
Μοιράζει νωχελικά τα μνήματα.
Όχι, μη βιάζεστε.
Δε θʼ αναληφθούμε στους ουρανούς
Σήμερα το βράδυ.
Κʼ ας πλανιόμαστε πως μια αχτίδα φωτός
Μες απʼ τα σύννεφα, μας διάλεξε.
Μονάχα μια λάμπα είναι, μες τους καπνούς
Απʼτα στοχαστικά τσιγάρα μας.
Άλλωστε, ούτε κλαίνε, ούτε χλευάζουν
Κάτω απʼ το σταυρό μας…
Η λάμπα πάνω απʼτα κεφάλια μας
Σμιλεύει την αλήθεια στα πρόσωπά μας.
Οι σπηλιές των κρανίων μας
Αντιφεγγίζουν.
Κʼ οι σκιές, μας σαρώνουν
Όλο και πιο πιεστικά.
Τούτο το βράδυ, ας πιαστούμε απʼ τα χέρια
Κʼ ας ευχηθούμε πως κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.
Οι μέλισσες, οι αγγελιοφόροι μας,
Μακάρι να φιλήσουν τους καρπούς μας.
Κʼ απʼ την οδό της χλωρής σιωπής των κυττάρων,
Να φθάσουν στις ρίζες τα μαντάτα
Σπέρνωντας ρίγος στο χωμάτινο κορμί μας.
Όλοι μας, ο ένας κάτω απʼ τʼ άροτρο,
Ο άλλος στοιβαγμένος στη γλάστρα,
Κ΄ ένας τρίτος ανάμεσα στʼ άνυδρα κατσάβραχα
Της πέτρας κʼ του τσιμέντου,
Θα θρέφουμε σκουλήκια.
Ας ευχηθούμε να γίνουν πεταλούδες,
Κʼ απʼ την οδό του γυμνού παρελθόντος
Δύο πολύχρωμων φτερών,
Να πετάξουμε ξανά και ξανά
Προς την χρυσή ελπίδα του Ήλιου,
Κʼ ας είναι μονάχα μια λάμπα,
Σαν αυτή πάνω απʼ τα κεφάλια μας.
Ο Σπασμένος Δείκτης
Ο Σπασμένος Δείκτης γελά και απορεί
με κάθε κρισιμότητα σαφήνειας
που ψάχνει να ψηλαφήσει ένα τελικό σχήμα.
Γνωρίζει εξ ενστίκτου πως τα τελικά σχήματα
είναι εξ ενστίκτου περιπαιχτικά.
Ο Σπασμένος Δείκτης δείχνει σαφώς,
μονάχα την ώρα της τελικής εκπνοής.
Το τελικό της σχήμα θα είναι υπέροχη
σαφήνεια χλεύης και δέους.
Μας ταράζει αυτός ο Σπασμένος Δείκτης,
γιατί δείχνει την ώρα που παράπεσε
πάνω στον χορό της λύτρωσης που σχηματίζουμε
κάθε πρωί φτιάχνοντας τον καφέ μας.
Μας τρομάζει αυτός ο Σπασμένος Δείκτης,
γιατί μας θυμίζει ένα δάχτυλο
που μάλλον κόπηκε εν ώρα εργασίας,
και που για πρώτη φορά άγγιξε, σχηματικά, τον Άνθρωπο,
αφού βέβαια πρώτα, και άκρως περιπαιχτικά,
το είχε δείξει Αυτός και Τον είχε πλάσει.
Άκομψο Κενό
Μίλησα για να μιλήσω,
Πολιορκώντας με ταυτολογίες
Κάθε άκομψο κενό.
Φέρθηκα φέρνωντας αινίγματα,
Στεγνός και αδιαπέραστος,
Με κόπο και με πόνο αποκαλύπτωντας
Τη θάλασσα μέσα μου.
Αισθάνομαι αισθήματα,
Βασανιστικά και ανώνυμα,
Για να μπορώ νʼ αποδεικνύω
Πως τα καρφιά στις παλάμες μου
Με πληγώνουν ακόμα.
Κάθομαι σε κάθισμα,
Για νʼ αποβάλλω σε λέξεις
Τον λυτρωτικό βηματισμό
Κάθε ανέλπιδης ανάβασης.
Το άκομψο κενό
Πολιορκώντας με ταυτολογίες,
Που μεταφράζονται παντοτινά,
Σαν αναπόφευκτη βαρύτητα,
Σαν αιώνιο ερωτηματικό,
Μονάχα σε αυτό: Εγώ.
Κάλεσμα
Χιονίζει, ή κάτι κρυφό μας καλεί;
Αβοήθητα παιδιά,
Μπροστά στην κατάλευκη Σιωπή
Που ξέρει μονάχα να πέφτει,
Αθωώνουν κάθε Ανεξήγητο.
Με βλέμμα εκστατικό,
Μέσα σε δάκρυα ερωτήσεων,
Γύρω απο ηλιόλουστους
Ανθούς Απάντησης.
Βραδιάζει, ή κάτι κρυφό μας καλεί;
Παντοτινά παιδιά
Κοιτώντας βασιλέματα,
Πασχίζοντας αναπνοές,
Και ο αέρας να δυναμώνει,
Γλυκός και αδιάφορος.
Ξημερώνει, ή κάτι κρυφό μας καλεί;
Μαζεμένοι σε ακριβό καταφύγιο
Βλέπουμε την αόρατη βροχή.
Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά,
Φιλιόμαστε στις πληγές μας,
Ματωμένα μέτωπα
Και μάταια μάτια.
Πάντα κρυφό θα μας καλεί
Το απέραντο γαλάζιο
Του θανάτου.
Καθʼ Ομοίωση
Μύρισε Πάσχα
Στην καρδιά μου.
Μέθυσαν οι γκρεμοί μου
Ελπίδα.
Ο πόνος του ανήφορου
Αναστήθηκε.
Όχι, δε θα δακρύσω.
Η δική μου δοξολογία
Είναι μοναξιά και…
Σιωπή.
Η δική μου δοξολογία
Είναι πιο αληθινή απο…
Ποτέ.
Δοξολογώ το σκοτάδι με…
Σκοτάδι…
Μύρισε Πάσχα,
Στην πεινασμένη μου καρδιά.
Κάπου, μια χορωδία συναθροίζει το κλάμα.
Ο ανήφορος του πόνου
Αναστήθηκε.
Η δική μου σπονδή είναι μοναχική.
Φτάνει αιφνίδια στο βλέμμα Σου…
Δοξάζω το σκοτάδι με…
Σκοτάδι…
Πάνω στη μεγάλη στροφή του θανάτου Σου,
Αρπάζω το άρμα που γράφει,
Να Σε δω απο ψηλά,
Να Πεθαίνεις,
Μέγιστη Παρασκευή
Μέγιστη Οδός,
Για Μένα…
Φλεγόμενοι διάδρομοι (Δρομοκαιτειο)
Αγαπητή Πέρσα,
Δε θα υποκριθώ…
Όχι άλλο πια…
Η μάσκα είναι το δέρμα μου, και δυο μεγάλες τρύπες στα μάτια.
Πόσο θα ήθελα να παίξω τον άγνωστο ρόλο μου…
Ψηλά τα ταβάνια της αγωνίας.
Δέος του ατελείωτου διαδρόμου…
Όχι άλλο πια!
Δύο μεγάλες τρύπες, τα μάτια…
Μυρωδιά απομόνωσης.
Στάζει απο τα βλέφαρα το γλυκό ποτό της λήθης.
Τραχύ το τρίχωμα της τρέλας.
Ένα αθώο χαμόγελο,
ένα φρικαλέο προσωπείο.
Περιμένωντας τον ήλιο, περιμένωντας της έξοδο.
Του κινδύνου ή της χλόης.
Πεπερασμένο
Η έναρξη ήταν συγκλονιστική.
Τερατώδης ευφορία.
Ηδονή κ΄ τρόμος της Δημιουργίας.
Τότε ήταν κιόλας
Που σχηματίστηκαν οι γραφικοί μας
Χαρακτήρες.
Αργότερα μάθαμε να βλέπουμε
Την ομορφιά ή, έστω τη συμμετρία.
Οπότε,
Μάλλον ήταν η περιοδικότητα
Που μας φανέρωσε τη διπλή όψη των πραγμάτων.
Ο καθένας λοιπόν στρατεύτηκε
Στον τρόπο σκέψης που του άξιζε.
Στο αίσιο ή στο απαίσιο δηλαδή.
Στα τρόπαια ή στα αποτρόπαια.
Υπήρξε όμως, δυστυχώς, μεγάλο μπέρδεμα.
Γιατί όταν συναντάς συχνά το διαφορετικό,
Δε μπορείς παρά να το δοκιμάσεις.
Όλα ωραία με τον τρόπο τους!
Δε λέω …
Μας ξέφυγε όμως μια άλλη άποψη.
Όχι ανάμεσα σε δύο. Μεσοβέζικη.
Ούτε αντιφατική, ούτε αποστασιοποιημένη.
Δηλαδή,
Ίσως το τέλος να είναι
αφάνταστο.
Ξύπνημα
Ξυπνήσαμε απο μεγάλο ύπνο.
Είναι απόγευμα.
Δίχως αύριο
Φαντάζει αυτή η μέρα.
Μια υπόσχεση παιχνιδίζει
Με κάτι κουρασμένες ηλιαχτίδες.
Ίσως το αύριο, κρατήσει
Για πάντα.
Δεν έχεις πια άλλες δυνάμεις.
Είναι και η εποχή…,
Που το μόνο που σε επιβλέπει απο ψηλά
Είναι το Τίποτα.
Προσπάθησες νʼ αναπληρώσεις ενέργεια
Αφήνωντας το υποσυνείδητο ελεύθερο
Να παλέψει παράφορα
Με τον εαυτό του.
Εμείς, μαζί με σένα,
Απλά επιβλέπαμε…
Τώρα είμαστε μέσα στην απειλητική
Θαλπωρή του μπάνιου.
Α! Επιτέλους!
Το περίμενα πολύ καιρό αυτό…
Ο καθρέφτης δίνει τη λύση.
Αρθρώνει ανελέητος,
Μια νέα, μια επικίνδυνη,
Μια άπειρη απορία.
Επαναστατική ταπείνωση
Μας ξέγραψαν τελείως
Οι σοφοί μας άρχοντες.
Συνθηκολόγησαν με το μέλλον
Χρησιμοποιώντας λαμπερές λέξεις.
Ανάγκη, Μοίρα, Αναπόφευκτο.
Κάθε επαναστατικό βλέμμα,
Αρκεί απλώς να τις συλλάβει
Για να ταπεινωθεί.
Μα εμείς αντιστεκόμαστε.
Προπαντώς στα λαμπερά θεάματα.
Γνωρίζουμε καλά το ρόλο μας
Σε τούτη την τραγελαφική σκηνή.
Οι κινήσεις μας είναι αναγκαίες.
Η μοίρα μας είναι στα χέρια μας.
Η επικράτησή μας, ίσως είναι αναπόφευκτη.
Δυστυχώς όμως,
Για κάποιο λόγο,
Το βλέμμα μας είναι βαθιά ταπεινωμένο…
Νεύμα
Ήχοι τυχαίοι,
Νεύμα μοιραίο.
Πεινασμένη συνείδηση
Ανεπαίσθητων τροφών.
Δε μοιάζει με μουσική;
Πόρτες που κλείνουν.
Αυτοκίνητο σε επιτάχυνση.
Ανάσες.
Δε μοιάζει με μουσική;
Θα εκραγώ.
Ένα…
Δύο…
Εμείς.
Θα γίνουμε ξανά παιδιά.
Ένα…
Δύο…
Μαζί.
Μήπως ξεκινήσει
Γράφω αυτή τη στιγμή
Περπατώντας νοερά κʼ ανάμεσα
Στο απέραντο πλήθος των αγνώστων
Μήπως ξεκινήσει
Ο πόνος της οξύμωρης ανωνυμίας
Να τρέχει το δάκρυ.
Μήπως και ξεκινήσει
Να τρέχει το αίμα.
Γράφω αυτή τη στιγμή
Κʼ άλλες πολλές παλιές
Στο παρελθόν, σα να
Μπαίνω σε μια σκοτεινή θάλασσα
Τρεμάμενος μήπως ταράξω τα νερά.
Γράφουμε τον πόνο της οξύμωρης ανωνυμίας
Μήπως αυτή τη στιγμή
Και άλλες πολλές στο μέλλον
Σα να θέλουμε κάτι να πούμε
Χωρίς να το ξέρουμε.
Μήπως και ξεκινήσει
Το τραγούδι.
Ενύπνιον
Πόσο θα κρατήσει τελικά
Αυτός ο εφιάλτης;
Με χαιδεύουν κάτι σκοτεινά
Πυκνά νερά.
Μυρίζομαι την αγωνία της θάλασσας.
Θα γίνω ολόκληρος ένα ορθάνοιχτο μάτι
Γεμάτο απο απειλητικά φεγγάρια,
Απο διαφανείς, διαπεραστικούς ήλιους
Και οι σκιές, πάντα γοητευτικές.
Κάποτε οι αγαπημένοι χάθηκαν περπατώντας
Μέσα στη μαύρη δροσιά των πλατάνων
Δακρύζοντας ρετσίνι
Εισπνέοντας ακαριαίους υπαινιγμούς,
Συνεχώς απογυμνωμένοι μέσα στο άφατο.
Κάποτε τα βλέμματα θα γίνουν
Πικραμένοι φάροι
Θερίζοντας και σπέρνοντας πόνο.
Φλόγες σιωπηλές, θα κομίζουν το φως
Στα εσώψυχα.
Έπειτα οι αγαπημένοι απομακρύνθηκαν,
Και τώρα και άλλοτε και αύριο,
Ζώντες θάνατοι,
Ατόφιοι οι χαλκάδες
Της μοναξιάς.
Για ποιό λόγο να νοιώθω ακριβώς τότε,
Τόσο έντονα, πόσο έντονα,
Είμαι;
Βουτάω μέσα σε κάτι σκοτεινά,
Πυκνά τίποτα.
Ως τότε…
Ναι.
Είμαι.
Πόσο να κρατήσει άραγε;
Προσ-Ποίηση
Η ειλικρίνεια,
Κάθεται αμόλυντη και μόνη
Στα πολύ πίσω καθίσματα
Των λέξεων.
Οίστρος πεισιθάνατος,
Απουσιολογικός,
Μα παρʼ όλʼ αυτά πλήρης
Σφρίγους αυταρέσκειας.
Οίστρος θρηνητικός,
Χαροφιλής,
Μα παρʼ όλʼ αυτά πλήρης
κυριολεκτικής αστοχίας.
Τέτοιο λογοτεχνικό πάθος,
Τέτοιος νοητικός διονυσιασμός,
Κʼ ούτε μια πράξη
Που να χορεύει.
Προσποίηση ενός
Επιθανάτιου ρόγχου.
Παραμιλώντας
Θα διηγηθώ μια ιστορία σε όλους εσάς,
Μαζί με μένα,
Μαζί με μένα
Γεννήθηκαν άλλοι δέκα
Και βάλε,
Και βάλε
Μαζί και αυτούς
Που είναι πια νεκροί
Πριν γεννηθώ,
Πριν γεννηθούμε,
Ήταν και είναι ζωντανοί.
Μας αγαπώ όλους,
Μαζί με σένα.
Γιʼ αυτό λοιπόν,
Όταν τσακωνόμαστε εντός μας,
Πρίν προλάβει κάποιος
Να σκοτώσει κάποιον άλλο,
Σας χωρίζω.
Άτακτη και θορυβώδης
Βλέπετε, η πλέμπα.
Η πλέμπα, βλέπετε
Αντάρτες που φωνάζουν δυνατά
Ο καθένας το ρόλο του,
Ώσπου να έρθει η αλλαγή
Της βάρδιας.
Έφτασε η ώρα!
Τώρα, πρέπει να παιχθεί
Το παιχνίδι της διαδοχής.
Γύρνα τον καθρέφτη τρεις φορές.
Ίσως τότε δεις τι γυρεύεις.
Ανέβα πάνω στο κεφάλι σου
Και βούτα μέσα στον άλλο.
Πρόσεχε!
Θα τον σκοτώσεις!
Θα τον σκοτώσω!
Όμως εγώ, ως σώφρων,
Είμαστε πάντα απρόσεκτοι.
Σχεδόν πάντα.










Ο Νίκος Ράπτης έχει τόσα πολλά να πει, που πνίγεται μέσα στην ίδια του την πνοή. Καλό θα ήταν να αρχίσει να απορρίπτει κάποιους στίχους , κάποια ποιήματα, για να ακουσθεί η φωνή του καθαρότερα. Υπάρχει φωνή, κι ας την ακούμε κάτω από τα παράσιτα των άλλων,,,,Δοκίμασε πάλι.
Νομίζω πως το ποίημα ξεκίνησε πολύ δυνατά (μοιράζει τα μνήματα – δεν θα αναληφθούμε στους ουρανούς), αλλά δεν τελείωσε με την ίδια δυνατή εντύπωση. Περίμενα να εστιαστεί περισσότερο στο θέμα του θανάτου ή της απώλειας με κάποια ξεκάθαρη εικόνα και όχι με θολές σκιές. Θα μου άρεσε αν δοκίμαζες να δώσεις ένα άλλο τέλος, κρατώντας τους πρώτους στίχους. Φιλικά, Σοφία Κ.
Συγγνώμη, πιο πάνω σχολίασα μόνο το πρώτο ποίημα με τη λάμπα (δεν είχα δει τα επόμενα). Θα διαβάσω και τα επόμενα και θα επανέλθω.
Ανακάλυψα τι έφταιγε πριν, δεν είχα πατήσει το κουμπί “περισσότερα” και έτσι σχολίασα μόνο το πρώτο μέρος του πρώτου ποιήματος τελικά (μέχρι το “όλο και πιο πειστικά”).
Διαβάζοντας το δεύτερο μέρος, έχω την αίσθηση ότι δεν πραγματεύεσαι μόνο το θέμα του θανάτου και της απώλειας (όπως νόμισα αρχικά) αλλά και της αναγέννησης της φύσης – ενδεχομένως και του ανθρώπου. Τώρα το ποίημα μου φαίνεται πιο ολοκληρωμένο και με πολύ πιο ξεκάθαρο νόημα.
Αλλά τελικά, δεν καταλαβαίνω πως τα συνδέεις όλα με την αρχική λάμπα. Πρόκειται για μια φαντασίωση απλώς, που γεννάται σε μια παρέα που κοιτάζει τη λάμπα μέσα από τους καπνούς;
Αν ναι, τότε νομίζω πως μειώνεις την ίδια την ιδέα (του κύκλου της ζωής) που θέλεις να μεταδώσεις.
Αυτές είναι οι σκέψεις μου για το πρώτο ποίημα, θα επανέλθω με τα επόμενα.
Αγαπητή Σοφία,
οσον αφορά το ποίημα “Η Λάμπα Πάνω απ’ τα Κεφάλια μας”, απαντώντας στο ερώτημά σου, θα έλεγα πως μπορεί εύκολα να συνδεθεί ο ήλιος με μια αναμμένη γυμνή λάμπα ή ακόμα και με ένα μεγάλο μάτι… Τουλάχιστον με τη δική μου ποιητική ματιά. Περιμένω τα σχόλιά σου και για τα άλλα.
Αγαπητέ Νίκο, όπως θα είδες, έχουμε διαφορετική ποιητική ματιά (όπως το έθεσες κι εσύ). Προσπάθησα αρκετά να μπω στον κόσμο σου. (Η εξήγηση για τη λάμπα πάντως είναι ενδιαφέρουσα).
Αυτά που με άγγιξαν τελικά είναι το τελευταίο (παραμιλώντας) και κυρίως το Πεπερασμένο, ιδιαίτερα οι παρακάτω στίχοι (που για μένα σηματοδοτούν και τη διαφορά κοσμοθεωρίας ανάμεσα σε σένα και σε μένα). Στους αντιγυρίζω λοιπόν, ευχόμενη να συναντηθούμε συχνά και πάλι σε αυτές και σε άλλες σελίδες!
Αργότερα μάθαμε να βλέπουμε
Την ομορφιά ή, έστω τη συμμετρία.
Οπότε,
Μάλλον ήταν η περιοδικότητα
Που μας φανέρωσε τη διπλή όψη των πραγμάτων.
Ο καθένας λοιπόν στρατεύτηκε
Στον τρόπο σκέψης που του άξιζε.
Στο αίσιο ή στο απαίσιο δηλαδή.
Στα τρόπαια ή στα αποτρόπαια.
Υπήρξε όμως, δυστυχώς, μεγάλο μπέρδεμα.
Γιατί όταν συναντάς συχνά το διαφορετικό,
Δε μπορείς παρά να το δοκιμάσεις.