Τέσσερα Ποιήματα για το “ποιείν”

okeeffe-redhillslakegeorge_04.jpg

Ο Θόλος

Κι η δίψα ετούτη έλιωσε μέσα στο χώμα

Βρέχει από ώρα
Δεν έχω φως
Ένα αδύναμο φθινόπωρο παραμονεύει. Ένας γαλάζιος άγγελος
Μεσ’ στα λευκά νυχτερινά λουλούδια
Μια κρυστάλλινη κρήνη σαν κόψη φεγγαριού

Όλα που χάνονται κοιτάζω πάλι και πάλι, πάλι και πάλι

Αν ήξερα πως κοιμάσαι ακόμη

Άδικα περιμένω
Στον άνεμο της νύχτας ήσυχη κοιτάζεις
Τα μαλλιά σου μόλις που φαίνονται από δω, σαν νεαρό νεφέλωμα
Στην απεραντοσύνη

Ν.Σ. Ι

Μέσα σου
Υπάρχει ακόμη
Μια πνοή θανάτου

Μια κίνηση συνηθισμένη
Όπως η βροχή και τα πράσινα φύλλα

Μια ταπεινή προσευχή

Ένας ανατολικός άνεμος
Σιωπηλός

Το σώμα σου άφησες στον άνεμο
Στο κενό μιας ώρας περασμένης

Σε μια αόρατη αγάπη μέσα στα σύννεφα

Σε μια υπόγεια πολιτεία από λευκό χαρτί

Μέσα σου
Υπάρχει ακόμη
Μια πνοή θανάτου

Θλίψη που μοιάζει με την αγάπη ενός παιδιού

Τα φίδια της άνοιξης

Τις ώρες που λείπω
Βλέπω αγάλματα

Μια μαύρη κηλίδα γεμάτη δηλητήριο

Φωνές από ψηλά δέντρα
Σώματα χαμένα στο χρόνο
Ψεύτικα
Σαν φίδια της άνοιξης

Τις ώρες εκείνες δεν μένει τίποτα
Μόνο κενό στη θέση μου
Μια σκιά που κινείται αδιάκοπα ψάχνοντας ένα άλλο σώμα
Μια τρύπα στη μέση του πουθενά

Τις ώρες που λείπω
Συντελείται η πτώση μου
Από έναν κοφτερό βράχο στην καρδιά μου
Από την άκρη του προσώπου μου
Εκεί που κρέμονται τα δάκρυα

Τις ώρες εκείνες δεν μένει τίποτα για μένα
Κάποια ίχνη από στάχτη και σίδερο
Λίγη λευκή σκόνη που έμεινε στα μάτια μου
Απ’ τη σιωπή του πρωινού
Μια χρυσή αμμουδιά σ’ έναν ορίζοντα που φεύγει

Ένας κύκλος που τον σβήνει ο άνεμος

Δεν είναι ταξίδι
Οι ώρες που λείπω

Χίλιες νύχτες

Μέσα στα χείλη μου μεγαλώνει ένα ερείπιο
Ένα άδειο φεγγάρι που φωτίζεται από χίλιες νύχτες

Μέσα στο σώμα μου ελλοχεύει η απειλή
Η εικόνα μιας αφύσικης όασης
Η έρημος που είναι σταχτιά και κόκκινη
Σαν τα πρόσωπα των ανθρώπων που βαδίζουν
Μέσα στην αγκαλιά μου

Δεν υπάρχει φως
Υπάρχει το δέντρο με το πληγωμένο πρόσωπο
Το κορμί με τις μικρές προεξοχές από ασήμι
Μέσα μου αρνούμαι
Να δεχτώ τον ήλιο

Γιατί φοβάμαι τις μεγάλες μέρες
Φοβάμαι τα μάτια μου που μεγαλώνουν
Και με βλέπουν
Που μ’ εγκαταλείπουν
Χωρίς να μου ζητήσουν τίποτα

okeeffe.jpg

Εκλάμβανα πάντα τον Ορείχαλκο σαν μια συμπαγή και ακατέργαστη πρώτη ύλη που εξορύσσεται στο φως ακριβώς για να συνθλίψει το βάρος της στην διαρκή πτώση που είναι η ζωή όταν πάσχει. Ίσως και κάπως έτσι να παράγονται τα ποιήματα, από την ορμή ενός πρωτογενούς ψυχισμού, από την αγωνία του να αποκαλυφθούν οι κρυφές φλέβες της λάμψης του. Δια της έκθεσης στον ήλιο, δια της τριβής με τα θνητά υλικά του κόσμου. Όμως «αυτή η στιγμή μας θέλει ολόκληρους/ θέλει να πάρει από μας ό,τι αγαπάμε». Και η ποίηση της Ελένης Χατζή μου υποδεικνύει ανάγλυφα τούτη την ασφυκτική ανάγκη της απογύμνωσης. Αλλά καμιά απογύμνωση δεν είναι ανώδυνη, όσο προφυλαγμένο κι αν είναι το μέταλλο της ψυχής, όσο ανθεκτικός κι αν είναι ο ορείχαλκος του σώματος. Άρα οι σημερινοί στίχοι δεν είναι παρά θραύσματα˙ άλλοτε κοφτερά απʼ τις εκρήξεις της σιωπής, άλλοτε απαλά από τα λουλούδια που συμπαρασύρει η ονειροπόληση, μα πάντα θραύσματα εγκατασπαρμένα στις εσοχές της κίνησης. Θραύσματα αυτοτελή και την ίδια στιγμή αναγκαία συνθήκη μιας απώλειας, ενός ποιήματος. Η εμμονή της αίσθησης ή συναίσθησης οργανωμένη πλήρως σε ένα βάθος, που ίσως μονάχα μια σύνοψη της γυναικείας ψυχοσύνθεσης θα μπορούσε να διαθέτει, εξέρχεται τραυματίζοντας, σχεδόν κατασπαράζοντας τις εικόνες που επινοεί. Ίσως έτσι επέρχεται η λύτρωση, κατά τα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας, μονάχα που η διάσωση επέρχεται τώρα μέσω των εικόνων, και πάλι. Γιατί η ποίηση της Ελένης Χατζή είναι κατ’ εξοχήν λυρική. Γιατί στο σκισμένο ρούχο βλέπει τη θαλπωρή που θα ντυθεί. Γιατί ανάμεσα στις αποσπασματικές αναπνοές, στις διαρκείς εναλλαγές των φόβων της, «εκεί που κρέμονται τα δάκρυα», εγώ διαβάζω τη τρεμάμενο ρίγος της αληθινής ποίησης.
Σωτήρης Σελαβής

Η Ελένη Χατζή γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Έχει εργαστεί στον χώρο της εκπαίδευσης, των εκδόσεων και της διαφήμισης. Ο Ορείχαλκος (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2006) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

Σημ.: Οι εικόνες είναι πίνακες της Georgia OʼKeeffe.