
Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα της Πέμπτης , στο μικρό γραφείο του κυρ Αντώνη του εργολάβου , με τα χέρια ακουμπισμένα στο γραφείο , ο επιβλέπων μηχανικός και ο ίδιος ο εργολάβος εξετάζανε μια πλάγια όψη και συζητάγανε .
« Δεν το καλουπώσανε σωστά τα παιδιά …» , είπε χτυπώντας το μολύβι στο σχέδιο ο μηχανικός
« Δηλαδή ρε Γιώργη τώρα δεν διορθώνεται …. ;;;» , απάντησε με ερώτηση ο κυρ Αντώνης …
« ʽΌχι , θα πρέπει να ξηλώσουμε το πρόβολο και να καλουπώσουμε από την αρχή »
Επέμεινε ο Γιώργης που ήταν βέβαιος ότι είχε ερμηνεύσει σωστά τα σχέδια του γραφείου .
Επί πτυχίω ήταν στο Μετσόβιο και τον έστελναν να επιβλέπει τις κατασκευές , χάρη τούκαναν που ο πατέρας του τους έκρυβε στο σπίτι του δυό μήνες κάποιο Δεκέμβρη και ας ήταν Φιλελεύθερος .
«Δε γίνονται τέτοια πράγματα ρε Γιώργη … δε σηκώνει άλλη καθυστέρηση , τα διαμερίσματα τάχουμε πουλήσει και τα γραμμάτια τρέχουν …. Σε μια βδομάδα πρέπει νάχουμε τελειώσει με τα μπετά …»
Σιωπή , εκνευρισμός διάχυτος , τον έπλαθες με το μυστρί.
«Όμως κυρ Αντώνη μου ο πρόβολος..»
« … και ποιος ακούει ρε Γιώργη τους άλλους ;;; … στη δουλειά αυτή έχουν βάλει σχεδόν όλα τα λεφτά … εγώ , όπως ξέρεις , με ένα μικρό ποσοστό είμαι …
….. και το χρήμα πρέπει να κινείται … την άλλη βδομάδα κάνουμε συμβόλαια για την αντιπαροχή του Καλλύβα …. Τον Ιούλη πρέπει να ξεκινήσουμε και εκεί
…. Και τα παιδιά ρε Γιώργη πως θα τα πληρώσουμε με τέτοια έξοδα ;;;…. Πως θα τα βγάλουν πέρα ;;; …»
Ψιλοδαγκώθηκε και σταμάτησε ….. ο Γιώργης δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες , το Σαββατιάτικο μεροκάματο πήγαινε αλλού . Έτσι εξασφαλιζόταν σταθερή η απασχόληση.
Ο Γιώργης σαν να κατάλαβε ότι παιζόταν κάτι σημαντικό , πιο σοβαρό από τον εφελκυσμό που ασκούσε ο λάθος πρόβολος δεν απάντησε … Μέσα στο μυαλό του τρέχαν αλαμπρατσέτα στατικοί υπολογισμοί και η Ελένη του που θα τον περίμενε για το βραδινό σινεμαδάκι .
Μπήκαν μέσα ο Μήτσος ο επιστάτης και ο Ανέστης , ξεσκονίζοντας τα πόδια στο μικρό ψαθάκι ….
« Κυρ Αντώνη , τα παιδιά άλλαξαν και φεύγουν …. Φεύγω και εγώ …. Αύριο το πρωί πάλι …» είπε ο Ανέστης
«Τι θα χρειαστούμε αύριο …;;;» , ρώτησε ο κυρ Αντώνης
«Θα στα πει ο Μήτσος» , είπε ο Ανέστης και χαιρετώντας έφυγε
Ο εργολάβος , παλιά καραβάνα , κατάλαβε και γύρισε στο Γιώργη..
«Άντε και συ παλληκάρι μου και αύριο στις 7 στην οικοδομή ..»
Μόλις και ο Γιώργης έφυγε κουνώντας το κεφάλι ο Μήτσος αρχίνισε να αραδιάζει έναν από μνήμης κατάλογο υλικών για την επαύριο , ξερά σαν κουρασμένο πολυβόλο και ο εργολάβος σημείωνε σʼ ένα τεφτέρι . Συνηθισμένος σε γραφική δουλειά τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε πρόβλημα να ακολουθήσει το δαιμονιώδη ρυθμό του υποβολέα …
«Εντάξει … και ποιοι κάνανε μεροκάματο σήμερα …;;;;»
Ο Μήτσος έβγαλε ένα χαρτί και του το πάσσαρε .
«Του Γρηγόρη δεν τούβαλα σήμερα γιατί μούπε ότι το Σάββατο θα λείπει και θα πάει στο χωριό για το μνημόσυνο του πεθερού του ….. αντίγραφο κράτησα …. Και πούσαι …. Μου είπανε από πάνω να σου πω ότι είμαστε σε επαγρύπνηση ..»
Τούδειξε τις εφημερίδες στο γραφείο , την ΑΥΓΗ να μισοφαίνεται μέσα από τα ΝΕΑ
«Τα διαβάζεις και μόνο σου κυρ Αντώνη , βυσσοδομεί η αντίδραση και το παλάτι..»
Ο εργολάβος κάτι μουρμούρισε και γύρισε να πάρει το παλτό του , ένα μαντώ προπολεμικό που το φόραγε και στη Τράπεζα πριν τον απολύσουν και ο Μήτσος άνοιξε τη πόρτα και χάθηκε γρήγορα στα στενά .
Κλειδώνοντας το γραφείο ο εργολάβος γύρισε και είδε τη καμινάδα της Ηλεκτρικής να φουμάρει και να πνίγει τον ήλιο πούχε θρονιάσει πάνω της .
Περπάτησε μέχρι το τραινάκι , μέσα από τα δρομάκια της Δραπετσώνας , οι γλάστρες με τα γεράνια και οι ντενεκέδες με τους βασιλικούς τονε πήρανε στο κατόπι με τα χρώματα και τα αρώματά τους ανοιξιάτικα , αλλά αυτός μέχρι να φτάσει με το τραινάκι του Περάματος στο Πειραιά κλωθογύριζε στο μυαλό του τα τελευταία λόγια του Μήτσου
«Χάρη μου κάνουνε και με προειδοποιούνε ….» σκεφτόταν
Τούρχονταν ανάκατα στο μυαλό εικόνες , πώς οργανώθηκε προπολεμικά , πώς μπήκε στη Τράπεζα , Αλβανία , ήττα , ανασύνταξη , αντίσταση , Δεκέμβρης και εμφύλιος , ήττα , σύλληψη , στρατοδικείο , φυλακή με τη καταδίκη δαμόκλεια ,απόλυση από την τράπεζα με το Ζ ψήφισμα , δήλωση ,έφεση και μετατροπή σε ισόβια . Τους άλλους που τον βάλανε στη πάντα , για χρόνια. Απολυτήριο με τις χαριστικές διατάξεις το 53 , γάμος με τη ταλαιπωρημένη πρώην και αυτή συντρόφισσα , δουλειές του ποδαριού , παιδί . Τότε τον ξαναθυμήθηκαν , χρειαζόταν έμπειρος διαχειριστής , 20ο συνέδριο .
Η ζωή του περνούσε σε θραύσματα … . Το βαγόνι του ΗΣΑΠ φαινόταν να μένει ακίνητο και απόξω να κυλάει σπασμωδικά , άπιαστη , η ζωή του.
Ν.Φάληρο , ήττα , Μοσχάτο , ήττα , Καλλιθέα , ήττα , Πετράλωνα , κυριολεξία ,Θησείο , θυσία , Μοναστήριον , φυλακή , Ομόνοια , αστείο , Βικτώρια .. ειρωνεία .
Ανέβηκε με τα πόδια την Αλεξάνδρας που βυθιζόταν στο λυκόφως . Εκεί νοίκιαζε το δυαράκι για την οικογένεια. Σοβαρός χαιρέτισε το χαφιέ το θυρωρό και πήρε το ασανσέρ , σιχτιρίζοντας από μέσα του . Ο γιόκας του διάβαζε για το γυμνάσιο και η μάνα στη κουζίνα σιγοτραγούδαγε Αττίκ .
« Να σου βάλω το φαί σου Αντώνη μου ;;;»
«Ναι , τι θα φάει για βράδυ το παιδί..;;»
Η νύχτα έπεφτε ήσυχα και αργότερα άκουσαν και οι τρείς στο ραδιόφωνο το βραδυνό κοντσέρτο …. Η χαρακτηριστική φωνή της Αθηνάς Σπανούδη υπνωτική στη μουσικολογική εισαγωγή ….. οι άλλοι πήγαν για ύπνο και αυτός , σε επαγρύπνηση , κάπνιζε το τσιγάρο του και απολάμβανε το βερμουτάκι του .
Τα βογγητά των μηχανών και τα κροταλίσματα των ερπυστριών τον ξεσηκώσανε δυόμιση ώρα ….. τη ξύπνησε προσπαθώντας να μη τη τρομοκρατήσει , ο μικρός κοιμόταν ήσυχος . Εκείνη έτρεξε στο παιδικό κρεβάτι και χάιδευε το παιδί λες και θα τόβλεπε για τελευταία φορά . Εκείνος , βρίζωντας ασύστολα μέσα του κόμματα , ηγεσίες , επαγρυπνήσεις , συνωμοτικότητες , προσπαθούσε να φανεί ψύχραιμος και να σκεφτεί . Μέρος να κρυφτεί … βασικά χρειώδη …. λεφτά …. Εκείνη δε θα τη πείραζαν … μισότρελλη γύρισε από τις «διακοπές» στο νησί….
Ο μικρός ξύπνησε και κάρφωσε τα μάτια του στις γρίλλιες , από κάτω τραγούδαγαν οι ευέλπιδες , πυροβολώντας στον αέρα σποραδικά για εκφοβισμό ….
Εκείνη με τους πρώτους πυροβολισμούς , παράτησε το μπογαλάκι της που ετοίμαζε μηχανικά για την κατά φαντασίαν της αναμενόμενη Μακρόνησο και έτρεξε πάλι στο παιδικό κρεβάτι και μετά αλαλιασμένη , αλλά πάντα σιωπηλή , στο παράθυρο να μαζέψει το μικρό που με τα μάτια κολλημένα στη γρίλλια ανάσαινε γρήγορα..
Στο ραδιόφωνο σιωπή …. Τα τηλέφωνα κομμένα ….
Λίγο αργότερα εμβατήρια …. στο ραδιόφωνο.
Προσπαθούσαν να συνεννοηθούν με μισόλογα , γιατί ο μικρός δεν πήγαινε πάλι για ύπνο
« …. Στου Αλέκου ;;;;» …. «μπά ….. τον ξέρουν» …. «στου Λευτέρη …. ;;» «όχι δεν θέλω να τον εκθέσω..» …. « Στο Γιάννη ….» …..» τούχεις αυτουνού εμπιστοσύνη ;;;» …..
Εκείνη , μέσα στη φαντασίωση του αλτρουισμού της που τη ζούσε ολόψυχα , επέμεινε
« …Μα εκείνοι δεν σου δώσανε σύνδεσμο ;;;» …. Ο μικρός πετάχτηκε … «Τι σύνδεσμο» …..
και εκείνος για μοναδική φορά ξέσπασε
«… χρονικό γαμώ τη Παναγία μου …» ….
Έτσι λούφαξε οριστικά η περιέργεια του παιδιού και η λαχτάρα της άλλης .
Απέμειναν περιμένωντας και ο μικρός κατά τις πέντε ξανακοιμήθηκε με το κεφάλι απιθωμένο στα πόδια της. Εκείνη τον χάιδευε απαλά και σιγοτραγούδαγε Αττίκ.
Ο κυρ Αντώνης κάπνιζε το ένα μετά το άλλο τα καρέλια του και σκεφτόταν.
Τίποτα δεν έγινε , ο μικρός βέβαια δεν πήγε σχολείο , αλλά επειδή τα πράγματα είχαν ηρεμήσει τον έστειλε δίπλα να πάρει τσιγάρα …το περίπτερο του Σταύρου κλειστό…Στο ραδιόφωνο τα γνωστά πια εμβατήρια και οι πρώτες ανακοινώσεις … Και από τα διπλανά διαμερίσματα άρχισαν σιγά σιγά να κινούνται , να ρωτούν , να κυκλοφορούν στους διαδρόμους . Ελάχιστοι , και ο θυρωρός , γνώριζαν το παρελθόν του κυρ Αντώνη … Φόβος ανάμεικτος με απορία και σε μερικές περιπτώσεις άγνοια . Μοιράζονταν τα διαθέσιμα αποθέματα τσιγάρων και διάφορα συστατικά για το μεσημεριανό.
Ο κατʼ ανάθεσιν εργολάβος σκεφτόταν …. Οι σταθμοί του μετρό περνούσαν μπροστά του σε μια τυχαία ανακατεμένη ακολουθία ….
Λόγω της απαγόρευσης δεν γινόταν λόγος να πάει στη δουλειά ….
Αλλά αυτός σκεφτόταν…..

Πέρασε η μέρα και ήρθε το βράδυ …. Από φήμες έμαθαν ότι μαζεύαν κόσμο στον Ιππόδρομο …. Αλλά η νύχτα , που τη φοβόταν , πέρασε χωρίς ενοχλήσεις , χωρίς προβλήματα.
Και το Σάββατο έμεινε σπίτι …. Τα περίπτερα άνοιξαν , ΑΥΓΗ δεν υπήρχε αλλά τσιγάρα βρήκαν..
Τα τηλέφωνα λειτουργούσαν και πήρε το Γιώργη .
Ήταν πολύ μαζεμένος …. Κανείς δεν είχε πάει στην οικοδομή …… Θα έβλεπαν από Δευτέρα , δεν τόλμησε να πάρει τηλέφωνο το Μήτσο , που ήταν και συνδικαλιστής . Αυτόν θα τον είχανε μαζέψει από τους πρώτους . Αλλά το μυαλό του δούλευε.
Μια σκέψη του τριβέλιζε το κεφάλι σα κομπρεσσέρ ….
Τη Δευτέρα το πρωί η ακολουθία των σταθμών ταξινομήθηκε αντίστροφα ….Πήγε στο γραφείο και από εκεί στην οικοδομή …. Από τη συντροφία δεν υπήρχε κανείς.
Μόνο ο Γιώργης και δύο παιδιά που δεν ήταν του σωματείου , νεαροί που τους χρησιμοποιούσαν εκτός Σαββάτου , όταν έπεφτε πολλή δουλειά.
Ο κυρ Αντώνης είχε πάρει τις οριστικές του αποφάσεις όταν τα έβλεπε προ ολίγου όλα αντίστροφα στον ΗΣΑΠ.
«Βαγγελάκη …. Ξέρεις κανένα μάστορα για τη δουλειά ;;;»
Ο Γιώργης τον παρατηρούσε έκπληκτος…..
Τις επόμενες μέρες συμπλήρωσε το συνεργείο και συνέχισε τα μπετά … ο Γιώργης μπήκε στο νόημα και επέβλεπε ευλαβικά . Καταστατικά , συμβόλαια , άδειες , λογαριασμοί , τιμολόγια ,γραμμάτια , όλα ήταν στο όνομά του . Η συνωμοτικότητα και το καμουφλάζ του είχαν προσφέρει απλόχερα όλα τα πλεονεκτήματα . Τα παιδιά έπαιρναν στο χέρι και το μεροκάματο του Σαββάτου , κόλλαγε ΙΚΑ , πλήρωνε αδρά και οι εθελοντές σταχανοβίτες απέδιδαν έργο ταχύτατα …. Την επόμενη βδομάδα έβαλε χτίστες ….. η αντιπαροχή έκλεισε με τη πεθερά του Καλλύβα …. Αυτός κωλυόταν … ήταν ήδη στα νησιά … άλλωστε αυτή φαινόταν στους τίτλους.
Εκείνη δεν μιλούσε , δεν ήξερε , στην αρχή της έλεγε μισόλογα , ότι η δουλειά συνεχίζεται όπως πριν . Πως η οργάνωση δεν χτυπήθηκε τόσο καίρια. Και αυτή συνέχιζε να φροντίζει το παιδί και να τραγουδά Αττίκ τα βράδυα … πριν από το κοντσέρτο και σε κοντραπούντο με τη Σπανούδη.
Για λίγο καιρό δεν τον ενόχλησε κανείς . Παρά τις διαβεβαιώσεις του προς τη συμβία η οργάνωση είχε χτυπηθεί αποφασιστικά . Ένα μεσημέρι δύο βδομάδες μετά χτύπησε η πόρτα . Ο μικρός άνοιξε , για να δει μια μεσόκοπη κυρία άγνωστη που ζητούσε τη μαμά του. Εκείνη συγκινημένη την αγκάλιασε « Ντίνα μου» και «Ντίνα μου» και την έβαλε γρήγορα μέσα ….. κουβάλαγε μια τσαντούλα με λίγα πραγματάκια
« Νίκο μου» είπε χαμηλόφωνα στο παιδί
«Αυτή είναι η κυρία Ντίνα , μια πολύ καλή φίλη της μαμάς και θα μείνει για λίγες μέρες μαζί μας , αλλά εσύ δεν θα πεις τίποτα γι αυτό σε κανένα»
Το απόγευμα κατέφτασε και ο κυρ Αντώνης , φιλήθηκαν με τη Ντίνα , δάκρυσαν.
Ο μικρός παρακολουθούσε τα πάντα με απορία και συγκίνηση , κάτι είχε καταλάβει , αλλά αποφάσισε να το κρατήσει μέσα του.
Ο εργολάβος κάπνιζε ήσυχα το τσιγάρο του στη πολυθρόνα , στη κουζίνα οι γυναίκες συζητούσαν σχεδόν ψιθυριστά , όμως αυτός αισθανόταν παράξενα.
Περηφάνεια που η Ντίνα , μέλος του ΠΓ , τους έδειχνε εμπιστοσύνη , φόβο για τις συνέπειες αν την έβρισκαν οι μπάτσοι στο σπίτι , αφού μέχρι τώρα φαίνεται πως τους είχαν ξεχάσει , τέλος ανησυχία , μήπως η Ντίνα γνώριζε για τις «πρωτοβουλίες» του σχετικά με τις οικοδομικές επιχειρήσεις.
Η κα Ντίνα έμεινε κοντά μια βδομάδα στο σπίτι , ο μικρός κοιμόταν στρωματσάδα αλλά ήταν καταευτυχισμένος … για ώρες συζητούσαν με τη κυρία , όπως την έλεγε , τον βοηθούσε στα μαθήματα , του διάβαζε Τσέχωφ με εκείνη την βελούδινη και συνάμα αστραφτερή της φωνή …. Η Σπανούδη είχε μείνει μπουκάλα.
Από τις συζητήσεις που έκαναν αργά το βράδυ όταν ο μικρός κοιμόταν , ο κυρ Αντώνης κατάλαβε ότι το χτύπημα που δέχτηκε η οργάνωση ήταν αποφασιστικό και καίριο . Η προετοιμασία και η επαγρύπνηση παρουσίασαν σοβαρές αδυναμίες .Η δομή είχε τόσο πολύ στραπατσαριστεί που χρειάστηκε να απευθυνθούν για στοιχειώδη βοήθεια και κάλυψη ακόμα και στους διαγραμμένους.
Όταν επιτέλους η Ντίνα βρήκε πιο ασφαλές σπίτι έφυγε ένα απόγευμα …
Αγκαλιάστηκαν πάλι οι δύο γυναίκες με δάκρυα
«Πού πας Ντίνα μου ;;;; … γιατί δεν μένεις εδώ λίγο ακόμα ;;;»
«Όχι Μαρία μου , πρέπει να φύγω , εσύ έχεις μικρό παιδί..» απαντούσε ειλικρινά η φυγάς ….
Ο κυρ Αντώνης με την αναχώρηση της Ντίνας ανέπνευσε με ανακούφιση.
Δεν την είχαν πιάσει στο σπίτι του και εκείνη δεν του είχε αναφέρει τίποτα για τη λαθροχειρία του με τις οικοδομές .
Μετά από κανένα μήνα τους ενόχλησαν για πρώτη φορά , νύχτα δύο η ώρα μπουκάρανε και ψάχνανε με τους φακούς και τα περίστροφα στα χέρια …
Πήραν τον κυρ Αντώνη ενώ η Μαρία χτυπιόταν αγκαλιά με το μικρό….
Έμειναν οι δυό τους στο δυαράκι …. Από τα διπλανά διαμερίσματα ήρθαν δειλά όταν ξημέρωσε καναδυό γυναίκες να τη παρηγορήσουν …. Ο μικρός στο άλλο δωμάτιο διάβαζε πεισματικά διηγήματα του Τσέχωφ .
ʽΌταν το πρωί τηλεφώνησε ανήσυχος ο Γιώργης , εκείνη τούπε τα μαντάτα …
Οι αναζητήσεις απέβησαν άκαρπες και το μεσημέρι ο Γιώργης ήρθε στο σπίτι άπρακτος . Στη κουζίνα συζητούσαν με τη Μαρία χαμηλόφωνα . Εκείνη ανησυχούσε ότι τον πιάσανε τον άντρα της επειδή έκανε δουλειές του κόμματος. Ο άλλος όμως τελικά της το ξεφούρνισε το απρόσμενο …. Πλήρης ενημέρωση ….. εκείνη δεν μιλούσε και σκούπιζε τα δάκρυά της και ο Γιώργης αναρωτιόταν από μέσα του τι θα απογίνει…..
Εκείνη η με βάσανα αποκτημένη έκτη της αίσθηση βάρεσε συναγερμό , σε λίγο ο κυρ Αντώνης χτύπαγε τη πόρτα …. Πέσαν επάνω του , γυναίκα και παιδί με κλάματα …
Δώδεκα ώρες ανάκριση στο πέμπτο και μετά τον άφησαν. Της τα εξήγησε ήρεμα αργά το βράδυ …. Δεν ήταν για τη Ντίνα … κάποιος άλλος είχε βάλει το δαχτυλάκι του …. Αλλά τους έπεισε , έμπειρος όπως ήταν , δεν κατάφεραν παρά τις απειλές και τις κλωτσιές να τον σπάσουν …. Ήταν εργολάβος , επιχειρηματίας με καταστατικά , συμβόλαια , δουλειές …. Και η δική τους πληροφόρηση ήταν ελλιπής … η ασφάλεια βασιζόταν μόνο στο παρελθόν του …. Για τα τελευταία του κατορθώματα δεν ήξεραν πρακτικά τίποτε…. Η οργάνωση είχε πράγματι χτυπηθεί τόσο καίρια και τόσο αποφασιστικά που…..

Η επιχείρηση δούλευε ρολόι για τα επόμενα χρόνια …μέχρι και τη κρίση του 73 που είχαμε μια παροδική κάμψη στην οικοδομή , πήρε ο εργολάβος άλλες έντεκα αντιπαροχές και το αρχικό του κεφάλαιο πολλαπλασιάστηκε …. Μετακόμισαν σε τεσσάρι στη Κυψέλη , γραφεία στη Κάνιγγος ….. η αλληλουχία των σταθμών του ΗΣΑΠ κατέρρευσε και ξεχάστηκε με την αγορά του πρώτου ΙΧ μάρκας Σκόντα … ο μικρός πήγε στο Πολυτεχνείο και η κυρά Μαρία εξακολουθεί στη κουζίνα της να τραγουδάει Αττίκ.
24 / 04 / 2007
( Όλα τα γεγονότα και τα πρόσωπα είναι παρμένα υποχρεωτικά από το χώρο της φαντασίας )










Φίλε μου Βόα
Καταφέρνεις με λογοτεχνικό τρόπο να περιγράψεις την πορεία της αριστεράς από την επανάσταση στον μικροαστισμό και στο βόλεμα.
Στείλε και σε μένα κάτι.Πρέπει να έχεις αρκετά στο συρτάρι σου.
( Όλα τα γεγονότα και τα πρόσωπα είναι παρμένα υποχρεωτικά από το χώρο της φαντασίας)…Σκέφτομαι πως κι ο πατέρας μου εκεί ανήκει στο χώρο της φαντασίας, γι αυτό τον συνάντησα στο αφήγημα σου Βόα…κι επιτέλους μπόρεσα να τον κλάψω έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό του…ίσως δεν μπορούσα να το κάνω νωρίτερα γιατί τον πίστευα πραγματικό…Σου χρωστάω πολλά δάκρυα Βόα, χάρη στο αφήγημα επιστημονικής φαντασίας που μας κατέθεσες…Μ΄έκανες κι έκλαψα…παλιόφιδο!
Σκηνές του χθες έρχονται να ζωντανέψουν και σε μένα αγαπημένα τραγούδια και πρόσωπα.
Καλουπώματα και οικοδομές που, αναγκαστικά μη έχοντας που αλλού να περιμένουμε, παίζαμε κρυφτό με την αδελφή μου… «Προσέχετε ρεεεεε! Κοιτάτε που πατάτε!» Γαλότσες μες στη λάσπη… Αυτοκίνητα με χώμα, σχέδια, μπουφάν πεταμένα, την κορδέλα για το μέτρημα και καφέδες, καφέδες… Το άγχος των πληρωμών του Σαββάτου… Τις Χριστοπαναγίες και τα τσιγάρα στα τασάκια που ξεχείλιζαν… Κι εγώ να τρέχω να τ’ αδειάσω και να με σηκώνει απ’ τους ώμους, λες κι ήμουν άγαλμα και να μου σκάει ένα φιλί, με ιδρώτα μαζί-αθάνατο φιλί, μπρος σε όλα τα μαστόρια με τις βρώμικες αρβύλες… Κάτι χτυπήματα, από άντρα σε άντρα, παλικαρίσια, ξεγυρισμένα στην πλάτη… Και το ψωμί γλυκό…, τραγούδια με κλειστά παράθυρα… κι η στρωματσάδα…, μοσχομυρωδάτα μεγαλεία… Και το φιλότιμο, η μπέσα που λέγανε, ήταν στο κούτελο… Δεν φτιάχναν χαρτιά οι άνθρωποι που ζήσαμε, δίνανε λόγο… Κρύβαμε κι εμείς στο σπίτι μας… Πέρασε κόσμος…Ευλογημένες μέρες…Ακούσαμε και πήραμε πολλά…
Δεν ξέρω από τεχνικής πλευράς να μιλήσω για του Βόα το κείμενο. Από συναισθηματικής πλευράς όμως, για μένα, γρατζούνισε…
Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε είδα μάτια
με σκίζετε κομμάτια…
Aντινόη
Πρώτα να σταθώ μια στιγμή στης Αντινόης,
γιατί με συνεπήρε το αεράκι του λόγου της και μ` έκαψε
Πώς το λένε εκείνο το…ανεμοπύρωμα θαρρώ.
Καλώς
Σ` εσένα τώρα
Δε θα διστάσω , επειδή φίλος, να σου πω
τρέχει ο λόγος σου ή μάλλον τον τρέχεις και σηκώνεται σκόνη που τσούζει τα μάτια
Αυτές οι διακοπές, τα εμβόλιμα αποσιωπητικά, σα να λείπει κάτι και δε λείπει τίποτα, είναι ροή των συμπληρωμάτων έντασης που μια εγκαταλείπεις και μια ξανατραβάς στη σειρά τον αναγνώστη. Εκόνες σβέλτο σενάριο, καθαρό, ζεστό, ανθρώπινο και συγχρόνως πυροδοτεί τη σκέψη.
Η γραφή σου ενδιαφέρουσα απαιτεί τεταμένη προσοχή στην ανάγνωση
Αν δε σε κάλυψε η γνώμη μου, άλλη φορά να γράφεις καλύτερα
όσοι ζήσαμε εκείνα τα χρόνια, είναι σα να μιλάμε μια συνθηματική γλώσσα…
η γραφή που προσπαθεί να αποδώσει τη συμβολικότητα της λογοκρισίας, γίνεται ένας κώδικας πικρός…
έχεις προτάσεις-ψαλιδιές, όπως και το τέλος.
θα ‘θελα -αν μου επιτρέπεις,- να δώσεις κανα σκαμπίλι στην υπερβολική στίξη σε μερικά σημεία,όπως είπε κι ο προλαλήσας φίλος.
την καλησπέρα μου βόα, τα λέμε…
Όφις μνήμης και σοφίας.
Κρηπίδωμα γερό.
Βολκώφ
Ο Μίχος ξέρει τη μανία μου για την ακριβολογία και βρήκε λάθος … ο ηλεκτρικός … ως μετρό θα αναφερόταν σε τίποτε κοσμικά σαλόνια όπου θα σύχναζε και η Σπανούδη…. θα το διορθώσω.
Να ευχαριστήσω για τον σχολιασμό τους λαβόντες το κόπο να διαβάσουν το ρημάδι μου.
Διαπολιτισμέ : τα συρτάρια μου είναι πιό άδεια και από τη τσέπη μου
Ρε κερατά Κανελλόπουλε για σένα τόγραψα
και μου βγήκε ομοιοπαθής ο Σαιτάρχης , ο οποίος παρεμπιπτόντως , άρτι επανελθών εκ των αγίων του Ολύμπου χωμάτων , ενέταξε στους συνδέσμους του τη ΡΑΨΑΝΗ , εκείνο τον ευλογημένο τόπο με το κρασάκι του το ξυνόμαυρο που μου θυμίζει μύχια όσα …..
………. , ……… , …………………….. , ……….. ,
……………………………… , ……………… .
Εδώ πρόκειται για είδος αφήγησης που τείνει αν όχι να εξαφανιστεί… συναντάται πάντως όλο και πιο σπάνια. Οι μικρές περιγραφές, το συνεχές στακάτο των διαλόγων (δύσκολα κουμαντάρονται αυτοί), λέξεις καθημερινές, οικείες και με έναν τρόπο που θέλει κόπο, εκτός και αν του κ. Βόα του βγαίνουν αβίαστα. Νομίζω ότι πρέπει να επιμείνει σε αυτή τη φόρμα γιατί τα περιθώρια είναι άπειρα καθώς αυτός ο σχετικά δύσκολος και κλασικός τρόπος αφήγησης οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον εμπλουτισμό των εκφραστικών μέσων, για τον απλούστατο λόγο ότι ο κ. Βόας δεν επιχειρεί να εκφραστεί με τον απλούστερο τρόπο…
… Συγνώμη. Διόρθωση: στην τελευταία μου αράδα, ήθελα να πω: “ο κ. Βόας δεν επιχειρεί να εκφραστεί με έναν ευκολότερο τρόπο”
(αχ βρε Σωτήρη με τα μικρά κουτάκια των σχολίων!… Έλεος)