Εφτά ποτάμια (Δημήτηρης Αποστολάκης, Χαΐνηδες)

Εφτά ποτάμια σμίξαν και τρεις καημοί,
κι είπανε να μερώσουνε μια στιγμή.
Οι θάλασσες κοπάσαν κι οι στεναγμοί,
εννιά σπαθιά γυμνώσανε στη γραμμή.
Η άνοιξη η μαυλίστρα για να διαβεί,
κοιτάξτε, χωριανοί μου, τι θα συμβεί.
Τα πάθη σα σαρκώσουμε του Ραβί,
εκείνος ο μπροστάρης, κι εμείς στραβοί.
Ήλιες μου, στρατολάτη, ταξιδευτή,
που μού ‘δωσες τη χάρη του γητευτή,
ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί,
απ’ το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί.
Η μεγαλοβδομάδα, κόρη ξανθή,
μύρωσε το χωριό μας, και ροδανθεί,
που τρώει τον θεό του για να χαθεί,
κι ίσως με τον χαμό του ν’ αναστηθεί.
Στης άνοιξης τον κόρφο, τον ζηλευτό,
μυριόχρωμο γιορντάνι, το σερπετό,
φάρμακο το φαρμάκι στον αετό,
για να πετάξει εκείνος ως είν’ γραφτό.
Πέρνα περαματάρη τον ποταμό,
πάρε κι εμέ μαζί σου στον μισεμό,
κι εκεί στον καταρράχτη και στον γκρεμό,
θα μάθω του συμπάντου το λυτρωμό.
Να ξημέρωνε μια μέρα (Μιχάλης Γκανάς)
Να ξημέρωνε μια μέρα,
μια γιορτή μια Πασχαλιά,
όλοι να ‘ταν εδώ πέρα
κι εγώ να ‘λειπα μακριά.
Να γλεντάνε, να γελάνε
και να πίνουν στην υγειά
τη δική τους, τη δική μου
κι όσων λείπουν μακριά.
Να ξημέρωνε μια μέρα,
μια καλή Πρωτοχρονιά,
όλοι να ‘ταν εδώ πέρα
κι εγώ να ‘λειπα μακριά.
Να τους λείπω, να μου λείπουν,
να με σκέφτομαι συχνά
και τρελά ν’ αγαπηθούμε
μέχρι να τους δω ξανά.
Ζήνωνος (Νίκος Ζούδιαρης)
Πάσχα στο χωριό συγκέντρωση μετοίκων
Τα νέα απ’ την Αθήνα, στα όνειρά μου σφήνα
Πόζα και λουστρίνι, ο Νάκος φιγουρίνι
Πείνα μου μοιραία, ζήλια μου ρομφαία
Μπήκα σ’ ένα τραίνο πίσω δεν κοιτούσα
Μέσα μου πετούσα, ψήλωσα δυο πόντους
Ζήνωνος, μ΄ έντυσε ζωή στρατιώτη
Ζήνωνος, πόρνη η αγάπη η πρώτη
Κι απ’ το βράδυ στο πρωί
Μου τελειώνει η ντροπή
Ζήνωνος
Εδώ οι χωριανοί μου δεν βοηθάνε άλλο
Σκούριασαν τα χέρια, βρήκα άλλους τρόπους
Είπα να χαθώ το τέλος μου να δώσω
Λίγο ακόμα πάνω, τρελά μου σε φτάνω
Στις εφημερίδες μάνα αν με είδες
Μη μου στεναχωριέσαι, μάνα δεν μ’ αξίζει
Ζήνωνος, μ΄ έντυσε ζωή στρατιώτη
Ζήνωνος, πόρνη η αγάπη η πρώτη
Κι απ’ το βράδυ στο πρωί
Μου τελειώνει η ντροπή
Ζήνωνος…
Ένας ευαίσθητος Απρίλης (Ηλίας Κατσούλης)
Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός
γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός.
Πετά τα ρούχα του στρατιώτη, φορά πουκάμισο λευκό
και στην αγάπη του την πρώτη στέλνει ένα όνειρο γλυκό.
Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό
με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.
Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός
γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός.
Από τους κήπους κόβει βάγια κι απ’ την αυλή του πασχαλιές
για να στολίσει τα ναυάγια που μείναν δίχως αγκαλιές.
Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό
με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.
Το μέλλον από το παρελθόν (Φοίβος Δεληβοριάς)
Όταν λοιπόν την πρωτοείδε, ένιωσε πόσο ήτανε ξένος
Την αχρηστία των μαρμάρων και των γλυκών συγχορδιών
Τα ρούχα του και τα μαλλιά του μοιάζαν μιας άλλης ηλικίας
Ήταν κάποιος περασμένος κι αυτή ήταν τ΄ άγνωστο παρόν.
Αυτή ήταν τα καινούργια στέκια με τον πορτιέρη που διαλέγει
Αυτή ήταν που άλλαζε τις θέσεις στις λίστες επιτυχιών
Ήταν το τέμπο «move your body» κι ήταν ο θάνατος της γλώσσας
Κι ήτανε μπιτ που σπάει με βία το έμμετρό του παρελθόν.
Τα δυό τους μάτια πάντως μοιάζαν, κάπου θα υπήρχε η ίδια ρίζα
Πς άρχισε μια κοινωνία, αυτή εν κινήσει, αυτός κυρτός
Δεν είχε δίλημμα σε κείνην θ΄ απευθυνόνταν τα γραπτά του
Και ο ψαλμός του στο χορό της θα ΄βγαινε τελετουργικός.
Η εποχή μύριζε θειάφι, παντού κυκλοφορούσε χρήμα
Και από τα κάμπριο που δονούνταν βρεγμένα ανέμιζαν μαλλιά
Η αγάπη μες σ΄ αυτό το κάδρο ήταν του δρόμου οι πικροδάφνες
Έμοιαζε νάνε εκτός πεδίου μα υπήρχε μες τη μυρωδιά.
Της πρωτομίλησε με φόβο το βράδυ του γλυκού Σαββάτου
Που τα κανάλια δείχνουν σώου για να σκεπάσουν τη γιορτή
Σε κάποιο κλαμπ έξω απ’ το χρόνο, τον κυκλικό που υπάρχει Πάσχα
Πήγε και τσούγκρισε τ΄ αυγό της και σπάσανε κι αυτός κι αυτή.
Κι όταν φιλήθηκαν εκείνη ένιωσε πόσο ήτανε ξένη
Την αχρηστία του ωροσκοπίου και των καλών συγκυριών
Ένιωσε μια καινούρια οδύνη να ξετυλίγει τα μαλλιά της
Κι ένα αεράκι να της φέρνει το μέλλον απ΄ το παρελθόν
Το πέρασμά σου (Κώστας Βάρναλης)
Στη ζήση αυτή που τη μισούμε
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε.
Ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό
και γέμισεν ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλη η χώρα.
Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά.
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι – η Πασχαλιά
γιατί έτσι λίγο να βαστάξει!
Όταν ανθίζουν πασχαλιές (Σταύρος Κουγιουμτζής)
Είπες πως θα ʽρθεις να με βρεις
μα γέρασʼ η καρδιά μου
κι ούτε πουλί φτερούγισε
μέσα στην ερημιά μου
Χελιδονάκι του Μαγιού
πόσο πολύ σου μοιάζω
όταν ανθίζουν πασχαλιές
κι όταν αναστενάζω









