Θα πάρω ένα καρότσι και θα βγάλω βόλτα τη μαμά μου

Θα διασχίσουμε όλη την Αθήνα

να φτάσουμε μέχρι κάτω σε εκείνο το αρχοντικό του Πειραιά. Που αν ανέβεις τα σκαλοπάτια του, αν διασχίσεις τα ερειπωμένα του δωμάτια και βγεις έξω στο απέραντο μπαλκόνι, σημάδι της παλιάς ομορφιάς του τοπίου,

θα δεις μια μικρή αμμουδιά.

Σκουπίδια βαραίνουν το σπίτι.

Κάτω στην άμμο μαζεύονται οι μετανάστες του κόσμου να πάρουν το καλοκαιρινό τους μπάνιο, φωνάζουν και τρώνε, καταλαμβάνουν τον τόπο της αλλοτινής μεγάλης ζωής.

Η μαμά θα μουρμουρίζει για την κατάλυση του μικροαστικού τυπικού που ποτέ δεν είχαμε αλλά, γέμιζε το σπίτι.

Τότε θα θυμάμαι τα αδέρφια μου

στείρα

περικυκλωμένα από τα αντικείμενα των ονείρων τους

τότε που εμείς με ένα τίποτα θα ταξιδεύουμε.

Όμως ο χρόνος θα είναι νεκρός και η ειρωνεία μου θα εσωστρέφεται χωρίς να το ξέρω.

Ο χρόνος δεν θα βιώνεται αλλά θα ανατρέχει σε ότι του έμεινε γιατί έγινε σημασία.

Ήταν με πόνο.

Όμως ήρθε η ώρα ο θάνατος να κλείσει.

Τότε που πετώντας το κέρμα σηκώθηκε να χορέψει ο συγγενής τραπεζίτης προωθητής υγιεινής συνείδησης μετά ουισκιού, πετάχτηκα και του ʽκοψα τη φόρα.

Έιχα φορέσει το αρκουδοκέφελο και τον κατατρόμαξα δεν έπρεπε να φανεί η ιστορική εξέλιξη της διαφωνίας και σαν κάπως να φάνηκε…

Όμως αυτός δεν το βαλε κάτω και την επόμενη μέρα μετά την αντιπολεμική πορεία πήγε για μεσημεριανό φαγητό στο Κολωνάκι αφού καρδάμωσε λοιπόν φύτεψε και αυτός ένα παλούκι. Με πόναγε και έτσι αυτή την μέρα (πάντα εσωτερικά ) φώναξα την ηχογραφημένη ανάμνηση που φώναξε μετά το σκυλοζεμπέκικο του

– καμια φορά θα στα βγάλω τα αυτιά καμία φορά θα σου κόψω την ουρά να μην μπορείς κι αν το θέλεις να κρυφτείς

Σκέφτεσαι πολύ, είχε πεί, εμείς πρώτα και κύρια θέλουμε να περάσουμε καλά. Δύσκολα θέματα για συζήτηση και ο χαρακτηρισμός που μου έδωσε δεν θα έλεγα πως μου είναι και τόσο ταιριαστός, αλλά αυτό το τελευταίο με τάραξε και έκραξα μέσα μου πολλά και έξω μου – ηδονιστή! Χωρίς να έχω καταλήξει σε δική μου φιλοσοφική θεώρηση.

Επιστροφή στην πραγματικότητα!

Όχι μην νομίζεται δεν πήγα διακοπές. Συντρόφευα «τρελούς» και «ηλίθιους» της κοινωνίας στην καλοκαιρινή τους αναψυχή σε εξοχικό γκέτο. Όχι δεν είμαι καλή, δεν είχα προσπαθήσει να έρθω σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους, ούτε μου είχε δοθεί η ευκαιρία να τους συναντήσω στις καθημερινές διαδρομές των «φυσιολογικών» απλά έψαχνα για δουλειά. Βλέπεις «αυτοί» είναι γερά «κτισμένοι» στα ιδρύματα, μεγαλωμένοι με το βάρος νυχτερινής βάρδιας νοσοκόμας (που να την βρει την τρυφερότητα που την υπομονή; Και αν, σε ποιόν να την πρωτομοιράσει; ), διασχίζουν τις ημέρες νυσταλέοι, χαπακομένοι, ξεχασμένοι στην τηλεόραση, προσμένοντας το επόμενο γεύμα.. .

Ταγερόπληκτες και φρεσκοαρωματισμένοι κοινωνικοί «λειτουργοί», ψυχολόγοι με την απελευθέρωση του τάνγκα και συμβουλές περιορισμού του ελάχιστου ερωτισμού που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ εγκλείστων.

Περιφερόμενοι παπάδες, νομάρχες διακυρήσοντες την σωτήρια δύναμη του αρχηγού τους.

Όλα τα σκατά του κόσμου χωρίς δυνατότητα διαφυγής

Οι «τρελοί» και οι «ηλίθιοι» δεν ξέρουν να κάνουν οικονομία, δεν ξέρουν να κάνουν επιλογή φτηνού αλλά ποιοτικού προϊόντος (άλλωστε δεν υπάρχει), τρώνε τα χειρότερα και φθηνότερα, ντύνονται από τα χαρισμένα, οι επαγγελματικές τους δεξιότητες είναι ελάχιστες: κοπτική-ραπτική, καθάρισμα, μικροκατασκευές, οι περισσότεροι είναι άνεργοι και αγράμματοι

…ίσως να είναι λάθος να ταυτίζομαι όμως η επιστροφή με αναστάτωσε. Τώρα είμαι συνοδός του εαυτού μου και αυτό το πρόσωπο δεν προσδίδει «κυριαρχία» ακόμη…Είναι γιατί και εγώ στον «φυσιολογικό» κόσμο άλλοτε αποκλείομαι και άλλοτε αποσύρομαι, αναζητώ την ασφάλεια του δικού μου γκέτο των γνωριμιών, έχοντας όμως την πίστη ότι ο κοινός νους μπορεί να αντιληφθεί το άδικο και να δημιουργήσει το δίκαιο, όχι ιδεαλιστικά, αρκεί να έχει βιώσει λίγη ταλαιπωρία…αρκεί να μην εκπορνεύεται προσπαθώντας να κατακτήσει την ευμάρεια των περιοδικών.

-πίσω-Η Ελένη με κοιτάει στα μάτια. Εμείς οι δύο μπορούμε να χαμογελάμε. Η Ελένη συνήθως δεν μιλάει. Έχει νοητική στέρηση αλλά πλήρη επίγνωση του εγκλεισμού της, από όταν ήρθε στο ίδρυμα κάνει παιδικές απόπειρες αυτοκτονίας, καταπίνει αντικείμενα, πέφτει πάνω σε τζάμια, αυτοτραυματίζεται με κάθε τρόπο. Τα μάτια της λάμπουν όταν μιλάει για το παρελθόν. Ποιος άντεξε τόση σκληρότητα και την έφερε εδώ; Πόσο ξεχώριζαν αυτά τα μάτια, τώρα στην Πατησίων η ομοιομορφία με πνίγει…

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΑΑΑΑ Ελένη ας ονειρευτούμε την ελευθερία…

Όχι δεν είναι αυτή, η ΕΟΚ δίνει κονδύλια αποασυλοποίησης τι ευαισθησία!

προσοχή! Μην αποκοιμηθούμε στο μεγάλο άσυλο.

Επιστροφή στην πραγματικότητα.

Εδώ και μία εβδομάδα δουλεύω σαν υποαπασχολούμενη, ανασφάλιστη πωλήτρια. Θα πληρώνομαι για 6ήμερη, 6ωρη εργασία 430 ευρώ. Τα 230 είναι το νοίκι, τα 20 η κάρτα για τις μετακινήσεις, γύρω στα 40 οι λογαριασμοί, σε λίγο άλλα τόσα για θέρμανση, δηλαδή τα απαραίτητα έξοδα χωρίς το φαγητό είναι 328 ευρώ, μου μένουν 100 για όλα τα υπόλοιπα!

Πρέπει να κόψω το κάπνισμα! Την εφημερίδα!; και σίγουρα να εξασκηθώ να κλέβω βιβλία και ότι άλλο χρειαστεί. ΝΑ ΜΗΝ ΤΥΧΕΙ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΗΣΩ!

29 Νοέμβρη

εχθές το βράδυ ο τούρκικος ανεμόμυλος ήταν ανήσυχος, με κοιτούσε επίμονα έπειτα εξερευνούσε τον χώρο και όταν επικέντρωνε την προσοχή του σε κάποιο σημείο της αυλής δεν μπορούσα πια να αδιαφορώ. Όμως τίποτα και κανείς στην αυλή ίσως απλά να μην είχα καταλάβει.

Είχα καταλήξει πάλι ξοδεύοντας μια μέρα να μην αντέχω, να πνίγομαι και διαπιστώνοντας για άλλη μια φορά πως δεν έχω που να πάω και τι να πω, πως ΠΡΕΠΕΙ κάπου να πάω και κάτι να πω.

Πήγα στην Μαρία. Ηδη από την είσοδο άρχισα να σκέφτομαι πάλι τα ίδια. Πάλι δεν τήρησα τις αποφάσεις μου, να μην βρίσκομαι με ανθρώπους όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα για επικοινωνία, δεν αντέχω την φλυαρία. Όμως η μοναξιά με πνίγει αχ! Γιατί να μην μπορώ να χαρώ έστω την φλυαρία.

Φεύγω χειρότερα, αποφασισμένη να περπατήσω. Ο δρόμος που ξέρω για το σπίτι περνάει από απαγορευμένο τόπο αναμνήσεων. Αλλάζω απόφαση και περιμένω τον ηλεκτρικό. Υπάρχει δρόμος για περπάτημα παντού. Αυτή την φορά δεν θα βιάζομαι, ας περπατήσω αργά, απλά θα περιφέρομαι κατευθυνόμενη προς το σπίτι, ίσως κάτι να δω, κάποιον να συναντήσω. Κανείς-τίποτα μόνο οι άνθρωποι με σκληρές σόλες ή τακούνια, με ενοχλούν. Αναρωτιέμαι γιατί κανείς από τους φίλους μου, εγώ, δεν φορέσαμε ποτέ σκληρές σόλες ή τακούνια.: Άραγε νιώθουμε ότι υπάρχουμε και αθόρυβα 9ναρκισιστική σκέψη); Αυτοί φοράνε ηχηρά παπούτσια για να καλύψουν την ανυπαρξία τους (επιθετική σκέψη)!

Επιστροφή στο σπίτι καταλαβαίνω πως ο αδερφός μου πέρασε από το σπίτι από τα ακαθάριστα σκατά στη λεκάνη της τουαλέτας. Περίεργη επικοινωνία. Για αυτήν την επικοινωνία άφησα το σπίτι μου! Ο φιρφιρής με κοιτάει περίεργα, ανοίγω την τηλεόραση, έχει μείνει έκπληκτος να προσπαθεί να με κοιτάξει καλύτερα, τελικά ανεβαίνει επάνω μου. – ε, ναι δεν είμαι καλά και θα δω τηλεόραση σε πειράζει;

Ο γνωστός παπάρας που δεν θυμάμαι το όνομα του μιλάει με τον Σ. Ξηρό! Απομυθοποίηση; Ποτέ δεν είχα αυτούς τους μύθους. Την επομένη το πρωί από το λεωφορείο βλέπω μια αφίσα για τον Σερίφη. Τι στο διάολο μου συμβαίνει; Κλαίω!

1η Δεκέμβρη

Έχω προβλήματα με τον ύπνο. Κοιμάμαι τα ξημερώματα. Βρήκα δουλειά, από το τέλος του μήνα θα κάνω την αρκούδα σε παιδική εκπομπή της ερτ1!!! Στην Κατερίνα είπα – αποφάσισα να εκπορνευτώ.

Μάρτης ΠΟΛΕΜΟΣ

Τότε που πετώντας το κέρμα σηκώθηκε να χορέψει ο συγγενής τραπεζίτης προωθητής υγιεινής συνείδησης μετά ουισκιού, πετάχτηκα και του ʽκοψα τη φόρα.

Είχα φορέσει το αρκουδοκέφελο και τον κατατρόμαξα δεν έπρεπε να φανεί η ιστορική εξέλιξη της διαφωνίας και σαν κάπως να φάνηκε…

Όμως αυτός δεν το βαλε κάτω και την επόμενη μέρα μετά την αντιπολεμική πορεία πήγε για μεσημεριανό φαγητό στο κωλονάκι αφού καρδάμωσε λοιπόν φύτεψε και αυτός ένα παλούκι. Με πόναγε και έτσι αυτή την μέρα (πάντα εσωτερικά ) φώναξα την ηχογραφημένη ανάμνηση που φώναξε μετά το σκυλοζεμπέκικο του

– καμιά φορά θα στα βγάλω τα αυτιά καμία φορά θα σου κόψω την ουρά να μην μπορείς κι αν το θέλεις να κρυφτείς

Σκέφτεσαι πολύ, είχε πει, εμείς πρώτα και κύρια θέλουμε να περάσουμε καλά. Δύσκολα θέματα για συζήτηση και ο χαρακτηρισμός που μου έδωσε δεν θα έλεγα πως μου είναι και τόσο ταιριαστός, αλλά αυτό το τελευταίο με τάραξε και έκραξα μέσα μου πολλά και έξω μου – ηδονιστή! Χωρίς να έχω καταλήξει σε δική μου φιλοσοφική θεώρηση.

Μέχρι τις 21 θα έχω δουλέψει σε δύο διαφορετικές εταιρίες διανομής με το μηχανάκι και τελικά θα απολυθώ το σημαντικότερο όμως είναι ότι κατάλαβα -αν συνεχίσω έτσι θα ξεχάσω σύντομα- την σκληρότητα της μισθωτής εργασίας. Είχα ξαναδουλέψει αλλά πρώτη φορά ένιωσα τόσο πολύ την σωματική κούραση.

21 με συλλάβανε με τον Φώφη

-Εγώ και ο Φώφης αρνούμαστε όλες τις κατηγορίες

Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΤΟ ΟΠΛΟ ΤΩΝ ΛΑΩΝ!

– προσφέρθηκα, επιδίωξα, γιατί;

-Ο Φώφης εκμεταλλεύτηκε τη διαφορετικότητα του, τους μπέρδεψε και γύρισε σπίτι-

Ακόμα δεν έχω καταλήξει σε ένα συμπέρασμα

Ίσως αυτή η φράση του Καντ ότι η θεωρία χωρίς την ανάλογη πρακτική είναι κενό γράμμα αν φιλτράρω όλη μου τι ζωή με αυτή την σκέψη θα καταλήξω στη στωική έσχατη λύση προσωρινά επειδή έχω και άλλες δουλειές από το να σκέφτομαι εφαρμόζω την λύση του Χιούμ αδιαφορία

Εχθές το βράδυ μαυροντυμένος βγήκε από την ντουλάπα. Ακούστηκε το θρόισμα του υφάσματος που την σκεπάζει, με κοιτούσε το ένιωθα έδωσα στο στόμα μου την έκφραση της λύπης όταν σκέφτηκα… άνοιξα τα μάτια ΟΝΕΙΡΟ

Ότι όμορφο να φέρνει την ανάμνηση

Όποια τρυφερότητα μοιάζει μικρή και άρρωστη μπρος στην ανάμνηση

Σαν να δέθηκα με το λόγο σε εκείνο που θέλει δυο για να είναι

Ποιος θυμάται;

Το παιδί δεν γεννήθηκε!

Τέλος Απρίλη

Η θλίψη έχει σταθεί.

Ονειρεύτηκα πως μας είχαν συλλάβει όλους όσους γνώρισα σε ένα καταπράσινο λιβάδι, με πήρε παράμερα ένας με στολή και μου ʽπε –θάρρος είναι να ξέρεις πότε ήρθε η στιγμή να παραδόσεις τα όπλα.

Η θλίψη της ασημαντότητας… να όπως το σκέφτομαι τώρα δα, να κλείσω τα μάτια και να τελειώσει αυτή η χλιαρότητα. Τώρα ξέρω δεν μπορώ να περιμένω πια, μα το χειρότερο και αν ερχόταν; Τώρα δεν έχω εμπιστοσύνη.

είμαι ζωντανή νεκρή, χωρίς ένα λόγο, ένα σκοπό, σαν τα παράσιτα.

Εναλλακτικά φάρμακα! Ίσως να μου προκάλεσαν πονοκεφάλους και έτσι σήμερα δεν συνέχισα τη θεραπεία.

Γράμμα συστημένο! αν είναι από τον Βασίλη; – Φάνης -χέστηκε η αγελάδα στο αλώνι!

– αν δεν συμβεί κάτι ποτέ δεν θα είμαι σίγουρη για την αντίδραση μου.

Φάνης – περαστικά!

Το συστημένο γράμμα δεν ήταν από τον Βασίλη, δεν ήταν από κανένα φίλο ή εχθρό. Τέλος.

100 συλλήψεις στην διαδήλωση ενάντια στους Μεγάλο-Ευρωπαίους. Θέλω να πάω στα δικαστήρια αλλά πρέπει να τελειώσω την εργασία για την ιστορία της τέχνης.

Μάης

Οι μέρες περνούν

Όταν ο γάτος ήταν κλεισμένος μπρος στο φόβο της αναπηρίας, του είχα φτιάξει ένα τραγουδάκι

– που πάνε οι σταγονίτσες όταν φεύγουν από την τρύπα του νεροχύτη, θα ξεγλιστρήσω σιωπηλά…

Σεπτέμβρης

Κατάφερα έστω και κακά να παίξω ξανά κουκλοθέατρο στο φεστιβάλ Ωρωπού. Η Κωνσταντίνα που έπαιξε επίσης δεν τα πήγε τόσο καλά λόγω κακής επιλογής του τόπου παρουσίασης και των μικροφώνων που μας έφευγαν συνέχεια και στις δύο. Τα εργαστήρια όμως που έγιναν για τα παιδία ήταν πολύ όμορφα, μακάρι να μπορούσαμε να είχαμε μια τέτοια δυνατότητα σε διάρκεια χρόνου θα μπορούσαν τα παιδιά να εκφράσουν όχι μόνο κατασκευαστικές δεξιότητες αλλά και τόσες άλλες… ίσως να έχω χάσει τον σεβασμό μου στη δημιουργία καθαυτή και στη χαρά της στιγμής της αλλά ένιωσα κάποια στιγμή πως αφού όλα αυτά δεν είχαν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε κάτι ουσιαστικότερο ως προς την επικοινωνία μεταξύ των παιδιών και τη δυνατότητα να εκφραστούν επικοινωνιακά προς τα έξω χειριζόμενα τις κούκλες που έφτιαξαν, η όλη κατασκευή τελικά εξυπηρέτησε την ανάγκη του δήμου να προβάλει το μετεκλογικό του έργο και μειώθηκε στο μέγεθος του εικαστικού.

Ότι πήγε καλά ήταν από τη δύναμη να σε ρουφάει η πράξη και το αναπάντεχο της στιγμής που κάνοντας σε εφευρετικό δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο αναστολής, εσωστρέφειας ή έλλειψης κουράγιου. Εγώ δεν το είχα και έτσι αρπαζόμουν από οτιδήποτε ή αφηνόμουν σε μια φλυαρία με ανθρώπους που θα έπρεπε να κρατήσω σε τυπική απόσταση. Φυσικά δεν έχασα ευκαιρία να θυματοποιηθώ για να αποποιηθώ τις ευθύνες μου, φυσικά κανείς δεν είναι βλάκας και αν παρόλα τα υπόλοιπα δεν έβγαλε συμπέρασμα το σίγουρο είναι πως σε συνδυασμό με την ευερεθιστικότητα μου τα αμάσητα λόγια και το ακάλυπτο άγχος βγήκαν τα χειρότερα.

Μέχρι όμως τις ημέρες των παραστάσεων και των εργαστηρίων και ιδιαίτερα τις τελευταίες αποκάλυψα στους οικείους μου το χειρότερο πρόσωπο. Μιζέρια γκρίνια ηττοπάθεια τεμπελιά νεύρα βρωμιά αποδιοργανωτικότητα. Αφού μαλώσαμε με την Κωνσταντίνα και μετά τα ξαναβρήκαμε βρήκα ένα αυτοσαρκαστικό διάλογο – τι επαγγέλλεστε; Ρωτούσε η Κ. απαντούσα – διασπάστρια καταπτοήτρια. – και πως τα πάτε με τη δουλειά σας; – αποτυγχάνω με τους άλλους αλλά τα καταφέρνω με τον εαυτό μου, δεν βλέπετε σε λίγο θα με απολύσω.

28.05.1976: η μαμά έλεγε πως από τον 4ο μήνα προσπαθούσε να με αποβάλει χτυπώντας την κοιλιά της, καθώς η σχέση της με τον Νικόλα είχε εξελιχθεί άσκημα. Παρόλα αυτά υπάρχουν φωτογραφίες και των δυο τους με εμένα βρέφος στην αγκαλιά, της ίδιας ημέρας, καμία όμως που να είναι οι δυο τους μαζί.

χωρίς επαλήθευση χωρίς σειρά χωρίς σαφή χρόνο μέχρι το 1981 που γεννιέται ο αδερφός μου και ορίζει τον χρόνο με την ανάπτυξη του.

Έχει έρθει ο παππούς ο Λάζαρος να με πάρει (από πού;) και κρύβομαι-με κρύβουν (ποιοι;)

Γνωρίζω τον Δημήτρη και την μαμά του την Τίλντα. Πηγαίνουμε διακοπές όπου η Τίλντα μας μαθαίνει πως ότι σκοτώνει ο άνθρωπος πρέπει να το φάει, στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα καβουράκι.

Επίθεση με τον Νικόλα κρατώντας παιδικά πολυβόλα στη δίκη του ζεύγους Κυρίτση.

Μια γυναίκα μου λέει κάθε βράδυ παραμύθια. Έχει μαύρα κοντά μαλλιά. Την αγαπώ πολύ.

Με έχει μαζί της μια οικογένεια με δύο παιδιά. Μου χαρίζουν μια μπλούζα με ένα λιοντάρι και κάθε πρωί πίνω γάλα με μέλι.

Είμαι με την μαμά και τον πατέρα του Δημήτρη. Κάθε Κυριακή πηγαίνουμε στη θάλασσα. Ίσως να κοιμάμαι μαζί τους γιατί κάποια στιγμή μου εξηγούν τι είναι ένα αντρικό «πουλί» καθώς μου φαίνεται πολύ περίεργο. Το σώμα της μαμάς μου, μου είναι γνώριμο.

Είμαι με τον Νικόλα γιατί η μαμά είναι στη φυλακή με τον Δημήτρη βρέφος. Ο πατέρας του έχει σκοτωθεί με την μηχανή αλλά αυτό δεν το γνωρίζω ούτε με απασχολεί η απουσία του.

Στην «υπόγα» ο Νικόλας λείπει (;). Με έχουν βάλει σε ένα καλάθι που έχουν κρεμάσει στο ταβάνι. Είναι πολλοί και τους φαίνεται διασκεδαστικό. Εγώ κλαίω.

Πρέπει να μείνω με την μαμά μου αλλά δεν την γνωρίζω. Την κοιτώ καιρό και πιστεύω πως είναι κάποια άλλη.

1981 και μετά

Με την μαμά και τον Δημήτρη. Η μαμά δουλεύει το βράδυ και εγώ προσέχω τον αδερφό μου. Δεν έχουμε λεφτά. Μια φορά βγήκα στην πλατεία και ζήτησα από έναν άνθρωπο λεφτά για να πάω και εγώ στο σινεμά που είχε πάει η μαμά μου αλλά επειδή δεν ήξερα που είναι με πήγε στο σπίτι.

Πηγαίνω στο σχολείο. Έχουν καταργηθεί οι ποδιές αλλά η δασκάλα μου είναι γριά και δεν της αρέσει να φοράω παντελόνι. Η μαμά, μου παίρνει μια φούστα που όμως στην αλήθεια είναι παντελόνι. Είμαι υπερήφανη για αυτό το μυστικό. Δεν μπορώ να μάθω τους αριθμούς και ο Νικόλας μου δείχνει πως μπορώ, με τα κυπαρισσόμηλα.

Ο Δημήτρης πέφτει συνέχεια από το κρεβάτι του το βράδυ και του βάζουμε μαξιλάρες από κάτω για να πέφτει στα μαλακά. Εγώ κοιμάμαι με παραμάνες στα σκεπάσματα γιατί ξεσκεπάζομαι. Ασφυξία.

Ο παππούς του Δημήτρη μας παίρνει οχήματα. Κόκκινο ποδήλατο για μένα, κόκκινο αυτοκίνητο για τον Δημήτρη. Κοιμόμαστε μερικές φορές στο σπίτι του όταν δουλεύει η μαμά και τα σκεπάσματα είναι έτσι φτιαγμένα που έχεις την ίδια κουβέρτα και σεντόνι πάνω-κάτω. Ασφυξία και βρομιά. Το σπίτι έχει ωραίο παράθυρο προς την πλατεία από όπου μπαίνουμε και βγαίνουμε, μιλάμε με τον παππού.

1982

Μένουμε κοντά στη γιαγιά (τη μητέρα της μαμάς). Έτσι το μεσημέρι μετά το σχολείο περνώ και παίρνω φαγητό για το σπίτι. Ο Δημήτρης δεν μπορεί να έρθει εκεί γιατί η γιαγιά δεν μπορεί να πείσει πια τη γειτονιά πως η μαμά μου έχει άλλο ένα παιδί από τον άντρα που χώρισε πριν από μια δεκαετία. Εγώ αντίστοιχα πρέπει να κάνω επαναλήψεις το όνομα αυτού του άγνωστου άντρα που στη καλή και σωστή κοινωνία της γιαγιάς μου είναι ο πατέρας μου. Όταν πηγαίνουμε επισκέψεις με την γιαγιά με πιάνει τέτοιος τρόμος μην ξεχάσω αυτά που με έχει δασκαλέψει ή μην πω κάτι λάθος που τελικά αμφιβάλω και για το όνομα μου που έτσι και αλλιώς εκεί είναι άλλο. Η μαμά μου και ο Νικόλας με φωνάζουν Νουνού. Στο σχολείο με φωνάζουν Λίλλιαν. Η γιαγιά με φωνάζει Γαλήνη αλλά το όνομα μου λέει πως είναι το δικό της, Κυριακή, αλλά την λένε Κούλα, και ο παππούς γελάει και λέει πως καλύτερα μου ταιριάζει το φουρτούνα και με φωνάζει φουρτούνα (= τυχαιότητα άραγε γνώριζε τη σημασία της λέξης; Γιατί το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα μπορούσα να χαρακτηριστώ τόσο σύντομα. …)

Ο σκύλος που χάρισα στη γιαγιά είναι πολύ άσχημος και ράτσα, ντρέπομαι να τον βγάζω βόλτα. Έτσι αποφασίζω να τον ανταλλάξω με έναν φίλο μου από το σχολείο. Η μαμά του έλεγε πως έχουν μικρό σπίτι για τον σκύλο, για αυτό αποφασίσαμε πως ο σκύλος της γιαγιάς μου που ήταν μικρός και ράτσα έπρεπε να πάει στη μαμά του φίλου μου και ο σκύλος της μαμάς του φίλου μου στη γιαγιά μου αφού ήταν μεγάλος, ότι πρέπει για σπίτι με κήπο. Φυσικά αποτύχαμε.

1984-5

Με τη μαμά, μένουμε στον Άγιο Στέφανο. Εγώ πάω 4η δημοτικού ο Δημήτρης στον παιδικό σταθμό. Κάθε πρωί στις 6 πηγαίνω στο φούρνο και παίρνω ζεστό ψωμί. Συνήθως ξεχνάω το ποδήλατο και γυρνώ με τα πόδια τρώγοντας το ψωμί. Ξαναγυρνώ να πάρω το ποδήλατο να το πάω σπίτι για να πάω σχολείο. Μετά το σχολείο περνώ τις γραμμές του τραίνου για να πάρω τον Δημήτρη από τον σταθμό και να γυρίσουμε πίσω. Έχω μια καλή φίλη την Χριστίνα και κάνουμε συνέχεια πατίνια ή καταλήψεις με άλλα παιδιά σε εγκαταλελειμμένα γιαπιά όπου φτιάχνουμε το σπίτι μας. Η μαμά είναι με τον Γιάννη που μας αγαπάει πολύ αν και δεν καταλαβαίνουμε τι εννοεί όταν αφού έχουμε κάνει κάποια βλακεία μας βάζει στο δωμάτιο μας να το σκεφτούμε και να του πούμε σε λίγο. Πρέπει να είναι και για τους δύο μας ο μοναδικός άνθρωπος της «οικογένειας» που μας ενέπνευσε σεβασμό. Έχουμε κότες, κουνέλια, λαχανόκηπο. Στην αρχή ένα σκυλάκι που αρρωσταίνει και προσπαθούμε να το κάνουμε καλά ταΐζοντας το σκουληκαντέρες και λουλουδάκια λιωμένα αλλά τελικά πεθαίνει. Μετά έχουμε την Κορίνα που μεγαλώνει και είναι τόσο γερή που όταν την πηγαίνω βόλτα με τα πατίνια που δεν τα βγάζω σχεδόν ποτέ, είναι σαν να έχω έλκηθρο. Πηγαίνουμε με τον Δημήτρη, βόλτες στο δάσος και κολυμπάμε στο ποτάμι, μαζεύουμε γυρίνους. Παίρνει φωτιά το δάσος. Έχω θυμώσει πολύ με τον Γιάννη που αντί να πάει να σβήσει τη φωτιά κάθετε και την κοιτάει. Του το λέω και η απάντηση είναι πως πρέπει να αφήνεις μερικές φορές τα πράγματα να εξελίσσονται όπως θέλουν οι πολλοί… ή κάτι τέτοιο. Σήμερα φαντάζομαι ότι πιθανόν να μου μιλούσε για την ησυχαστική στάση της μη αντίστασης έναντι του κακού, θα του ταίριαζε…

Τα πράγματα αλλάζουν. Η μαμά λέει στο Γιάννη ότι βρομάει όταν γυρίζει από την οικοδομή και τον στέλνει να κάνει μπάνιο. Εγώ πρέπει να σφουγγαρίζω δύο φορές την ημέρα κ.λ.π, αλλά η μαμά δεν είναι ευχαριστημένη. Μαλώνω στο σχολείο. Ο Δημήτρης μαλώνει στο σχολείο. Οι δύο μας μαλώνουμε στο σπίτι. Η γιαγιά, η μαμά της μαμάς μου, λέει πως αν προσεύχομαι σε έναν άγιο, ας πούμε όταν μαλώνω με τον αδερφό μου στον άγιο Δημήτριο και πάει λέγοντας…θα φτιάξουν τα πράγματα, δεν πιάνει το κόλπο. Μάλιστα η ενασχόληση με τους αγίους μου βγαίνει σε κακό γιατί όταν χαρίζω στη δασκάλα μου τον άγιο Γαβριήλ που έχω ζωγραφίσει, αν και εγώ πιστεύω πως είναι ο ωραιότερος άγγελος επειδή έχει φτερά, αυτή παρεξηγείται επειδή είναι του θανάτου…

Η μαμά έχει αρχίσει να με χτυπάει.

1987-88

Μετακομίζουμε στην Κυψέλη σε διαμέρισμα της γιαγιάς και του παππού για να μην πληρώνουμε νοίκι. Ανακαλύπτουμε φυσικό περιβάλλον με τον Δημήτρη στον λόφο στο τέρμα της Μεγίστης που τότε ήταν ακόμα σκουπιδότοπος. Έχω μια πολύ καλή φίλη την Ρένα κάνουμε πατίνια και ζωγραφίζουμε. Και έναν φίλο από τη Νιγηρία όπου ξέχασα το όνομα του. Μια φορά είχε έρθει μαζί μου στο λόφο, έπεσε και έσπασε το κεφάλι του και από τότε οι γονείς του δεν με άφησαν να κάνω πολύ παρέα μαζί του.

Αρχίζει μια δύσκολη περίοδος καθώς είμαι παραπάνω από το συνηθισμένο ανεπτυγμένη σωματικά στο σχολείο ή έτσι μου φαίνεται και έτσι δεν φοράω τα επιστημονικά σουτιέν που μου παίρνει η μαμά μου αλλά δένω το στήθος μου με γάζα. Επίσης η γιαγιά μου παίρνει γοβάκια τα οποία είναι παντελώς άχρηστα καθώς δεν έχω ζεστά παπούτσια και ουσιαστικά δεν αντικατέστησαν τα πέδιλα αλλά κυρίως πως θα κάνω πατίνια με τα μοβ γοβάκια; Βγάζω τον φιόγκο και κάνω πατίνια με τα γοβάκια. Η μαμά αρχίζει να φαντασιόνεται την ερωτική μου ζωή…Η γιαγιά αρχίζει να μου λέει μπούρδες για τον Γιάννη υπονοώντας πως παίζαμε το σενάριο ελληνικών ταινιών στο σπίτι, όπως κατάλαβα αργότερα. Αυτές τις ταινίες η μαμά μου απαγόρευε να τις δω καθώς έπρεπε να προστατευθώ από αυτούς τους ρόλους τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών. Γενικά η γιαγιά αλλάζει τη συμπεριφορά μου απέναντι στους αρσενικούς ανθρώπους όλων των ηλικιών. Η Τίλντα σοκάρεται όταν κλαίγοντας αρνούμαι να κοιμηθώ με τον Δημήτρη γιατί η γιαγιά μου είχε πει πως θα μείνω έγκυος και μου εξηγεί την πραγματικότητα.

Έχει αρχίσει η περίοδος που η μαμά μου εκτός από το ξύλο, μου σπάει τα γυαλιά. Στην αρχή τυχαία με σφαλιάρα στο πρόσωπο, μετά με διάφορους τρόπους. Η γιαγιά και ο παππούς μου δίνουν λεφτά για να τα αντικαταστήσω αλλά αυτό δεν συμβαίνει πάντα, έτσι μέχρι να φύγω από το σπίτι έχω περάσει μέχρι και εξάμηνο χωρίς γυαλιά.

Πεθαίνει ο Νικόλας. Η μαμά μου με ντύνει στα άσπρα.

Η μαμά αρχίζει να δίνει δικές της εξηγήσεις σε αυτά που συνήθιζα να κάνω. Της λέω πάντα την αλήθεια καθώς αυτό έχω μάθει να κάνω από εκείνη, αλλά έχει παρεξηγήσει την ανάπτυξη μου. Είμαι μόνο 11 χρονών. Μου παίρνει βιβλία για τη σεξουαλική ανάπτυξη και το ΕΙΤΖ με αποτέλεσμα όταν το καλοκαίρι ξυρίζω κρυφά τα πόδια μου με το ξυραφάκι του υπερήλικα θείου μου να νομίζω πως έχω κολλήσει και όταν μου έρχεται η περίοδος να το κρύβω για αρκετό καιρό από τη άλλη τρελή, την γιαγιά μου, με την οποία έτυχε να είμαι για διακοπές= περισσότερο κλεισμένη στο σπίτι, με εξαίρεση το θαλάσσιο μπάνιο.

1988-9

Αρχίζει μια προσπάθεια από τους συγγενείς του Νικόλα να με γνωρίσουν. Αυτό είναι αρκετά δύσκολο καθώς νιώθω πως το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να βάζουν το χέρι στην τσέπη και εγώ δεν είχα μάθει να θέλω πράγματα και λεφτά, επίσης το θεωρώ προσβλητικό. Τελικά όταν η μαμά πηγαίνει στη Λάρισα να γίνει αγρότισσα με στέλνει μετά από λίγο στο θείο μου στην Κοζάνη. Αυτός είναι διαφορετικός από τους άλλους συγγενείς αλλά η θεία μου με όλη την ευθύνη της οικογένειας επάνω της δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα και έτσι μετά από 6 μήνες με στέλνουν πίσω. 7 μήνες όπου μεταμορφώθηκα σε ένα φυτό μάθησης με πρόγραμμα και ξενύχτια με την εξαίρεση των μαθηματικών όπου ο καθηγητής από συνήθεια κοιτώντας το υπόλοιπο βαθμολόγιο μου έβαλε ένα 19. Χά.! Χά! Στο δεύτερο τρίμηνο κατάλαβε πως δεν μπορούσα ούτε απλή διαίρεση να κάνω και για τους τύπους έβαλε 16. Η μαμά ήρθε μια επίσκεψη αλλά θυμάμαι μόνο πως ψώνισε ρούχα τα οποία έκρυψε, προφανώς γιατί εγώ βρισκόμουν εκεί κατά την άποψη των συγγενών λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ήταν μια περίοδος σθεναρής υπεράσπισης της εκ μέρους μου, καταλάβαινα πώς ανεξάρτητα από οτιδήποτε δυσάρεστο εκείνη δεν είχε αυτή την γλοιώδη υποκρισία. που χαρακτήριζε το συγγενολόι στις προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις του, το οποίο απέφευγα διαβάζοντας ακατάπαυστα.

Τον ίδιο χρόνο όταν γυρίζω πίσω, αυτή τη φορά στο Ζούμπερι, βλέπω πως η μαμά έχει χωρίσει με τον Γιάννη. Η ζωή είναι πάλι όλο ένταση. Αρχίζω να πέφτω κάτω συχνά και να γυρίζουν τα μάτια μου ανάποδα, να τρέμουν άλλες στιγμές τα πόδια μου. Περνώ αρκετό χρόνο στα νοσοκομεία. Άλλοι λένε πως έχω επιληψία άλλοι πως δεν έχω τίποτα. Η μαμά μου λέει πως θα με πάρει στο τρένο να μαζέψουμε λεφτά να με πάει στη Ρωσία και κάτι άλλα τέτοια παλαβά. Αρχίζω να το ελέγχω και έτσι σταματάει να φαίνεται και σιγά – σιγά ξεχνιέται. Έχω χάσει την χρονιά στο σχολείο από απουσίες.

1990

Γενικά αυτή η περιοχή έχει διαφορετικούς ανθρώπους από την Αθήνα ή έτσι πιστεύω. Οι άνθρωποι έχουν μια μανία να φορούν ότι πιο ακριβό κυκλοφορεί στην αγορά ή έστω να μας κοιτούν περίεργα επειδή δεν έχουμε τις ίδιες συνήθειες, να σχολιάζουν…

Η μαμά μου είναι καιρό μόνη της και φαίνεται καλύτερα. Στην αρχή δουλεύει στα θερμοκήπια μετά εντατικοποιεί την πώληση κοσμημάτων και κασετών στο δρόμο. Έχουμε δύο περίεργες επισκέψεις. Η πρώτη έρχεται και φεύγει. Η μαμά μου γνωρίζει έναν άντρα που λέει πως είναι φίλος του Νικόλα. Ξυπνάω τη νύχτα καθώς αυτός ο άνθρωπος έχει ξαπλώσει επάνω μου και λέει διάφορες βλακείες όπως – σε ξέρω από μωρό κ.λ.π στην αρχή δεν καταλαβαίνω και δεν λέω κουβέντα, μετά του λέω πως με ενοχλεί αλλά αυτός δεν φεύγει, φωνάζω τη μαμά αλλά λείπει… επεμβαίνει η Κορίνα και ο καλός φίλος φεύγει, η μαμά μου γυρίζει μετά από λίγο αλλά δεν της λέω τίποτα για να μην την στεναχωρήσω. Μετά η μαμά μου καταλαβαίνει πως κάτι περίεργο έχει συμβεί επειδή βρίσκει στο κρεβάτι μου ένα μαχαίρι. Με πηγαίνει στο αστυνομικό τμήμα να κάνουμε καταγγελία αλλά μετά από λίγο καταλαβαίνει πως οι μπάτσοι είναι χειρότεροι απέναντι μου, έχει περάσει και το σαράντα-οκτάωρο του αυτόφωρου και γυρίζουμε πίσω. Η δεύτερη επίσκεψη έμεινε 10 χρόνια αλλά έφυγα εγώ. Αυτός ο κύριος ήταν στην αρχή πολύ σνομπ. Ζούσαμε στο ίδιο σπίτι αλλά δεν μας μιλούσε. Όταν κατοχύρωσε την παραμονή του άρχισε τα χειρότερα. Όταν έλειπε η μαμά στη δουλειά άκουγε στη διαπασών μουσική ανεξάρτητα από το εάν εμείς είχαμε να διαβάσουμε ή να κοιμηθούμε. Με τον Δημήτρη αρχίσαμε τις περιοδείες στους γειτονικούς λόφους μέχρι τη δύση του Ηλίου. Όταν άρχισα να εκδηλώνω τη δυσαρέσκεια μου η μαμά άρχισε και να με κλείνει έξω από το σπίτι, λέγοντας μου να φύγω γενικά ή ειδικά να πάω στη γιαγιά. Αλλά το θέμα ήταν πως το σχολείο από την γιαγιά απείχε 2.30 ώρες και έπρεπε να έχω και εισιτήριο για το λεωφορείο. Συχνά κοιμόμουν στον κήπο. Ο σνομπ κύριος αποκαλύφθηκε αλκοολικός, άρχισε να σπάει πράγματα. Άρχισε να πίνει και η μαμά και είχαμε σόου κάθε βράδυ. Όταν άρχιζαν οι φασαρίες, η μαμά ζητούσε τη βοήθεια μας καθώς μετά από λίγο η αστυνομία και η γειτονιά την αγνοούσαν. Μετά την παρηγοριά μας ή τα σπρωξίματα προστασίας, όταν ξεραινόντουσαν και οι δύο στο ύπνο μέχρι να ξυπνήσουν όταν θα γυρίζαμε εμείς από το σχολείο το άλλο μεσημέρι, η μαμά μου πάθαινε αμνησία και φτού! κι από την αρχή. Άρχισα και εγώ να παθαίνω αμνησία καθώς τύχαινε να έχω προσπεράσει και ένα χιλιόμετρο το σπίτι μέχρι να το αντιληφθώ και να γυρίσω πίσω. Εκτός από τα σαββατοκύριακα που πηγαίναμε ο καθένας στον παππού ή τη γιαγιά είχαμε γίνει ξενύχτηδες. Όμως στη γιαγιά έπρεπε να κρύβω την πραγματικότητα για να προστατεύσω τη μαμά.

1990-1991 παράλληλα με τα παραπάνω

Αρχίζουν σποραδικά οι καταλήψεις των σχολείων. Συμμετέχω, λύνω το στεγαστικό μου πρόβλημα αλλά ακόμα δεν έχω σχέσεις με παιδιά από άλλες περιοχές. Αρχίζω να κατεβαίνω στις πορείες της Αθήνας. Από το συντονιστικό σχετίζομαι με αναρχικούς αλλά και οσετζίδες. Όταν καταλαβαίνω πως για τους δεύτερους αποτελεί πρόβλημα το γεγονός πως δεν θέλω να γίνω μέλος της οργάνωσης τους αλλά και πως υπερασπίζομαι τους αναρχικούς φίλους μου στην εικόνα που μου παρουσιάζουν μιλώντας γενικά. Όταν καταλαβαίνω πως και οι προσωπικές σχέσεις αποτελούν μέρος της στρατηγικής προσηλυτισμού έχω ήδη φύγει… κρίμα ίσως γιατί η ευρύτητα διαβασμάτων μου περιορίσθηκε καθώς γνωρίζοντας μερικούς ανθρώπους απέρριψα όλη την Αριστερά πριν την γνωρίσω θεωρητικά.

Όταν λιποθύμησα σε ένα οδόφραγμα ουσιαστικά δεν ήξερα κανέναν. Όταν συνήλθα και κατάλαβα πως με κρατούσαν άνθρωποι που ακόμα και το τρέξιμο τους ήταν τρυφερό πήρα το μεγαλύτερο δώρο του κόσμου και δεν χρειαζόμουν τίποτα άλλο. Κατάλαβα πως υπάρχουν και στον πραγματικό κόσμο οι λέξεις των βιβλίων και μάλιστα απερίγραπτα μεγαλύτερες σε σημασία όταν γίνονται πράξεις.

Γνωρίζω συνέχεια ανθρώπους και κυρίως όλους τους μέχρι πριν λίγο καιρό φίλους μου . Φεύγω από το σπίτι όταν τελειώνουν οι καταλήψεις και δεν έχω που να μείνω, καθώς η γιαγιά μου αρνήθηκε να μείνω σπίτι της. Δεν χρειάζεται καν να κρυφτώ καθώς δεν με ψάχνει κανείς Πριν φύγω αγνοούμαι ήδη, τουλάχιστον, δυο μήνες. Μένω με ένα ζευγάρι φίλων ενός φίλου μου, περίπου 6-8μήνες, ουσιαστικά χωρίς χρήματα εκτός από ελάχιστα που βγάζω από δουλειές του ποδαριού παράλληλα με το σχολείο.

1992- 1993

Τελειώνω την 3η γυμνασίου και επειδή η μαμά αρνείται να μου κάνει μεταγραφή στην Αθήνα, δεν συνεχίζω. Πρέπει να δουλέψω.

μένω με τον Νίκο. Δουλεύουμε από εδώ και από εκεί. Ο φίλος μου ο Φώτης είχε μικροβιακή πνευμονία και από όλους που τον επισκεπτόμαστε ή από άλλο κρύωμα που δεν φροντίζω καθώς δεν έχω λεφτά για την αντιβίωση και η μαμά μου αρχίζει την γνωστή παράνοια να αρνείται να μου δώσει χρήματα αφού δεν της λέω την αλήθεια που περιμένει… δεν είμαι έγκυος ακόμα έτσι χωρίς αντιβίωση βρίσκομαι και εγώ σε λίγες μέρες με πνευμονία στο Σωτηρία. Όταν παθαίνω αλλεργική αντίδραση σε ένα φάρμακο ο Νίκος επικοινωνεί με την μητέρα μου που έρχεται και με πηγαίνει στο Υγεία επιτέλους τρώω φαγητό. Δεν δίνω κανένα στοιχείο στη μαμά μου ούτε έχω καμία σχέση παραπέρα αλλά ξαναρχίζω την επαφή με την Τίλντα που ήρθε στο νοσοκομείο.

Μένουμε αργότερα για λίγο καιρό σε κοινόβιο αλλά όταν μένω έγκυος προκύπτει σοβαρό πολιτικό πρόβλημα καθώς η άρνηση μου να κάνω έκτρωση με τους γουρουνάνθρωπους γυναικολόγους που μου προτείνουν θεωρείτε χριστιανική ηθική. Για να εξηγήσω: ένιωθα ότι έκτός από το ότι οι γιατροί αυτοί με θεωρούσαν μίασμα επειδή είχα σεξουαλική ζωή σε αυτή την ηλικία, ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τον Νίκο ήταν άθλιος και για εκείνον αλλά και για εμένα. Δεν θεώρησα ποτέ ότι ο Νίκος ήταν ο υπαίτιος της εγκυμοσύνης μου. Είχα σοκαριστεί γιατί φεύγοντας από το σπίτι νόμιζα πως είχα αφήσει όλο το κακό πίσω μου αλλά τελικά το κακό ήταν παντού. Θεωρούνταν λογικό να είμαι μια γυναίκα που την γαμάνε και την αφήνουν έγκυο την καημένη πως θα την κρύψουμε τώρα που είναι και ανήλική μην μας κλείσουν στη φυλακή να τσεπώσουμε τα 100 χιλιάρικά, ΄πω πω τι πάθαμε την ψυλλιάστηκε η αναισθησιολόγος την ηλικία της και ουρλιάζει

-έαν πεθάνει αυτή τώρα, εμένα θα με κλείσουν φυλακή! Με συγχωρείτε εγώ φεύγω! Ευχαριστώ δεν θα δώσω.

Και από την άλλη τους ορθολογιστές αναρχικούς να λένε –κατά κύριο λόγω άντρες- ότι αυτά που λέω πως δεν πουλάω τον εαυτό μου στους χασάπηδες για ένα μωρό μείον ή θα βρω σίγουρο τρόπο να το αποβάλω μόνη μου ή θα αναλάβω την ευθύνη του είναι μπούρδες του χριστιανισμού.

Βρίσκω τη μαμά μου και πάμε σε έναν γιατρό που είναι και άνθρωπος. Και η μαμά μου πάει να δώσει τον κλασικό ρόλο στο Νίκο, υπόγεια. Σχολιάζει συνέχεια τη ζωή μου καθώς δεν της αρέσει που έχω μια σχέση στην ηλικία μου τόσο καιρό και με ειρωνεύεται – Εγώ στην ηλικία σου τους άλλαζα σαν τα πουκάμισα! Μην μου πεις ότι θα τον παντρευτείς κιόλας! Βλέπω πως είναι αδύνατο να έχω σχέση μαζί της και να επικοινωνούμε. Παρόλα αυτά πηγαίνω στο σπίτι τους για να βλέπω τον αδερφό μου και τον παππού μου που πεθαίνει μέσα στον τρόμο από ασιτία. Φοβόταν να φάει ακόμα και από εμένα γιατί πίστευε πως θέλει να τον σκοτώσει η μαμά για να του πάρει τα λεφτά. Εδώ που τα λέμε δεν είχε και άδικό ένιωθε, έκανε μόνο ένα λάθος η μαμά τα είχε πάρει ήδη τα λεφτά. Δοκίμαζα πρώτα εγώ το φαγητό και μετά ένιωθε καλύτερα και ψιλότρωγε αλλά … η γιαγιά είχε πεθάνει καιρό πριν δεν θυμάμαι πότε ούτε πως έμαθα ότι ήταν στο νοσοκομείο μόνο πως την είδα στην εντατική της έβαλα ένα λουλουδάκι στο χέρι και άρχισε το μηχάνημα να κάνει μπίπ…..(Το 1991 την άνοιξη, μου το είπε ο Σέργιος εχθές) μετά εγώ δανείστηκα μια καλή μπλούζα την πιο κομψή που βρήκα αλλά ήταν μπορντό και δεν άρεσε στους συγγενείς όπως δεν τους άρεσε που της έβαλα κρινάκια πολλά κρινάκια γιατί έλεγαν πως δεν θα σαπίσει. Και ο παππούς ένιωθε το ίδιο χαμένος εκεί. Πήγαινα και τον έβλεπα μετά όσο μπορούσα και τρώγαμε μπαγιάτικα, σωπαίνοντας.

Φωτιά στον Υμηττό. Πάμε με τους «πολίτες» και προσπαθούμε να σώσουμε ότι μπορεί ο καθένας. Στο τέλος όταν όλα έχουν καεί εμφανίζεται ο Δήμαρχος και θέλει να βγάλει φωτογραφίες με τους εθελοντές…άντε στα κομμάτια! Νιώθω πως μου κάψανε το σπίτι. Περνούσα σχεδόν κάθε μέρα, ώρες εκεί.

Έχω πουλήσει κοσμήματα το καλοκαίρι στα νησιά και έχω μαζέψει κατά την άποψη μου ασύλληπτο ποσό χρημάτων. Έτσι αποφασίζω να πάω σχολείο ξανά. Η μαμά που ξαφνικά νόμισε πως έγινε πλούσια μου προσφέρει το μισό σπίτι στην κυψέλη. Μένω με την φίλη μου την Ελένη και μοιραζόμαστε τα έξοδα. Έχω χωρίσει βλακωδώς με τον Νίκο, απλά ήθελα να μείνω μόνη μου… με τις τόσο έξυπνες φίλες μου καθώς περνούσα την περίοδο που πίστευα πως οι άντρες έχουν μειωμένες ικανότητες στη ζωή δηλ. στην επικοινωνία, το εύρος των εργασιών, στην αντίληψη των φαινομένων κ.λ.π

Στο κατσαριδόσπιτο είμαστε πολύ αγαπημένες. Κόσμος έρχεται εμείς γυρνάμε σε όλη την Αθήνα μαζί ή χώρια. Έρχεται και ο αδερφός μου να μείνει μαζί μας καθώς η μαμά εξακολουθεί να είναι τόσο καιρό με τον αλκοολικό κύριο. Σταματώ να της δίνω τα χρήματα για το νοίκι. Σε καυγά τους επεμβαίνω και του σπάω το χέρι. Η λέξη τέλος. Μετά από κάποιο καιρό ο Δημήτρης επιστρέφει. Όμως η Ελένη και ο αγαπημένος της καπνίζουν χασίσι και η μαμά ισχυρίζεται πως το σπίτι της έχει γίνει τεκές και μπουρδέλο. Εγώ της εξηγώ πως δεν είναι έτσι και όσο την αφορά για μένα ούτε κανονικά τσιγάρα δεν καπνίζω, αλλά και δεν έχω καν μια σχέση ερωτική. Στην πλατεία κάτω από το σπίτι μου η μαμά ουρλιάζει, ο Γιάννης δεν μπορεί να ηρεμήσει την κατάσταση. Της φέρνω το μπουκάλι της μπύρας της στο κεφάλι ευτυχώς χωρίς αποτέλεσμα. Της πετώ το τραπέζι και τις καρέκλες της από το παράθυρο. Η Ελένη πια έχει φύγει. Νοικιάζω σπίτι και φεύγω και εγώ.

Καλοκαίρι 1994

Έχω αποφασίσει πως δεν θα ξαναδούλεψω σαν μικροπωλήτρια γιατί δεν μπορώ άλλο να κρύβομαι στους θάμνους για να κοιμηθώ, ούτε να κάθομαι δίπλα σε πρεζέμπορους ή έστω χασισέμπορους μικροπωλητές. Έχω περάσει μάλλον κατάθλιψη όταν συνειδητοποίησα ότι οι άντρες που γνώριζα πριν τους «απορρίψω» μόνο ανίκανοι συναισθηματικά δεν ήταν γιατί αυτοί που συνάντησα μετά είναι να ξεράσεις. Κάνω θεραπευτική κηπουρική και προσπαθώ να αρχίσω να τρώω πάλι. Ο Νίκος μου κάνει «φροντιστήριο» μαθηματικά γιατί έχω μείνει μετεξεταστέα. Δουλεύω σε ένα κατάστημα κοσμημάτων. Το σπίτι μου έχει γίνει κέντρο διερχομένων καθώς είναι στο κέντρο.

Ερωτεύομαι τον Τάκη όταν τον βρίσκω να κοιμάται με το κεφάλι του μέσα στην κούτα με τα γατάκια και τη γάτα. Αλλά και όταν τον ακούω να της λέει – μανούλα πήγαινε βόλτα να ξεκουραστείς θα προσέχω εγώ τα αδερφάκια μου.

Αποφασίζουμε να μείνουμε μαζί σε σπίτι με κήπο. Όμως ο Τάκης δεν έρχεται στη μετακόμιση έτσι έκπληκτη μετακομίζω μόνη μου.. τελικά έρχεται και μου λέει πως το σκέφτεται γιατί με φοβάται που βάζω τα ψάρια στη σειρά στο ταψί. Προσοχή αυτό δεν είναι αστείο είναι πολύ σημαντικό γιατί δείχνει πως είχαμε τον ίδιο τρόπο να εξηγούμε την πραγματικότητα και ακόμα και εάν δεν θεωρείτε και πολύ ορθολογικός έχει βάση γιατί στηρίζεται στην παρατήρηση. Τα ψάρια έδειχναν πως βρισκόμουν σε μια αρμονία που ακόμα και τα ψάρια έπρεπε να έχουν αισθητική άποψη μέσα στο ταψί. Όμως ο Τάκης κατάλαβε πως δεν έπρεπε να φοβάται και ήρθε την ίδια μέρα με άλλο φορτηγό.

Από τον Μάη του 1994 είμαι ενήλικη και εισπράττω τα δικαιώματα του Νικόλα. Έχω χρήματα και έτσι αποφασίζω να πάω στο εργαστήριο κουκλοθεάτρου «χαρχούτ». Το αντιμετωπίζω σαν σπουδές που θέλω ενώ το σχολείο σαν κάτι που πρέπει να το τελειώσω, έτσι κι αλλιώς δεν είχα δυνατότητες για πανελλήνιες εξετάσεις. Ουσιαστικά σταματώ να δουλεύω από τότε. Το πρωί πάω σχολείο, το απόγευμα στην επανάσταση και το εργαστήριο. Στο εργαστήριο είμαστε σαν οικογένεια. Δίνω όλο μου το χρόνο εκεί, στο σχολείο και τον Τάκη. Αποκόβομαι από τους φίλους μου αλλά δεν το έχω καταλάβει. Είμαι συνέχεια με ανθρώπους στο σχολείο αλλά η επικοινωνία υποβιβάζεται σε μπουρδολογία αρχίζει και μου φαίνεται φυσιολογική και η μπουρδολογία Μας πέφτει το ταβάνι στο κεφάλι. Ο ιδιοκτήτης δεν το φτιάχνει και αλλάζουμε σπίτι.

Πολυτεχνείο 1995

Αρχίζουν οι δραματικές σκηνές με τον Τάκη, δεν είναι καλά από όταν μένει άνεργος και αρχίζει την περιπλάνηση. Φεύγει τον βρίσκω ξανά είμαστε μαζί ακόμα και όταν μένουμε χώρια. αλλά η ανεργία και η οικονομική του ημι-εξάρτηση από εμένα είναι καταστροφική και για τη σχέση μας και για το σπίτι μας, είχα μπλοκάρει τα περισσότερα χρήματα στην τράπεζα και έτσι μένουμε χωρίς σπίτι. Με φιλοξενεί η Κωνσταντίνα και μια καθηγήτρια μου, φίλη του Νικόλα, ο Τάκης μένει σε κατάληψη αλλά εγώ λόγω παλιών γνωριμιών δεν θέλω να πάω εκεί.

Το καλοκαίρι παίζουμε στο δρόμο με την Κωνσταντίνα και τη Δήμητρα..

Αποφασίζουμε να μείνουμε οι τρεις μας και η αδερφή της Κωνσταντίνας οι τέσσερις μας. Στο συμβόλαιο δεν βάζουν το όνομα μου για να μην καταλάβει η σπιτονοικοκυρά πως είμαστε τέσσερις για τριάρι σπίτι και εγώ δεν κάνω ακόμα φορολογική δήλωση. Στη διάρκεια της συγκατοίκησης θα φύγει το 1996 η Δήμητρα και θα έρθει ο αδερφός μου καθώς η μαμά μου που έχω να της μιλήσω από το 1994 μαθαίνω πως είναι στην Αγγλία και δουλεύει για να μην της κατασχέσουν το σπίτι… αυτό δεν ίσχυε γιατί το σπίτι δεν της άνηκε ποτέ για να μπορούν να της το πάρουν αλλά όπως ξέρω τώρα την κυνηγούσε το λογιστήριο του κράτους γιατί για 1,5 χρόνο μετά το θάνατο του παππού έπαιρνε την σύνταξη του σαν να ήταν ζωντανός. Απλά εμφανίστηκε ο Δημήτρης με τα πράγματα του μια μέρα. Τα κορίτσια αποχωρούν γιατί η Μαρία θέλει πιο σύγχρονο σπίτι ή γιατί κανείς δεν θέλει οικογένεια στα 20τόσα του και μάλιστα ξένη…

Έρχεται και ο Τάκης στο σπίτι αυτό όταν βρίσκει δουλειά και αφού εμείς έχουμε αποτύχει να βρούμε σπίτι μικρότερο και φθηνότερο.

Όταν ο Τάκης αποφασίζει να κάνει την επανάσταση με τον αδερφό μου νιώθω πως ζω με τρελούς αλλά τους αγαπάω (;) αρχίζω να είμαι η μητέρα Τερέζα για το ανήλικο που εάν το συλλάβουν θα κλείσουν και την μάνα μου μέσα για εγκατάλειψη ανηλίκου ή έστω έτσι πιστεύω. Παράλληλα με την επανάσταση ο αδερφός μου αρχίζει να παίρνει και χάπια. Όταν καταφέρνω να συνεννοηθώ με τον Τάκη πως τουλάχιστον στο ζήτημα της επανάστασης όταν δεν είναι από επιλογή αλλά συγκυρία γεγονότων είναι ξέσπασμα, γινόμαστε γονείς και προσπαθούμε να τον αποτοξινώσουμε. Όμως εκείνος κλέβει πια και εμάς, όταν βλέπω τον αδερφό μου να οδύρεται κλαίγοντας για την αθωότητα του και τον Τάκη να κατηγορεί τον γείτονα., έχουν διαλυθεί ήδη τα πάντα…. στέλνω τον Δημήτρη στον παππού του τον οποίο αποφεύγω καθώς πιστεύει πως είμαι πουτάνα στο επάγγελμα για να ζω μόνη μου τόσο καιρό. Μαθαίνω πως τον παίρνει η μαμά στην Αγγλία .από όπου μου στέλνει και τις φωτογραφίες μου

1997 τελειώνω το σχολείο. Χρόνος δύσκολος. Αποφασίζουμε να γίνουμε μελισσοκόμοι όμως εγώ αφήνω τον Τάκη να τα παίρνει όλα στην ευθύνη του γιατί έτσι νόμιζα πως θα ένιωθε καλύτερα. Αυτόν τον χρόνο δουλεύει για χρήματα ελάχιστα., εγώ παρομοίως μόνο βοηθάω τον Χρήστο σε κανένα εργαστήριο ή φτιάχνω 40 μάσκες για ένα σχολείο που με πλήρωσε τα μισά χρήματα στη μέση της δουλειάς και δεν εμφανίστηκε ποτέ να πάρει τις μάσκες τελειωμένες γιατί διαλύθηκε η ομάδα θεάτρου.

2η φωτιά στον Υμηττό κάηκε και το δεύτερο σπίτι μου και οι χελώνες και τα μελισσάκια.. η σπιτονοικοκυρά μας δημιουργεί διάφορα προβλήματα αφού καταλαβαίνει την ονομαστική απάτη. ΜΙΣΟΣ

1998 έχουμε μεταφερθεί στο δάσος της Πάρνηθας. Έχουμε απορροφηθεί από το επάγγελμα του «επαναστάτη» εγώ χωρίς προσωπικές σχέσεις αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως έχω μεταμορφωθεί τουλάχιστον εδώ και ένα χρόνο σε ακόλουθο του Τάκη. Όμως η φύση είναι όμορφη και μια βόλτα σε κάνει να ξεχνάς οτιδήποτε άσκημο. Έτσι αγαπιόμαστε μέχρι να εμφανιστεί αυτός που θα διαταράξει την ισορροπία που έτσι κι αλλιώς ήταν τόσο ευαίσθητη που να μην αντέχει οποιαδήποτε τρίτη παρουσία πόσο μάλλον εκείνη του Βασίλη.

Ο Βασίλης έρχεται και μου υπενθυμίζει χωρίς να το ξέρει όσα έχω αφήσει πίσω. Το χρώμα της Ελένης, τη γλυκύτητα, την σοβαρότητα, τη σκληρότητα του λόγου. Το εύρος των δυνατοτήτων. Ο λόγος έχει χαθεί πόσο καιρό δεν θυμάμαι; Έχω απορροφηθεί τόσο στην παρατήρηση και μόνο τώρα αντιλαμβάνομαι πως δεν μπορώ να επικοινωνήσω παρά μόνο να αναπαραστήσω, όμως η αναπαράσταση χρειάζεται θεατές και δεν προϋποθέτει φίλους, τώρα καταλαβαίνω πως ούτε καν αυτή την κατανόηση της αναπαράστασης, μερικές φορές το χαμόγελο της αισθητικής ικανοποίησης σε αφήνει να νομίζεις ότι είσαι κατανοητός….κι όταν αρχίζω να τραυλίζω τις ξεχασμένες έννοιες ίσως και να έχουν οι λέξεις μου μια ιδιαιτερότητα καθώς ορίζουν οπτικά σχήματα για να μεταδώσουν το συναίσθημα … εκείνος ακούει δεν με αποτρέπει ούτε με ειρωνεύεται προσπαθεί να καταλάβει και ταυτόχρονα αρχίζω να καταλαβαίνω και εγώ την ξεχασμένη γλώσσα όχι τα νοήματα της αλλά τον τρόπο για να την ξαναμάθω και να την αναπτύξω. Η έπαρση του καλλιτέχνη πρέπει να φύγει αρχίζει η αυτοκριτική και ανακαλύπτω πως είμαι κενή και στο επαναστατικό ζήτημα. Μετά αρχίζουν τα κύματα της εξωτερικής κριτικής που σκοτώνουν….

Παρεμβολή: ότι χαζοαηδία και να γράψω για το παρελθόν το αποτέλεσμα είναι πως δημιουργήθηκα-είμαι μια αφελής επιφανειακή άνθρωπος με ελλιπή γνώση της πραγματικότητας και υπερβολικό συναισθηματισμό που αμφιβάλω ακόμα και για την γνησιότητα του κατά συνέπεια αδυναμία επιβίωσης. Όταν εμφανίζω το σωτήριο μίσος είμαι και απόβλητη. Η λύση λοιπόν θα έπρεπε να είναι εξίσου ορθολογική με την πραγματικότητα στην οποία δεν μπορώ να επιβιώσω. Γιατί δεν μου προσφέρετε έναν εύκολο θάνατο; Εκτός από αφελής και επιφανειακή είμαι και δειλή εσωτερικά σας παρακαλώ σκοτώστε με.

Επειδή δεν μου είναι εύκολο να συνεχίσω να γράφω για το τι ακολούθησε θα γράψω για το τι έγινε πριν γράψω την παραπάνω πρόταση. Αυτό είναι ένας έμμεσος τρόπος.

Δούλευα στο σουβλατζίδικο. Μια παραγγελία είναι για την οδό που έμενε ο Βασίλης τον καιρό πριν και μετά την απεργία πείνας. Νόμιζα πως φαντασιονόμουν πάλι η παραγγελία όμως πήγε σε αυτό το ίδιο σπίτι.

Είχα φιλοξενηθεί λίγο καιρό σε αυτό το σπίτι με διάσπαρτα διαστήματα ακόμα και όταν άρχιζα να αντιλαμβάνομαι περίεργα την πραγματικότητα. Αυτό το σπίτι ήταν για μένα καταφύγιο ακόμα και όταν από τον σεισμό κρίθηκε ακατάλληλο και μιλούσαμε με τον Βασίλη κάτω από το κρεβάτι που είναι ξύλινο και υπερυψωμένο για ασφάλεια. Σε αυτό το σπίτι αγκάλιαζα τον Βασίλη όταν ξυπνούσε ουρλιάζοντας στον ύπνο του, όταν έκλεγε από απελπισία , στο παράθυρο αυτού του σπιτιού του έκανα με την Κωνσταντίνα καντάδα για να του δείξω πως υπάρχει ελπίδα, σε αυτό το σπίτι όταν ο Βασίλης μου έφτιαξε τσάι με μέλι εγώ είπα γιατί δεν είμαστε τώρα οι τρεις μας; Πίστευα πως θα ήμασταν αχώριστοι για πάντα εάν την είχαμε προσέξει περισσότερο πίστευα πως είχαμε πετύχει την τέλεια ισορροπία ο Τάκης, ο Βασίλης και εγώ. Αλλά εκεί που μας ένωνε η επανάσταση μας χώρισε ο έρωτας έστω και ο πλατωνικός εγώ πίστευα πως είμαι σε όλα προδότης. Ο Τάκης όταν κοιμόταν πια είχε μια θλίψη στο πρόσωπο, μόνο στον ύπνο μπορούσε να αφεθεί. Κι όταν μετά το ένα σκελετωμένο κορμί, ο άνθρωπος που αγαπούσα και σκοτώνανε και με εμποδίζανε ακόμα και να τον δω γίνανε δύο άνθρωποι που διαδοχικά έτσι μήπως και δεν καταλάβεις σου εμφανίζονται με τα σκελετωμένα τους πρόσωπα και δάκτυλα πιασμένα στα κάγκελα περιτριγυρισμένα από άθλια υποκείμενα που ξαφνικά τώρα καταλαβαίνω πως είναι η πλειοψηφία και δεν σέβονται ούτε αυτόν τον θάνατο που μπορεί να έρθει από στιγμή σε στιγμή γιατί δεν αγαπούν την ζωή ούτε μια στιγμή. Όλοι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα να σκοτώνουν ανθρώπους και να μην τους τρώνε μετά, τους φίλους μου, να τους χαρακτηρίζουν τρελούς περιθωριακούς επικίνδυνους γιατί δεν έχουν πιει από το τσάι με το μέλι μας δεν έχουν δει τον κήπο μας δεν έχουν δει το κουτσό σκυλί μας που όταν κολυμπάει είναι τόσο γρήγορο, δεν έχουν έρθει να δουν το βράδυ τα βατραχάκια που βγαίνουν από τις κρυψώνες τους, ούτε τον γερανό που ζει στο νησάκι μέσα στην Αθήνα επειδή λοιπόν δεν ξέρουν τίποτα από όλα αυτά και πολύ περισσότερο επειδή όταν απελπίζονται δεν σκέφτονται να βάλουν στο παράθυρο τους ψωμί για να έρθουν να φάνε τα πουλιά, ούτε όταν νιώθουν μοναξιά να πάρουν στο χέρι ένα ροδάκινο και να βγούνε βόλτα νιώθοντας την αίσθηση της τρυφερότητας αλλά και για χίλιους δυο λόγους άλλους που μπορεί να είναι περισσότερο ακατανόητοι ίσως όμως να είμαι κατανοητή εάν προσπαθήσω να περιγράψω αυτή την ποικιλία των συναισθημάτων που σου δίνει την ικανότητα να μην έχεις τίποτα και να είσαι ευτυχισμένος γιατί μπορείς και ανακαλύπτεις ένα σωρό ασήμαντα πράγματα που σημαίνουν τα πάντα μια ασφάλεια για τον πίνακα του ηλεκτρικού ρεύματος μπορεί να συμβολοποιήσει την ασφάλεια που λείπει από την ζωή και ακριβώς επειδή είναι απλά μια έννοια και όχι κάτι χειροπιαστό, σχηματοποιώντας το, τελικά το έχεις. Πάντως όλοι αυτοί που κρίνουν συνέχεια δεν μπορούν να βγάζουν και ετυμηγορίες για όλη την κοινωνία όταν αγνοούν τόσο σημαντικά πράγματα για την ζωή όπως ας πούμε ότι η καλύτερη ηρεμιστική και κοινωνική άσκηση είναι να πας ένα κερί αναμμένο από το κέντρο μέχρι το Λιόσια….

Ταυτόχρονα να έχεις συναίσθηση του αδιέξοδου όταν με αγάπη και ελπίδα ο ένας ρωτά τον άλλον:

– που είναι ο παράδεισος;

– Αμαρουσίου;

Αλλά αυτοί προτείνουν τον εγκλεισμό ή τα εγκεκριμένα χαπάκια και μπροστά στα κλάματα της λύπης για ένα φίλο που πια δεν έχει πόδια και έτυχε να τον δω πηγαίνοντας του σουβλάκια σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις προτείνουν να αφήσω τις συναισθηματικούρες, να είμαι ήρεμη για να είμαι ικανή να μοιράσω και άλλα σουβλάκια χωρίς να στουκάρω ανασφάλιστη. Αλλά εγώ απελπίζομαι γιατί για άλλη μια φορά βλέπω πως οι πληγές μου είναι ανοικτές, πως έχω χάσει όλες τις παραπάνω καλές ικανότητες και τολμώ να πω στον σουβλατζή πως δεν σέβεται τον άνθρωπο και του γεμίζω την μηχανή του που την έχει για μόστρα με λάδια και μετά φεύγοντας ξέρω για άλλη μια φορά πως πια ούτε εγώ σέβομαι τον άνθρωπο, πως υποφέρω για αυτό, πως υποφέρω κοιτάζοντας τα φώτα τις πόλης και μην γνωρίζοντας που είναι αυτοί οι δύο άνθρωποι που αγαπώ τόσο πολύ και γνωρίζοντας πως δεν με αγαπούν πια πως δεν έχω κανέναν να με πάρει αγκαλιά τώρα που και εγώ «ζω στο παρελθόν γιατί είμαι παλιός παίζω με τους φίλους μου τον νεκρό σκύλο και το σπασμένο βάζο» όπως έγραψε ένα τσιγκανάκι σε ένα σχολείο. Πως εάν έρθει οποιοσδήποτε να μου ζητήσει τα «ρέστα» θα τον σκοτώσω, αλλά αυτό πρέπει να έγινε κατανοητό γιατί κανείς δεν ήρθε. Πως φεύγοντας το βλέμμα μου πέφτει σε αυτόν τον άνθρωπο που δεν έχει παπούτσια και δεν τολμώ να του προσφέρω τα δικά μου κι όσο θρασύ και αν είναι αυτό με πληγώνει περισσότερο η ατολμία μου παρά το ουσιαστικό γεγονός. Ζητώ ανθρώπινη επαφή με κάθε ευκαιρία λέγοντας αστείες ιστορίες αλλά κατά βάθος τραγικές σε αγνώστους, έτσι κι αλλιώς δεν έχω χρόνο να δω φίλους, ποιους φίλους;

Και την άλλη μέρα μου φεύγει η απελπισία θα τους βρω και τους φίλους αρκεί να μην απελπίζομαι μέρα παρά μέρα…αλλά να μισώ και να το εφαρμόζω κυρίως συμβολικά, αυτή είναι η δική μου συνταγή, η αγάπη χρειάζεται το μίσος για να προστατεύεται από τους κρετίνους μπορεί και να κάνω λάθος αλλά ειλικρινά βαριέμαι να περιμένω τη μετά θάνατο σωτηρία ή έστω το ρύζι.