
Μια καύτρα να φωτίζει στο σκοτάδι τις ζάρες ενός κουρασμένου προσώπου. Δυο κιτρινισμένα δάκτυλα με γαντζωτά νύχια να κρατάν ένα τσιγάρο. … Βαθιά εισπνοή καπνού. Μετά από λίγο μια αδιάφορη εκπνοή. Το στήθος να δέχεται την ουσία της ύπαρξης του. Νικοτίνη. Ευλογημένη νικοτίνη. Να κυκλοφορείς στο αίμα σαν δηλητήριο που ζαλίζει αιμοσφαίρια και αιμοσφαιρίνη. …
Ένα ζευγάρι μυωπικά γυαλιά να προστατεύουν ένα θολό βλέμμα. Το πρόσωπο αυστηρό και αξύριστο.
Στο τραπέζι μια μποτίλια ούζο, ένα ξέχειλο τασάκι αποτσίγαρα, και δυο ασυμμετρικά ποτήρια άλλων εποχών, μισογεμάτα. Όχι δεν έχει παρέα. Δεν κερνά κανέναν. Δεν γιορτάζει κανένας. Καμιά γιορτή δεν υπάρχει στο προσωπικό του εορτολόγιο. Η μνήμη αλάθητη ψάχνει. Το μπουκάλι κοντεύει να τελειώσει. Πρέπει να βρει λεφτά τα γεμίσει από το ποτοποιείων της γειτονίας. Ούζο Τίρναβου, τσίπουρο Βόλου και κονιακάκι. Δίπλα στα ποτήρια, αντικαταθλιπτικά, σταθεροποιητικά, ηρεμιστικά και υπνωτικά. Βαριά καταθλιπτικός. Πιστοποιημένο από ψυχίατρο – καθηγητή πανεπιστημίου
Το ραδιόφωνο παίζει χασικλίδικα. Γεωργία Μητάκη, Κώστας Ρούκουνας, τα πρώτα της Ρόζας, και της Ρίτας. Γυναίκες και αυτές….
Ακουμπισμένα βιβλία, από τις παλιά του αίγλη. Από τις παλιές καλές ένδοξες μέρες όπως αυτοσαρκαζόμενος λεει : «Η ερωμένη της» της φίλης του Ντόρας Ρωζέττη με την θερμή αφιέρωση, σε αυτόν και Εκείνον, μια μετάφραση του Ζιντ «Ο Οσκαρ Γουάιλτ και εγώ» στην έκδοση του εκδοτικού οίκου «Φλόγα» , από τον Λαπαθιώτη. Αποκόμματα πεζοτράγουδων του Κάρκο… Οι τοίχοι ντυμένοι βιβλιοθήκη. Στην κορφή της ένας αντίγραφο του Ρενουάρ.
Το σπίτι μυρίζει κλεισούρα. Τα πατζούρια κλειστά, για να μην μπαίνει ο ήλιος. Στην σκιά να απολαμβάνει τα τσιγαράκια του. Και τα ποτάκια του. Στο μισοσκόταδο. Το βράδυ προτιμούσε να φωτίζετε με κεριά. Καλύτερα για όλους αλλά κυρίως για την γυναίκα – μητέρα, την μόνη ιδιότητα που μπορεί να δεχτεί στο θηλυκό. Μόνο μητέρα. Φάντασμα και αυτή, όπως και Εκείνος. Οι πλέον αγαπημένη του άνθρωποι φαντάσματα. Αυτός εκεί, και τα φαντάσματα Εκείνου και της μητέρας του. Από τότε που χάθηκε και η μητέρα του , η αρρώστια του παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση. Δεν άναβε τα βράδια το φως και την ημέρα δεν άνοιγε τα παράθυρα. Ήταν περήφανος άνθρωπος αυτός. Δεν ήθελε να βλέπουν οι ζωντανοί την παρακμή του, καλά – καλά ούτε και ο ίδιος. Και για να μπορεί να προβάλει στις μαυρίλα τα αγαπημένα του πρόσωπα. Της μητέρας του και Εκείνου. Κυρίως Εκείνου. Καλύτερα, από την εποχή της πρέζας καλύτερα. Την είχε κόψει την πρέζα αυτός. Χρόνια. Με πόνους. Έπινε πολύ οινόπνευμα όμως, πια ήταν αλκοολικός. Αλκοολικός και δυστυχισμένος. Ένας γέρος, δυστυχισμένος αλκοολικός που ζούσε με τις αναμνήσεις του μπεκροπίνοντας και καπνίζοντας απανωτά βαριά τσιγάρα, Καρέλια Αγρινίου. Το πακέτο άσπρο. Πόσες φορές δεν έχει γράψει ποιήματα, εκεί. Βολεύει και η κασετίνα. Το πλακέ του σχήμα τέλος πάντων.
Στο τοίχο δέσποζε η φωτογραφία του εραστή του. Εκείνου… Τον μόνο που ερωτεύτηκε στην ζωή του, έτσι απόλυτα, λυτρωτικά, αιώνια. Πάνε 50 χρόνια από τότε που τον αποθανάτισε ο πλανόδιος φωτογράφος, ένα βράδυ Παρασκευής, σʼ ένα καφενείο της οδού Σταδίου. Εκείνος ότι είχε πάρει το πτυχίο του από την φιλοσοφική και έλαμπε δίπλα σε αυτόν. Ωραίο παιδί. Παθιάρης και ευαίσθητος. Νεκρός από πρέζα. Έχουν περάσει δεκαετίες και ακόμα να το πιστέψει ότι έχει για πάντα φύγει.

Πήρε την φωτογραφία στα χέρια του. την ξεκρέμασε από τον τοίχο. Χαμογέλασε πικρόχολα. Του χάιδεψε το άψογα ξυρισμένο, νεανικό του πηγούνι. Έβαλε τα κλάματα. Ένα κλάμα ενοχικό, όχι λυτρωτικό. Θα προτιμούσε να είχε πεθάνει την ίδια στιγμή με Εκείνον, στο ίδιο παγκάκι, από την ίδια παρτίδα πρέζας. Δεν μπόρεσε να αυτοκτονήσει μετά, κάτι τον κράταγε ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει τι, και μετά έρημος σκότωνε την κάθε στιγμή. Μόνος και κλινήρης.
Ναι θα ήθελε να είχαν πεθάνει μαζί. Αγάλια. Ήταν η πνοές τους το αεράκι για το μεγάλο ταξίδι. Αλλά δεν έπαθε τίποτα. Ήταν μια άδικη μοίρα για αυτόν. Μια μοίρα σκληρή που δεν την άξιζε. Τις νύχτες παρακαλούσε να έχει την τύχη της Κάτιας Αναλυτή, αν και με αιώνες καθυστέρηση, που δεν άντεξε το χαμό του αγαπημένου της συντρόφου Κώστα Ρηγόπουλου. Θυμότανε, τότε που μαζί με Εκείνον, τους έβλεπαν, αγαπημένο ζευγάρι στην ζωή και στο σανίδι να δίνουν ρεσιτάλ ήθους και αιώνιας αφοσίωσης. Θεατρόφιλος Εκείνος! Ο ακριβός του Εκείνος.
Ονειρευόντουσαν, την ζωή μαζί, πάντα μαζί, να κάνουν τα πάντα μαζί, να εκδίδουν τις ποιητικές τους συλλογές στον ίδιο οίκο, και γιατί όχι, να γράψουν από κοινού ένα βιβλίο που να υμνεί τον έρωτά τους. Αυτός και Εκείνος όπως ακριβώς ο Ρηγόπουλος με την Αναλυτή. Μαζί στην ζωή και στην Τέχνη. Η μοίρα ανελέητα σκληρή για αυτόν.
Τον πόνεσε, ακόμα τον πονάει. Και κλαιει κάθε μέρα για Εκείνον. Καίγετε με την μνήμη Εκείνου. Κάηκε. Όπως τώρα το καρελάκι του. Σίγα – σιγά. Εκείνο το βράδυ, που Εκείνος ταξίδεψε, στην Βαρβάκειο, μέσα από αναφιλητά ούρλιαξε: εδώ τέλειωσαν όλα και πάτησε με την μπότα του το τσιγαράκι, έβράσε σε ένα κουτάλι μια μεγάλη δόση πρέζας, και την κάρφωσε με μανία στο εσωτερικό του μηρού, προσδοκώντας ότι θα έπαιρνε και αυτός υπερβολική δόση και θα συναντούσε τον αγαπημένο του. Εκείνον.
Υπό την επήρεια της ηρωίνης, τον φίλησε τρυφερά στον στόμα, του σφάλισε τα βλέφαρα. Αχ εκείνο το βλέμμα Εκείνου, τα γαλανά του μάτια, αυτά τα μάτια που ερωτεύτηκε με την πρώτη μάτια. Αυτά τα μάτια μέσα τους έβλεπε την οικούμενη. Τα μάτια. Τα σφαλιστά. Που δεν θα ξανάνοιγαν πια. Τα μάτια που λάτρεψε και πότε δεν θα ξανάβλεπε. Έβγαλε μια κραυγή και αυτός λιποθύμησε.
Όταν συνήρθε είχαν πάρει πια Εκείνον και η αστυνομία που ερευνούσε την υπόθεση του θανάτου, μετά την ανάκριση, του παρέδωσε τον αναπτήρα του. τον έχει πάντα στον πακέτο του και ανάβει τα Καρέλια Αγρινίου με συγκεκριμένο αναπτήρα. Τόσα χρόνια, και ανάβει τα τσιγαράκια του, με τον αναπτήρα Εκείνου. Δείγμα αιώνιας αγάπης και αφοσίωσης. Μεταλλικός. Μασίφ ασήμι.
Στο κρεβάτι που κάποτε έκαναν έρωτα, δεν μπόρεσε να ξανακοιμηθεί. Το χειμώνα κοιμόταν στο μικρό καναπέ του σαλονιού και το καλοκαίρι έστρωνε στο πάτωμα. Για να δροσίζετε. Μια που δεν άνοιγε τα παράθυρα. Το κρεβάτι γέμιζε μόνο με άδεια κουτιά Αγρινίου και περιθωριακές τροτσκιστικές εφημερίδες, όλων των κομμάτων. Θερμός υποστηρικτής των θεωριών του Τρότσκι, από τα χρόνια της νεότητας του στην νομική σχολή αυτός, καθοδηγητής σε φυλλάδια των τροτσκιστών φοιτητών της φιλοσοφικής Εκείνος, αντάξιος του Πουλιόπουλου, του Ράπτη και του Στίνα. Αχ! Εκείνος, ο άψογα πολιτικοποιημένος Εκείνος. Ο πολλά υποσχόμενος ποιητής, ο υπέρμαχος του τροτσκισμού. Η αγάπη του. Ο εραστής του. Ο δικός του Εκείνος.
Ο καθρέφτης που κοιταζόντουσαν αγκαλιασμένοι καλύπτεται από ένα κιτρινισμένα, κουρασμένα χειρόγραφα, κολλημένα με χαρτοταινία. Ανέκδοτα ποιήματα Εκείνου. Τα φιλάει όπως κάποτε το σώμα του. Θυμάται συννεφιασμένα χειμερινά απογεύματα στο Ζάππειο και πως αιμορραγούσε από τα φιλιά του κάτω από μια καρό ομπρέλα σε ένα απόμερο πλατύσκαλο της Μονμάρτης τότε που είχαν πάει να ακούσουν μια διάλεξη, για την ποιητική πρωτοπορία του Βερλαίν, στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Πάντα μαζί. Εκείνος μαγεύτηκε. Και μετά ερωτικό ζευγάρι, στις ασωτίες του Παρισιού. Σαν Βερλαίν με Ρεμπώ. Πήγαν σε ένα τεκέ οπίου. Αιώνια μαζί είπαν ανάμεσα ναργιλέδες, κονιάκ, ρημαγμένες συντροφιές οπιομανών και φιλήθηκαν με πάθος στο στόμα. Πάνε χρόνια από τότε.
Στα φιλολογικά καφενεία πάντα μαζί. Περιποιημένοι και οι δυο. Έπιναν τα ηδύποτα καπνίζοντας Καρέλια Αγρινίου αυτός και Έθνος εξαιρετικά Εκείνος. Πάντα η γοητεία Εκείνου. Νόμιζε ότι μαγεύει. Μίλαγε ωραία. Πάντα συντροφιά αριστερών, κυρίως Τροτσκιστών, λογοτεχνών. Ώρες- ώρες (όχι συχνά), αυτός και Εκείνος έφευγαν για να πάνε να πάρουν το Δηλητήριο τους. Αχ Εκείνος! Ο φύλακας άγγελος του. Ο φύλακας άγγελος των τεκέδων της Αθήνας. Μόνο Εκείνος. Μετά αγκαζέ περπατούσαν περήφανοι. Με τις ρεπούμπλικες τους. Αυτός καμάρωνε για την κορμοστασιά εκείνου. Ψιλός, γαλανομάτης. Συνάμα έξύπνος και πνευματώδης. Περιζήτητος στις λογοτεχνικές παρέες. Ο ιδεατός άντρας για αυτόν. O δικός άντρας. Εκείνος.
Χρόνια μετά τον θάνατο Εκείνου, μετά το πολιτικά βρόμικο 1989 αυτός είχε αποσυρθεί στο μικρό διαμέρισμα του, με τις εντοιχισμένες βιβλιοθήκες, πάντα μεθυσμένος, πικραμένος από την πολιτική προδοσία, και την Δεξιά που έγινε κυβέρνηση για να μείνει στο πολιτικό στερέωμα, όπως πίστευε, είχε πια να εκδώσει χρόνια ποιητική συλλογή, δεν ενδιαφερόταν για τα δικαιώματα του, δεν ενδιαφερόταν για επανεκδόσεις έργων δικών του, δεν πήγαινε πια σε λογοτεχνικές συναντήσεις, δεν συνεργαζόταν με κανένα λογοτεχνικό περιοδικό, είχε κλειστεί στο εαυτό του και σε κατάσταση μέθης και παράνοιας, έβλεπε στο ύπνο του την επανακυκλοφορία των ποιητικών αριστουργημάτων – όπως πίστεύε – Εκείνου, και την έκδοση σε ένα τόμο των απάντων του, από νέο εκδοτικό οίκο, γιατί αυτός που είχε τα δικαιώματα έχει πια κλείσει. Και μια τίμηση από την πολιτική και πολιτειακή ηγεσία τουλάχιστον από τους κόλπους της ενταγμένης Αριστεράς. Τον παρηγορούσε η ιδέα ότι αν ζούσε εκείνος, τα πράγματα στην Αριστερά θα ήταν διαφορετικά, ειδικά στην Τροτσκιστική, και διάβαζε και ξαναδιάβασε κείμενα εκείνου από τον Μαχητή, κείμενα που ήξερε ήδη από έξω, και θαύμαζε Εκείνον, το δικό του Εκείνο που τα έγραψε, κείμενα που στέκουν ακόμα και σήμερα και έλεγε στον εαυτό του με καμάρι ότι όμοια κείμενα, σε αμεσότητα λόγου και διαύγεια δεν έχει διαβάσει σε καμία τροτσκιστική εφημερίδα από τότε μέχρι σήμερα. Και με την πέννα του θα χάριζε ένα ακόμα βραβείο Λένιν στην Ελλάδα.
Εκείνος είχε μια ιδιαίτερη αγάπη στην όπερα. Προμηθευόταν πάντα τις καλύτερες εκδόσεις των δίσκών όπερας από την γειτονική Ιταλία, με λατρεία στην Μαρία Κάλλας. Η ακριβή του Μαρία. Η αιώνια σύντροφος, σκεφτόταν αυτός, μια γυναίκα που μετά από το θάνατο του αγαπημένου της Αριστοτέλη Ωνάση, του δικού τους Αρίστου, αποφάσισε να μην ζήσει και δεν έζησε. Πέθανε ολομόναχη στο διαμέρισμά της στο κέντρο του Παρισιού, έξι μήνες μετά από Εκείνον το έτος 1977. Εγώ γιατί να μην είμαι τόσο τυχερός έλεγε και ξαναέλεγε αυτός. Εκείνος έφυγε από την ζωή, βιαία τον Μάρτιο του 1977 κοντεύουν τριάντα χρόνια από τότε. Τριάντα χρόνια αναρωτιέται αυτός, τριάντα ολόκληρα χρόνια. Μια ολόκληρη ζωή. Μια ολόκληρη ζωή, μόνος. Μια ολόκληρη ζωή μισός. Μια ολόκλήρη ζωή Εκείνος στο χώμα. Ο δικός του Εκείνος. Η μοναδική του αγάπη. Ο άνθρωπος του. Ο ποιητής του λάτρεψε, ο θεωρητικός που υπηρετούσε.
Ανάβει τσιγάρο αυτός, γέμισε ένα ποτήρι κονιάκ, το ήπιε μονορούφι για να μειώσει το τρέμουλο λόγω ηλικίας, αλκοολισμού και συγκίνησης άκρων του, σηκώθηκε και τρεκλίζοντας πήγε στο πιο ψιλό ράφι της βιβλιοθήκης του δεξιού τοίχου, του αγαπημένου του τοίχου γιατί εκεί κρεμιέται η φωτογραφία εκείνου και πήρε με περισσή προσοχή την πρώτη ποιητική συλλογή εκείνου. Το βαρύ χαρτί του εξωφύλλου έγραφε το όνομα εκείνου. Το ακούμπησε με τις άκρες των δακτύλων του. θυμήθηκε την παλιά εποχή μετά την μεσοπόλεμο, την λεγόμενη Α μεταπολεμική γενιά, που ανήκει τόσο αυτός όσο και Εκείνος, τότε που στο βιβλιοπωλείο «Φέξη» υπόγραφε στους θαυμαστές του μετά την παρουσίαση που χρίστηκε με μεγάλη επιτυχία. Έως και ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς παραβρέθηκε και άλλοι, πολλοί καθηγητές από την ακαδημία. Ο τίτλος του βιβλίο έφερε το τίτλο Ποιήσεις ύπο το όνομα εκείνου εν Αθήναι το 1951.
Εκείνος έβαλε και πάλι τα κλάματα από συγκίνηση. Η ποιητική συλλογή Εκείνου, μετά από τόσα χρόνια. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, σαν να μην έφυγε ποτέ. Ποτέ. Διάβασε με βραχνή, καταστραμμένη φωνή απʼ τα αλκοόλ και τα Καρέλια Αγρινίου τσιγάρα δυνατά τα νεανικά ποιήματα. Τα συγκινητικότερα της ζωής του. Για να ακούσει η μητέρα. Για να καμαρώσει για τις επιλογές του γιου της. Αυτή που πάντα επίκρινε τον ομοφυλοφιλικό εαυτό του γιου της, για να καμαρώσει για την ποιητική ταυτότητα του εραστή του γιου της. Του μοναδικού εραστή της ζωής του. Του μοναδικού, του υπέροχου και του καλύτερου εραστή του κόσμου. Του ανύψωσε τον εραστή του όπως κανένας εραστής στο κόσμο δεν έχει ανυψώσει εραστή. Εκείνου και αυτού.
Πήγε στην ντουλάπα, και αυτός φόρεσε το καλό του κοστούμι. Λούστηκε, χτένισε τα μαλλιά του, φόρεσε τα γιορτινά μου και με μια χαρούμενη μελαγχολία, διοργάνωσε μια ποιητική βραδιά προς τιμή Εκείνου, με καλεσμένο Εκείνο και την μητέρα.
Πήρε και μια γαλλική σαμπάνια για τα μεθεόρτια. Για να γιορτάσει με εκείνον και την μητέρα του. Για όλα και για πάντα….










ke aytos opos ke poli alli to idio la8os grfoume grafete grafoun gia tous ligous tous pneymatika katirtismenous 8elo na pisteyo oti i ligi den ine o stoxos ..aytos 8a mini opos ke na ehi sigoura na grafi poli kala gia esas tous psagmenous…
se agapo poli ke to kseris akoulis