6 Ποιήματα της Ναταλίας Κάππα για το «ποιείν»

“χωρίς ελευθερία κι αγάπη τίποτα”
museum_garden.jpg
Παραγγελία
Κοίτα μην αρρωστήσεις, Μάνα!
Τον νου σου στο παιδί.
Αφήνω ένα φράγκο στο τραπέζι
και την κορδέλα μου για τα μαλλιά.
Άλλα δεν έχω.
Να μην τα πιάσετε τα βρώμικα στο χέρι εσείς.
Να φέρεις άνθρωπο να βάλει μια φωτιά
να γίνουνε καυσόξυλα παλιοσίδερα και στάχτη.
Έτσι θα ‘χεις και δικαιολογία
-Πυρκαγιά να πεις.
Κοίτα μην πιαστείς κορόιδο
και πεις ότι δεν άντεξα την άνοιξη.
Παιδί είναι. Δεν θα καταλάβει.

Ανώφελο
…δε μας λυπάται καθόλου η ψυχή μας
να δίνει για τʼ ανώφελο αποθέματα
με μόχθο μαζεμένα,
και πάλι να μας βάζει να τρυγάμε,
σκλάβοι, το άωρο της γέννησης αμάρτημα.
Δε βλέπει φαίνεται που είμαστε
κρεμάστρες για τις σάρκες μας,
να περιφέρονται στο δόντι της ζωής,
στάρι –μυλόπετρα,
ίσα στην έκβαση της σκόνης.

Ή να το βλέπει, τρισχειρότερα,
και να ʽμαστε λαμπάδες τάμα
στο παράλογο, το αβάσταχτο,
το λίγο το ξύλινό μας πόδι
ίσα να βαφτιστούμε θήραμα
στον σκώληκα μαζί και τον Θαυματωρό

Στον Πατέρα μου
Σου έκλεβα τα τσιγάρα σου τα βράδια που κοιμόσουν.
Το ήξερες;
Τα μεσημέρια φόραγα τις γραβάτες σου
και κοιταζόμουν στον καθρέφτη σου γελώντας.
Έπαιρνα και τη θέση σου στο κρεβάτι
και κοιτούσα τηλεόραση αγκαλιά με κείνο
το μελάτο μαξιλάρι σου που μύριζε
ανάπαυλα και τελευταία ρουφηξιά ημέρας.
Περίμενα με χαρά πότε θα λείπεις
για να κρατώ εγώ την κεντρική του καναπέ ισχύ
και να νʼ δικό μου όλο το πιλοτήριο της δειλινής αναψυχής.
Τώρα,
μʼ όλη την άνεση να ξαπλώνω στους καναπέδες
κρατώντας τις χειριστήριες επιλογές δικές μου
σκέφτομαι τι καλά να ʽμενα από τσιγάρα ένα βράδυ,
και ζωσμένη τη γαλάζια σου ανοχή γραβάτα,
να ʽρχόμουν να σου κλέψω κάνα δυο…

Σκόνη
Αναλώθηκα χρόνια ολόκληρα
παίζοντας παιχνίδια με τη σκόνη.
Μικρή στα χέρια,
αργότερα απ’ το βάθρο μου επάνω στο πατάκι.

Ώσπου
σε πήρε θριαμβευτικά αμπάριζα
και νίκησε.

Καρκίνος
Σκηνή Α΄
Να ‘μαστε στ’ ασανσέρ και να με ρωτάς για το κραγιόν σου.
Είκοσι λεπτά συζήτηση για το νερό και τον αέρα
μ’ έναν γιατρουδάκο τσιλιβήθρα κι ύστερα πάμε για καφέ.
Καιρό έχει να βρέξει.

Σκηνή Β΄
Να σε βρίσκω ξαπλωμένη στον καναπέ καταμεσήμερο,
με τη λιακάδα ξιφολόγχη στο δόξα πατρί και να σου φέρνω
υποβρύχιο στο δίσκο. Δεν θυμάμαι ακριβώς
πόση ώρα έκατσα να σε κοιτάζω. Πόσο σ’ αγαπάω και δεν θέλω να στο πω.

Σκηνή Γ΄
Ένα δάκρυ μολυβένιο να με πνίγει μ’ επίκεντρο τα μάτια σου. Να μη φταίω εγώ
κι όμως να ν’ απολογούμαι σ’ ανάσα και φωνή μηχανικά.
Να σε γυρεύω διψασμένη, από καρδιάς, και να μου δείχνεις τοίχο
μασουλώντας το γάμο μιας ξαδέρφης. Ο φόβος μου χορεύει μπάλο στο ταβάνι.

Σκηνή Δ΄
Με την ψυχή στο στόμα- δεν ξέρω πόση ώρα περιμένω.
Η γλώσσα κολλάει στον ουρανίσκο. Ψάχνω απ’ το παράθυρο να βρω
κανέναν γλάρο για αντίδραση. Κάπου έχουν ανοίξει ραδιόφωνο
κι η θάλασσα είναι μακριά. Εξ’ άλλου αποκλείονται τα θαύματα.

Σκηνή Ε΄
Έχει απέλθει από νωρίς ομήγυρις σχηματισμένη τσίρκο με πρωτοστάτη
έναν καύσωνα χαβά στην κεφαλή μου. Εσύ σε πρώτο πλάνο να παλεύεις
κοιμισμένη για μια μπουκιά ζωή, κι εγώ ανίκανη απ’ έξω να κερνάω τους καφέδες.
Δεν προλάβαμε να κλάψουμε μαζί και τώρα δεν ξέρω αν ξυπνήσεις.
Τουλάχιστον ας έβρεχε…

Πώς έγινε
Ήρθες. Το σακάκι σου μύριζε σπουργίτι κι αγριεμένη θάλασσα. Απλά ήρθες. Σαν να τέλειωσʼ η Μονόπολη και να ʽρθε η ώρα να βγούμε στη γειτονιά με τα ποδήλατα. Τα μάτια με τους χαρταετούς αμολητούς όλο καλούμπα. Σʼ έφερα στο κουκλόσπιτό μου – έτσι το ΄χω για να μικραίνω κι άλλο να παίζω κρυφτό με τη Ναταλία, τον ήλιο και τʼ αδέσποτα να μη με πιάνει η φάκα και γίνω τσίχλα σε ξώβεργα και κολλήσω. Έκατσες στο στρογγυλό της καρέκλας κι εγώ σου ΄βγαλα αμέσως τα παιχνίδια μου να σʼ αρέσει ένα και να στο χαρίσω νʼ ανταλλάξουμε. Να μου δώσεις εσύ μια θέση κάτω από την κόκκινη ομπρέλα σου να κρύβομαι όταν βρέχει πολύ νερό στα μάτια και να ʽμαι πιο λίγο μόνη μου. Άμα έχω κότσια κάποτε θα ʽρθω να σε τραβήξω απʼ το μανίκι να ξαναρθείς να παίξουμε.

go_by.jpg
Επίμετρο
Δεν κι ούτε καν υποψιάζομαι για σας.
Μα εδώ έτσι γίνεται συνήθως. Το σχοινί σφίγγει, απαιτεί, έρχεται τραγουδώντας στο λαιμό και να `ναι βράδυ. Στενό το παράθυρο η νύχτα να μη χωράει άλλο και λες δεν μπορεί κάπου θα τρέχει μια ευρυχωρία, ρέμα γνήσιο ποιητικό και αίμα πλάι, σπάνιος συνδυασμός, να πάω να πλυθώ να πιω εξαγριωμένο συναίσθημα να ξαρρωστήσω.
Και ήταν . Έτσι , όπως πας ως την άκρη στο θάνατό σου, πεθαίνει το χέρι σου και γυρνά στο χαρτί και γράφει ως να μη συμβαίνει τίποτα και όλα αθανασία.
Ναταλία Κάππα. Αυτή είναι.

Τα κλαψουρίσματα δεν τα `χει. Τα κλάματα δεν τ` αντέχει, κι ας γράφει στην απόλυτη ανάγκη, δεν τ` αντέχει.
Κι από λέξεις τις πιο προσοδοφόρες ξεκρεμάει, τα τσεκούρια και τα καμουτσίκια και στα κόκκινα χαρακώματα τα παρμένα μέχρι το γόνα και στα στημένα πάλι μ` αντοχή.
Τι, πώς να μιλήσω , γι` αυτή τη γυναίκεια φύση , γεύεσαι Ποιήματα κατάμουτρα, αφαιρεμένη εξουσία κι όλων την πατρίδα, στην κόντρα. Κι έτσι θα την ονόμαζα την ποίησή της, Κόντρα . Κόντρα αυτούσιο ασπρόρουχο στο τέλι της μέρας κι έναν ιδιωτικό βοριά.
Γεννιέται τέτοιος άνθρωπος-ποιητής ή τον κάμνει η ανάγκη. Κι αν εγώ το μεμονωμένο παράδειγμα τώρα , που σίγουρα δεν είναι έτσι, έτσι μιλώ γι` αυτήν την αναπόφευκτη αγάπη, το βίωμα της ποίησής της, είναι που με γνώρισε το άλλο, το πέλμα άκρο της ποίησης. Κι εκεί δεν έχει παίξε γέλασε.
Διαρκής πόνος όχι απ` τις λέξεις μα απ` τις πηγές τους, δε της δίνονται αλλιώς , δεν κοιμούνται κολλητά της μ` αντιβιώσεις νύχτα και δίχως όνειρο. Κι άλλες ωμές, του τοίχου κάθετα σπάσιμο σε απόσταση αφής κι άλλες αδυναμία –έχει κι απ` αυτές- κι άλλες, θεέ, να μην ξημέρωνε.
Ναταλία ,δεν ξέρω ακόμα αν ξέρω, δεν ξέρω, καλά πόσο και τι και ως πού χτυπάς το νου άλλου ανθρώπου ν` ανοίξει απ` τους στίχους σου να τραφεί , μα έχω πολλά αντιθετικά γι` αυτούς που δε μπορούν να πιουν έναν πικρό καφέ καθήμενοι στο βάθος ξένης ψυχής-γραφής κι αποφεύγουν το σφίξιμο του στομάχου που προκαλεί η ποίησή σου. Γιατί ετούτο που γεννάς δεν είναι σκέτη συγκίνηση, κάτι πιο πέρα, την παρακάμπτεις και βαράς κατευθείαν στο ψαχνό κι όσοι δεν αντέχουν, μαζί και γω, διπλανασαίνουν για να μην πνιγούν. Τόσο ισχυρίζεσαι το φως και το φως αίμα κι αίμα πάλι το φως στροφή και θυσία.
Έτσι, λοιπόν , στο επείγομαι ένα τσιγάρο γνώρισα αυτό το κορίτσι το κεφαλαίο, το Κάππα κορίτσι το ευλογημένο, τα γραπτά της δηλαδή, το χαμένο κι όρθιο μες στους ανθρώπους της ζωής της, εδώ απάνω στη γη ή μη, και στον κόσμο τον εθνικό, το φυσικό, στον εσώτερο κόσμο με τα σπαστά μολύβια να υποφέρουν στα χέρια της, να πατάει έντεχνα αλγητικά το σώμα της ποίησης και να σκούζει
Ενδοτικά μιλώ παραδομένος και αλλιώς δε δύναμαι να κάμω. Τα κατορθώματά της , τα ορθώματά της ως το χείλος της αντοχής της γλώσσας δεν είναι μόνο τούτα που με μιαν όσο γίνεται προσεχτική προχειρότητα παρέθεσα. Κι αν ούτε καν προσπάθησα να σταθώ κριτικά στο ύψος μιας γενικά παραδεκτής αντιμετώπισης μιας Ποιήτριας ας σχολιαστώ δυσμενώς. Δεν πειράζει. Δεν τη χαλαλίζω στα τρεχούμενα, στους συμβιβασμούς, στους συρμούς, σ` αυτούς που διαβάζουν μόνο με τα μάτια ή σ` αυτούς που δε μπορούν να φτάσουν και υποσκάπτουν κι οι καθαρά ικανοί καταλαβαίνουν.
Στα χέρια, στο κλαδί της άνοιξης τη βάζω πάθος να κρέμεται στον άνεμο, στον κίνδυνο γκρεμό μέσα του ψηλά να τινάζεται τωρινός και μελλούμενος χιλιοκαρπός και να μη μας δίνει σημασία. Προπαντός αυτό, να μη μας δίνει σημασία με το μακρύ και το κοντό μας.
Όχι δεν είναι έρωτας για την ποίησή της, είναι Έρωτας. Κι έτσι να `ναι, που στα χρόνια που του αναλογούν να ζει καθένας, λαχείο να συναντά και μαζί να συζεί, χιλιόμετρα μακριά εξ επαφής, μ` ανθρώπους- σαν και μερικούς άλλους μετρημένους στα ορατά άστρα της Πούλιας- γραφής ταλέντα, απάνω σε ξουράφι, γενναία ποίηση ουσία .

*ευχαριστώ Σωτήρη, χωρίς ελευθερία κι αγάπη τίποτα

Σωκράτης Ξένος