, υπάρχεις τώρα εντός μου;
Ό,τι πληγή: σκοτάδι αίμα παύει στο άνοιγμά της
και βαθιά της: ξεσπάζει μια νύχτα βοή.
Δεν βλέπω ρίζα: το μαύρο δέρμα ερπετού
που κατορθώνει έναν κορμό κόκκινα φύλλα,
μάτια πουλιά και νύχια· ένα κομμένο χέρι φως
σφύζει ρωγμή την κάθετη εκφορά του
κι από τα δάχτυλά του δείχνει πώς
ψαύει την πέτρα μια αράχνη φωτιά:
ό,τι κινεί φρικτά το μέσα σχήμα του Θεού.
Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Του ιδίου: Πλάσματα της νύχτας, Εκδόσεις Δωδώνη, 2001 • Γκέοργκ Τρακλ: Το Όνειρο του Κακού, Εκδόσεις Ερατώ, 2005 • Δ, Εκδόσεις Ερατώ, 2006 • Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ο Βίος της Μαρίας, Εκδόσεις Ερατώ, 2006.










Νεκροτομείο…
ο ιατροδικαστής περιγράφει φωναχτά τις ενέργειες και τα ευρήματα , προς απομαγνητοφώνηση.
Εμμονές , παρατηρητικότητα , σύμβολα
και πάνω από όλα έκθεση ανεπιτήδευτη.
…και ρυθμός , εν κρυπτώ , θριαμβεύει
Το Μιχάλη τον ξέρω για τις μεταφράσεις του και για την μετριοφροσύνη του ( όσες φορές συναντηθήκαμε ) . Αυτή η διάσταση της δημιουργικότητάς του με εξέπληξε.
Έκτοτε η πόρτα υπηρετεί το νόημα της νυκτός·
κι όταν απότομα στον διάδρομο τα βήματα σιγούν,
φυσά μέσα απʼ το ξύλο της αέρας σκοτεινός.
Αυτό έχει κάτι από Πόε, κι άνετα θα το έβαζα ως μότο και θα το συνέχιζα. Μπορεί να το κάνω κάποτε, έχει κιόλας μέσα του ανείπωτες ιστορίες που υπαινίσσεται.
Τα υπόλοιπα: ένας παράξενος κόσμος, ο κόσμος του Μιχάλη, τόσο διαφορετικός από τον δικό μου, αλλά και ολοένα πιο οικείος, καθώς κατέρχομαι στα βάθη του, κάθε φορά με όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αγωνία, να δω ποιά λεκτική ακροβασία θα μας δώσει, ποιό κόσμο ανείπωτο θα φανερώσει, ποιά νέα όρια του λόγου θα υπερβεί.
Όσο αγαπώ εγώ την καθαρότητα του νοήματος, τόσο ο Μιχάλης βρίσκεται στους αντίποδες. Αλλά μήπως τελικά οι αντίποδες δεν είναι παρά η άλλη όψη του καθρέφτη, εκείνου του καθρέφτη που μέσα του περνάμε για να κάνουμε το άλμα προς την ονειροχώρα της ποίησης;
Εικόνες. Εικόνες παραμορφωμένες αλλά καθαρές. Μια δύσκολη γραφή με έντονα διαπεραστικό βλέμμα. Ερωτήματα που ταυτόχρονα απαντώνται και που όλες οι απαντήσεις εμπεριέχουν το στοιχείο της έκπληξης. Πρόκειται για γραφή σε πρώτη ματιά δυσκολονόητη αλλά και τόσο απλή όταν ο αναγνώστης ταυτιστεί με το κείμενο του αφηγητή και κατανοήσει το ρυθμό του.
Εύχομαι στον κ. Παπαντωνόπουλο το καλύτερο στο δύσκολο δρόμο που διάλεξε.
Από τους τυχερούς που διάβασαν τη δουλειά του Παπαντωνόπουλου σε Ρίλκε και Τρακλ. Μεταφραστικό ήθος από τα σπάνια. Χαίρομαι τώρα που διαβάζω στίχους του πρωτότυπους και μπαίνω στη διαδικασία αναζήτησης και του βιβλίου του από τη Δωδώνη. Μιχάλη, και εις άλλα με υγείαν…
Βολκώφ
ο Βολκώφ, αξιολογότατος ποιητής, μεσα από
πόνο πολύ περνάει η ποίησή του, γιαυτό σε δια-
περνά το ρίγος της