Σύνθεση, ενορχήστρωση και διέυθυνση: Λένα Πλάτωνος, Επιμέλεια παραγωγής: Γιώργος Μητρόπουλος, Παραγωγή:Εταιρία Γενικών εκδόσεων Α.Ε, ΛΥΡΑ, 1983

1. Βράδι
2. Χαμόγελο
3. Άνοιξη
4. Νύχτα
5. Σε παλιό συμφοιτητή
6. Παιδικό
7. Το φεγγαράκι απόψε
8. Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
9. Τα γράμματά σου
10. Κριτική
11. Η πεδιάς και το νεκροταφείον
12. Πεθαίνοντας
13. Μόνο
Άνοιξη
Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά το ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό.Και η θύμηση της νιότης
σαλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι,ατέλειωτο σα βάσανο,προς τ’άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του,διψώντας τον αέρα.
Και πάνε,πένθιμη πομπή λες,της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δυο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισιά τους
τα χέρια.Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας
Βράδυ

Τα παιδάκια που παίζουν στ’ανοιξιάτικο δείλι
– μια ιαχή μακρυσμένη-,
τ’αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,
τ’ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τρένο που θα’ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,
οι καμπάνες που σβήνουν,και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη,στ’ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…
Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα Είδα το βράδυ αυτό Κάποια χρυσή,λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα’λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις,τα ποιήματα,
βάρος περιττό.
Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.
Χαμόγελο
{Χωρίς να το μάθει ποτέ,εδάκρυσε,
ίσως γιατί έπρεπε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συμφορές έρχονται.}
Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι
απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.
Δεν βρέχει πια.Κι η κόρη αποσταμένη
στο μουσκεμένο ξάπλωσε τρυφύλλι.
Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη
κι έτσι βαθιά,γιομάτα ως ανασαίνει,
στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει
το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’Απρίλη.
Ξεφεύγουνε απ’το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της.Τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες
που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.










Έχω την εντύπωση οτι η Πρέβεζα, όπως την τραγουδά ο Γκαιφύλλιας, είναι σε μελοποίηση του Γιαννη Γλεζου (δίσκος Ατέλειωτη εκδρομή).
Και να συμπληρώσω ολόκληρο τον δίσκο “Καρυωτάκης” του Θεοδωράκη με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Πάντως στο δίσκο του Γκαιφύλλια γράφει οτι είναι του Γλέζου.
Πάντως εγώ διαφωνώ λιγάκι με την επιλογή των τραγουδιών. Μπορεί να ήταν προσφορότερα για μουσική απόδοση τα συγκεκριμένα ποιήματα, αλλά είναι (τα περισσότερα) λίγο απλά και, πως να το πω; αφελή. Τα περισσότερα τα έγραψε όντας πολύ νέος, στις πρώτες δύο του συλλογές, ενώ από το Ελεγεία και Σάτιρες έχουν επιλεχθεί μόνο δύο (Το Βράδυ και η Πεδιάς και το Νεκροταφείον). Πιθανότατα τα άλλα να τα έχουν μελοποιήσει άλλοι και να μην το έχω υπόψιν και η Λένα Πλάτωνος να θέλησε να μας δώσει μια πιο “ανάλαφρη” εικόνα του Καρυωτάκη, αλλά Καρυωτάκης χωρίς Πρέβεζα, Ιδανικούς Αυτόχειρες, Δημόσιους Υπαλλήλους, Εμβατήριο, Ωχρά Σπειροχαίτη, Αισιοδοξία ή ακόμα Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές και Εις το άγαλμα της Ελευθερίας πόσο Καρυωτάκης μπορεί να είναι;
ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ
Δεν έπρεπε την “ΠΡΕΒΕΖΑ” να γράψεις Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι-
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος`
νανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος,
τους αποκοίμιζε κι εμείς ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ’ τα βιβλία ελπίδα.
Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της “ΠΡΕΒΕΖΑΣ” και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.
Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να ‘ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο`
ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.
Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα-
οι δράκοι μας εσπάραξαν. Κι αφήσαν μόνο ράκη:
δεν έπρεπε την “ΠΡΕΒΕΖΑ” να γράψεις Καρυωτάκη…
Γιώργης Χολιαστός