Σημειώσεις ΣΤ’ “Αρχεία Καραμανλή”, 19/4-2/5/97
Έργο χωρίς οικονομία, με σωρό περιττών πραγμάτων, που μόνο με κριτήρια υπαλληλικά, διοικητικά, εντελώς συμβατικά, θεωρούνται σαν δήθεν στοιχεία.
Το ερώτημα είναι : Δ ι α β ά ζ ε τ α ι τέτοιο «έργο»; Και υπηρετεί τι, αν δεν διαβάζεται; Και αποτελεί «συμβολή» πράγματι στην ιστορική έρευνα;
Στον πρόλογό του, ο μηδέν προσφέρων «συντάκτης» του Σβωλόπουλος, ισχυρίζεται – για να εξάρει την τάχα σημασία της έκδοσης πως δεν έχουν εκδοθεί ανάλογα έργα «ιστορικής σημασίας». Κάτι τελείως ασύστατο, ενώ υπάρχουν τόσα και τόσα απομνημονεύματα αγωνιστών του 21, και τι Κασομούληδες, τι Μακρυγιάννηδες, τι Κολοκοτρώνηδες (δια χειρός Τερτσέτη) , αλλά και τι Χαρίλαοι Τρικούπηδες ( πόσοι τόμοι των λόγων του!) και το «Ημερολόγιο» του Μεταξά επιτέλους, που μας αρέσει δε μας αρέσει ο δικτάτορας, περιέχει στοιχεία πολύτιμα κι αποκαλυπτικά όσο ίσως κανένα άλλο τέτοιο έργο.
«Άλλο ένα ερώτημα όμως «κατά τι είναι συντάκτης των ψευτο – Αρχείων αυτών ο κύριος Σβωλόπουλος;»
Υπάρχει πονηριά εδώ με πρόθεση ψευτοσυγκάλυψης –όπου χρειαζόταν- του τάχα «Εθνάρχη» : «Ο όρος συντάκτης» δεν είναι δυνατό να σημαίνει ότι έγραψε τα υποτιθέμενα κείμενα «αντικειμενικής αξίας». Σημαίνει, το πολύ- πολύ: ότι συνέθεσε έβαλε στη σειρά – τη χρονολογική ( γιατί άλλη, ουσιαστική καμιά) δεν υπάρχει – τα στοιχεία του εκδιδόμενου υλικού αυτού.
Υπάρχουν όμως τυπωμένα με δυό λογιών γράμματα – όρθια και πλάγια- και υποτίθεται, κατά το γενικότερα κρατούν, πως τα πλάγια είναι λόγος άλλου, άλλων όχι του «συγγραφέως», εδώ δε: του ίδιου του Καραμανλή, ή άλλων ονομαστί αναφερόμενων, τα δε όρθια του «συντάκτου» αυτού; Άλλων τινών:; Δεν ξεκαθαρίζεται – και δεν φωτιζόμαστε βέβαια ούτε απ’ το μυστηριώδη όρο «συντάκτης» για τον Σβωλόπουλο.
Έτσι στήνεται ένας μηχανισμός σύγχυσης και αλλοίωσης, Γιατί εντέλει έχουμε σ’ αυτά τα δήθεν «Αρχεία» – με τα οποία υποτίθεται πως μας δίνεται ένα «α π ε ί ρ α χ τ ο» ( από χέρι αλλιώτικο, παραμορφωτικό ) ί σ τ ο ρ ι κ ό υλικό» ( κι αυτή θάταν ή μόνη αξία τους) – τ ο εξής «παστίτσιο» :
1) Έχουμε λόγο τάχα «αυτούσιο» του Καραμανλή, πάνω στα συμβαίνοντα πράγματα που αναφέρει ή αφορά, άμεσα ή έμμεσα δηλαδή σ ύ γ χ ρ ο ν ο με τα τελούμενα λόγο γραπτό του, που από μιαν άποψη θ’ αποτελούσε «τεκμήριο». Πλην αυτός ανακατώνεται συχνά με…
2) Λόγο του Καραμανλή μη σ ύ γ ρ ο ν ο των γεγονότων ή των αναφερόμενων ή εκείνων στα οποία αφορά , άμεσα ή έμμεσα – και συχνά με μεγάλες χρονικές αποστάσεις!… Έτσι όμως μαγειρεύεται, σε πρώτη εξαλλοιωτική φάση, ένας «μουσακάς» , που δεν αποτελεί βέβαια «αντικειμενικό υλικό ιστορικής σημασίας» – χωρίς όμως και να συνιστά ευθεία και γενναία και ομολογημένη κρίση του τάχα «φορέως και δράστου Ιστορίας» ψευτοΕθνάρχη μας. Είν’ ένα κακό προπαγανδιστικό μίγμα – και τέτοιο εμφανίζεται σ’ ό, τι αυτός θέλει να σερβίρει « κατά το δοκούν» κι όπως τον συμφέρει και διαθέτει τον απίθανο ναρκισσισμό κ’ εγωπάθειά του. Κ εν προκειμένω υ π ο λ ε ί π ο ν τ α ι σ ο β α ρ α τα ψευτοΑρχεία αυτά από το «Ημερολόγιο» Μεταξά επί παραδείγματι. Γιατί εγωπάθεια και ναρκισσισμό έχει κ’ εκείνος, είχε όμως την παράδοξη «γενναιότητα» και τον εαυτό του ν’ αυτοεκθέτη ( είμαι και κοντός! λ.χ. σε κάποια επίσημη παράσταση του «Βασιλικού Θεάτρου» όπου πρωτοπαρίσταται σαν δικτάτωρ πια), αλλά στοιχεία μη α λ λ ο ι ω μ έ ν α πράγματι δίνει ο Μεταξάς για πολλούς και πάμπολλα συμβάντα, πράγματα, καταστάσεις, ενέργειες κ.λπ. ενώ δεν δίνει παρά μόνο εμπαθέστατα γι’ αντιπάλους του ο ψευτοΕθνάρχης μας.
Το «παστίτσιο» όμως – κι όχι βέβαια ( δεν το πιστεύουμε) του ασήμαντου «συντάκτη» των ψευτοΑρχείων αυτών, αλλά του Κ α ρ α μ α ν λ ή τ ο υ ί δ ι ο υ ( και φαίνεται πως στο Παρίσι κυρίως κάθισε και τα μαγείρευε, κ’ ύστερα εδώ, κατά τα τελευταία χρόνια πούταν πρόεδρος Δημοκρατίας, ή και που πήγε στο «σπιτάκι» του στην Πολιτεία με τη βοήθεια διαφόρων Λαμπρίων του μάλλον, γιατί δεν μπορώ να υποθέσω τέτοιες μασκαρέικες ικανότητες πως διαθέτει ο «μάγειράς του» Θόδωρος – αυτός άλλες ασκεί, όπως ξέρουμε! ) το άθλιο «παστίτσιο» λοιπόν «τάχα Ϊστορίας» μαγειρεύεται και με λόγους άλλων, είτε «γνήσιους» ( με πλάγια γράμματα) , είτε σερβιριζόμενους σαν απ’ το «συντάκτη» ( με όρθια, ίσα ή και μικρότερα) εισαγόμενα με διάφορα: « μου είπε» , «μου παραγγέλλει» , «πληροφορίαι» «λεγόμενα» κτλ. με λογής- λογής λέξεις και όρους, που πάντως σημαίνουν «δεν το γράφω ευθέως εγώ, ο ενδιαφερόμενος και προβαλλόμενος δι’ αυτού, αλλ’ άλλος, άλλοι το λένε, κι άρα «αντικειμενικό» είναι δήθεν κτλ.
Δηλαδή το κουτοπόνηρο αυτό «παστίτσιο» είναι κι ως τέτοιο πολύ κακής ποιότητος- και δεν μπορούσε νάταν καλύτερο, γιατί ούτ’ ο ίδιος ο ψευτοΕθνάρχης ουτ’ οι οποιοιδήποτε γλείφτες Λαμπρίες του κι ανάλογοι διαθέτουν προσόντα ούτε καλών παραποιητών και προπαγανδιστών
Δεν είναι λοιπόν πράγματι «Αρχεία» αυτά – αν με τον όρο νοείται πάντα (κι αυτό νοείται) : πρωτογενές υλικό, που διατηρούσε κάποιος για τεκμηριακό εφόδιό του, αποδεικτικό πραγμάτων «όπως ήταν όντως, με ισχύ διαφόρων «άλλοθι» για διαφορά κτλ.
Αλλά και δεν δ ι α β ά ζ ε τ α ι πράγματι, δεν έχει ενδιαφέρον, ο όγκος αυτός των δώδεκα μεγάλων τόμων,. Ένα ποσοστό κάπου 95% των πυκνοτυπωμένων σελίδων του δ έ ν π ρ ό κ ε ι τ α ι ν’ α ν τ έ ξ η ν ά τ ο δ ι α β ά σ η π ρ ά γ μ α τ ι κ α ν ε ί ς π ο τ έ ! είναι του είδους πληκτικών και ανούσιων δημοσίων εγγράφων, άσχετων προς τα πράγματα
Άρα γ ι α τ ί έ κ δ ό θ η κ ε; Μα είναι απλό – αν σκεφτεί κανείς τα δυό βασικά συμπλέγματα που διέπουν τους αρχιφαρισαίους της πολιτικής στον κόσμο και σ’ όλους τους καιρούς. Το ένα είναι : π ώ ς ν α δ ο ξ α σ τ ο ύ ν σ τ α τ έ λ η τ η ς ζ ώ η ς τ ο υ ς ΚΙ ΑΠ’ ΤΑ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ, ΚΙ ΑΠ’ ΤΟ ΛΑΟ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΨΑΝ ! Γιατί πιάνουν, έχοντας θύσει και καταλύσει ασύστολα, όταν γεράσουν, πως «μυρίζει μαρμάγκα» που λέμε, θάνατος δηλαδή, και πως χωρίς τις ιαχές εντέλει και των πεζοδρομίων και το λιβανωτό των άκριτων όχλων – κ α ι τ ω ν «α ν τ ί π α λ ώ ν τ ο υ ς» όχλων και μαζών – δεν π ε ρ ν ά ν κ α τ’ ά ρ χ η ν σ τ η ν Ι σ τ ο ρ ί α! … Και δεύτερον: Ότι κι αν, έστω, κατ’ αρχήν περάσουν, δ ε μ έ ν ο υ ν , δε βιδώνονται, χ ω ρ ί ς « ά ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κ ά» γ ρ α π τ ά σ τ ο ι χ ε ί α!
Ανάγκη «Αρχείων λοιπόν» , «Απομνημονευμάτων» – «αποκαλυπτικών» τάχα «τα λέει όλα, χύμα και τσουβαλάτα!», «τους εκθέτει όλους!» κτλ. – , που κι αν δεν περιέχουν πράγματι κανένα «αποκαλυπτικό» κι «αντικειμενικό» υλικό «δεδομένων» κτλ. π ά ν τ ω ς σ τ ο υ π ο δ ύ ω ν τ α ι, με όποιο μέσο ή τρόπο ή θέατρο και μασκαροσύνη, π ώ ς «ά π ο κ α λ ύ π τ ο υ ν» , πως, αποτελούν «πηγή Ιστορίας» , που «πρέπει κανείς οπωσδήποτε να μελετήσει» κτλ.. (Κ’ επειδή βεβαία όχι «να μελετήσει», αλλ’ ούτε να διατρέξει μη αποκοιμώμενος κανείς δεν καταφέρνει ποτέ- και λαμπρά κάνει! – μ έ ν ε ι η ε ν τ ύ π ω σ η πως ο εκδότης τους «όμως» έκανε Ιστορία, μα κ’ έδωσε τάχα Ιστορία… κτλ. κτλ)
Γι’ αυτό λοιπόν η έκδοση των ογκωδών αυτών ανιαρότατων ψευτοΑρχείων.
Υπηρετείται, και με μόνο το γεγονός της έκδοσης τέτοιου έντυπου όγκου, κ ι α κ ρ ι β ώ ς γ ι α τ ί δ ε ν θ α δ ι α β α σ τ ή , το «θέατρο» του φορέως τους, πως τάχα
1) αποτελεί «Ιστορίαν» η αφεντιά του κι όσο σκάρωσε μια ζωή- κι απόδειξη, να: ότι
2) «κατείχε και πολύτιμο ιστορικό υλικό» , «αντικειμενικών στοιχείων», «τ ε κ μ η ρ ι ώ ν» κ.τ.λ. που «οφείλει κανείς να το λάβει υπόψη του, αν θέλει, πράγματι να
Κι ακριβών δε επειδή δεν δ ι α β ά ζ ε τ α ι ο ά χ ρ η σ τ ο ς α υ τ ό ς ό γ κ ο ς, ίσα- ίσα γι’ αυτό θα λειτουργήσει προπαγανδιστικά, διαφημιστικά του υποτιθέμενου «ιστορικού ανδρός»!
ΜΙΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
Δεν υπάρχει φωτογραφία – και είναι πάμπολλες μες στους 12 αυτούς τόμούς –όπου π ρ ω τ ί σ τ ω ς να μην ποζάρει ο «Εθνάρχης μας»! Μα σχεδόν ούτε μία χωρίς την αφεντομουτσούνάρα του!
Και σ’ όλες το ύφος είναι απερίγραπτα ναρκισσικό, «γοητιλίκικο» «γκομενίστικο», αλαζονικό, θρασύ ωραιοπαθέστατο, επιδεικτικό, απωθητικό – και μαζί δηλούν (στο έμπειρο βλέμμα) τον σεξονάρκισσο, τον έκδηλα ομοφυλοφιλικό, αλλά μαζί και την υλιστική και γενικώτερα αισθησιακή προστυχόφατσα. Αυτό τούτο το ύφος της φωτογραφίας του εξωφύλλου είναι θρασύτατης ναρκισσικής «αυτοβεβαιότητας» αθεράπευτου εγωπαθούς αλαζόνα, που ποζάρει για «βαρύς» μπαμπάς μας, «άντρας της Ιστορίας» κ.τ. τ. Φρειδερίκος ο Μέγας τουλάχιστον!
Σ’ όλες όμως οπου βρίσκεται με «διεθνείς προσωπικότητες» προδίδεται και η γλοιώδη δουλικότητά του, με χαμόγελα προσκυνημένου γλείφτη- αλλά σε κάποιες και με ύφος «ίσου» τάχα προβάλλεται, τόσο που να προκαλή το γέλιο!
Γενικά, ο άνθρωπος, αν ήταν σε θέση ν’ ακούση τη συμβουλή εμπείρου διαφημιστή η «δημοσιοσχεσίτη» δεν θάπρεπε να βάλη ούτε μια τέτοια φωτογραφία του. Ό λ ε ς τ ο ν γ δ ύ ν ο υ ν σ τ η β α θ ύ τ ε ρ η φ ύ σ η του- την σαφώς εκφυλογενή – κ α ι τ ο ν γ ε λ ο ι ο π ο ι ο ύ ν!
Και θυμάμαι σχετικών χαρακτηριστικώτατο – και αμφοτεροπλέυρως χαρακτηριστικό – περιστατικό, απ΄ την Εισβολή εκείνη στη Βουλή, της 3ης Ιουλίου του ’64 ( που και καθόλου δεν αναφέρεται στα ψευτόΑρχεία του, λές και δεν εγίνε ή δεν εσημαίνε κάτι που αφωρούσε και τον ψευτοΕθνάρχη μας, ενώ β ε β α ι ό τ α τ α και τον αφωρούσε άμεσα, αφού έγινε για να δείξη στον κόσμο πως ο Παπαττζής πούχαν αναδείξει με 52% δ έ ν δ ι έ φ ε ρ ε α π ‘ τ ο ν ά θ λ ι ο Κ α ρ α μ α ν λ ή που τόχε σκάσει στο Παρίσι ως «Τριαταφυλλίδης!) -, όπου ο κεντρώος καμποτίνος Μπακατσέλος έιχε σηκώσει , από χάμω, στο διάδρομο έξω απ’ την αίθουσα του Σκυλοβουλίου εκείνου, τη σκισμένη στα δύο από μένα φωτογραφία του «Γκόμενου Καραμανλή» (εκείνη τη γνωστή με το χέρι στη δεξιά τσέπη και το «γοητιλίκικο» βλέμμα) και την έτριβε στ’ αρ…. του ενώπιον του έξαλλου πλήθους των εισβολέων.
Κι ωστόστο κι ο Μπακατσέλος αυτός τώρα στα «Αρχεία» τούτα σελ. του 7ου τόμου του στέλνει – διά Κωστάκη Τσάτσου, που του το γράφει την 20/6/73- τους χαιρετισμούς τους προφανώς από …. «εκτιμηση» και δαύτης, όπως όλοι τους οι συνόμοιοι και φτυστοί όλοι, από Θεοδωράκη μέχρι Δαμανάκη και Αντρέα Παπανδρέου και… και… ποιος έλειψε η να τον προσκυνήση και να συμβάλη στσο χτίσιμο του άθλιου θρύλου του κανείς απολύτως! ( Αλλά και γι’ αυτό τώρα μαίνονται όλοι, που τους εκθέτουν τ’ «Αρχεία» του αυτά.)
Δεν πρόκειται λοιπόν περί έργου αντικειμενικού. Και χρήσιμο μέν είναι γιατί περιέχει στοιχεία ( που και αλλού όμως βρίσκονται δημοσιευμένα τα σοβαρώτερον ενδιαφέροντα, ενώ τα προσωπικά του και τα’ αναδεικνύοντά του δεν έχουν γενικώτερη αξία πέραν της προσωπολατικής ή της κουτσομολίστικης), πλην δεν μπορεί να θεωρηθή «ίστορικό» κ.λ.
Σ’ επι μέρους σημειώσεις παρακάτω υπάρχουν διάφορα ενδιαφέροντα που παρατίθενται κατά τόμους κι όπως εν συνεχεία συναντώνται, χωρίς να κατατάσσωνται θεματικά ή ν’ αξιολογούνται από πλευράς μείζονος ή ελάσσονος σημασίας. Απλώς : όσα για κάποιο λόγο σταμάτησαν κάπως εμένα:
1ος τόμος
Τι εννοεί ο «συντάκτης» Σβωλόπουλος «άρνηση συνεργασίας» του Καραμανλή με την 4η Αυγούστου:; Του… ζητήθηκε τάχα να συνεργαστή, κι αυτός το «παλικάρι» … αρνήθηκε; ( Εμετικοί ναρκισσισμοί του δικηγορίσκου Σερρών.
Γράφει ο «συντάκτης» Σβωλόπουλος. Στη σ. 18, πως «επιλεκτική» δημοσίευση μαρτυριών γίνεται στα «Αρχεία» αυτά.
Αλλά με π ο ί α κ ρ ι τ η ρ ι α η επιλογή τους; Τα του Σβωλόπουλου Τα του ίδιου του Καραμανλή: Και βάσει ποιών αρχών αρχών , ποιών ιδεών, ποιάς ενδεδειγμένης ιστορικής μεθοδολογίας:
Οποσδήποτε πουθενά στους 12 ογκώδεις αυτούς τόμους δεν αναφέρεται κριτήριο ουσιαστικό και άξιο λόγου ιστορικό.
Απλώς : η έκδοσις ενός ογκώδους «Αρχείου» με μη αποκαλυπτικά πράγματι στοιχεία πετυχαίνει την δημιουργία της παραίσθησης γενικώτερα περί δήθεν «ιστορικής αντικειμενικότητας» που «θέλησε» ο ψευτοΕθνάρχης «να υπηρετήση»!
Σελ. 25: Μ ε τ α γ ε ν έ σ τ ε ρ η επιστολή του Καπετάν Τσιάρα μιλάει –με ποιο κύρος- για «πατριωτική δράση» του πατέρα Καραμανλή, Ενός δάσκαλου που άνετα έγινε … καπνέμπορας!
Και δεν σημειώνει καν π ό τ ε ράφτηκε το γράμμα του «Μακεδονομάχου» αυτού που «βεβαιοί» περί πατρός Καραμανλή, ούτ εκ’ ποιας αφορμής.
Του ζητήθηκε, για συγκεκριμένο σκοπό ; Τόγραψε αυτοπροαίρετα; Και γιατί: (Αλλ’ έτσι δεν στήνονται «πρόγονοι».)
Ούτε καλά- καλά δικηγόρος . Ασφαλιστικός πράκτωρ ήταν ( σελ. 28 ) ο άνθρωπος στις Σέρρες, και την δικηγορία που «άσκησε» τάχα; Στην Αθήνα, επί Κατοχής, 9 μήνες; «σ. 36β.). Κ’ επειδή επιτάχτηκε το σπίτι όπου το γραφείο του, τα μάζεψε και πήγε στην Νιγρίτα να πίνη καλό νερό:
Με θράσος αρχιπνευμνατηκοτάτο, γράφει (σελ. 28 β) αντί να συστέλλετε και να κοιτάη, να το κρύψη- και είναι χαρακτηριστικό της ιδιάζουσας αντιπνευματικής θρασύτητάς του- ότι «ούτε ως μαθητής, ούτε ως φοιτητής, υπήρξε υπόδειγμα ημιτέλειας και ευταξίας.
Ευταξίου όμως «ειδάλμα» σαφώς και μεματρυρημένως υπήρξε! Και ωστόσο πουθενά κουβέντα ευγνωμοσύνης για το ερμο τον Ευταξία, που τόσο «τον προώθησε»!.. (Τς –Τς – Τς ! Τι βάναυσο τέκνο!)
Ενώ όμως «δεν υπήρξε υπόδειγμα επιμελείας ως μαθητής» στο Γυμνάσιο, έχει το θράσος μετά να μας δηλώνη – όταν γύρισε από το Παρίσι- πως «δεν έμαθε αρχαία εδώ, αλλά στο Παρίσι»!
Αλλά τι τάθελε; Και πώς να μάθαινε ο μη επιμελής στούρνος μας;
Έμαθε όμως τουλάχιστον και κανένα άλλο μάθημα – Γεωγραφία να πούμε:;Χημεία:; Ιστορία; ( να μη φαντάζεται αργότερα πως τη δημοκρατία ίδρυσε στην αρχαία Αθήνα ο ομοφυλόφιλος Αρμόδιος ή Αριστογείτων, και να μην κάνη σχετικές γιορτές για τα πανηγύρια, που γέλασε και το παρδαλό κατσίκι! Λίγο Θουκύδίδη διάβασε, που τα γράφει εκεί περί δήθεν τυραννοκτόνων; Ή μήπως επειδή μόνος περί το καλλιπάρειο Ευτταξία υπήρξεν ιδιαζόντως επιμελής γιόρτασε την γέννηση της αθηναϊκής δημοκρατίας απ’ τους ομοφυλοφίλους;…
Υπάρχει και αυτή η δεινή υποψία!…) ( Βλ. Θουκύδιδη Ιστορίων Ζ 54:: Το γαρ Αριστογείτονος και Αρμοδίο τόλμημα δι έ ρ ω τ ι κ η ν συντυχί αν επεχειρήθη….κ.λ. με πλήρη περιγραφή μέχρι και του Ζ 59 και μ’ επιβεβαίωση ως γνωστόν κι απ’ τον Αριστοτέλη βέβαια, στην Αθηναίων Πολιτεία Ι8 1-3 οπ δε Ίππαρχος παιδιώδης και ερωτικός [], Θέτταλος δε νεώτερος πολύ και τώ βίω θρασύς και υβριστή,[], έρασθεις του Αρμοδίου [] και [] λοιδορήσας [] ως μαλακόν όντα, όθεν συνεβή παροξυνθέντα τον Αρμόδιον και τον Αριστογέιτονα πράτειν την πράξιν,,,κ.λ. κ.λ τον [] Ίπαπρχον απέκτειναν [ μετχόντων πολλών] . Αλλά που να ξέρη τέτοια βεβαία ο εκ Παρισίων ψιμως «βαθύς μελετητής» των Αρχαίων μας, ή οι «νέγροι» του Λαμπρίες κ.α παρά που γενικώτερα επεδίδοντο επί χούντας στα αρχαία μας ομοφυλοφιλικά , από «ελεκτική συγγένεια» βεβαία …) (Και γενικώτερα που να ξέρη από δαυτα εκείνος που θεωρεί ότι η Παίδεία σκοπόν άλλο δεν έχει παρά να εξασφαλίξη στην κοινωνία μας το να βγαίνουν απ’ τα σχολειά της εκείνη που χρειάζονται στις κοινωνικές ανάγκες μας – δηλαδή μακενατζήδες κάθε λογής να πούμε, υδραυλικοί, οδοποιοί, εργολάβοι σαν τους φανατικούς ψηφοφόρους του, που τόσο φρόντισε πάντα να τους πλουτίσεη πάση θυσία και παρόμοιοι!… Τέτοια δεν είχε πλειστιάκις δηλώσει και προτού συστήση ψευτοεπιτροπή Παιδείας και καταργήση – εισηγήσει πανάθλιου Παπανούτσου – τη διδασκαλία των Αρχαίων απ’ τα κείμενα στα σχολεία; Ότι «έχουμεν παιδία ήτις δεν ανταπουκρίνεται εις τας κοινωνικάς ανάγκας μας»! με τα σίγμα όλα προφερόμενα σερραϊκώς, σαν ές-τσέ-χά γερμανικό, παχύ δασύτατο!…)
Σώζει προγονικά αποφθέγματα που βαθιά τον εκφράζουν! Και μας γνωστοποιεί υπερηφάνως τη «σοφία» που λεν στο χωριό του το Κιούπκιοϊ, πως «άλλα λεν τα γράμματα κι άλλα λεν τα πράγματα», ερμνεύοντάς την εξαλλοιωτικά έτσι που να δικαιώνη, τη ριζική αντιπνευματικότητα κ’ απωθηση που την διέπει γενικώς για την μόρφωση , τα γράμματα, οπου ποτέ βέβαια δεν επεδόθη – παρά τους ύστερους φαρισαίκούς ισχυρισμούς του, γιατί του χρειάζονταν να παραστήση και τον τάχα εκτιμητή της Καλλιέργειας- και κάβο δεν πήρε γι’ αυτά ο αείποτε στούρνος και καράβλαχος!
Η παροιμία που αναφέρει δεν έχει τη σημασία που της αποδίδει, κατά των γραμμάτων τάχα, παρά πως συχνά τα λόγια δεν δίνουν την πραγματικότητα και λέγονται προς παραπλάνηση. Αλλά βέβαια τ ο ν ε κ φ ρ ά ζ ε ι τ α υ το τ ι κ ά κ α τ ε ξ ο χ ή ν η π α ρ ε ρ μ ν η ν ε ί α που σκαρφίστηκε ιταμά να κάνη . (σελ. 31β)
Μας σερβίρονται – απ’ τον υποτιθέμενο «συντάκτη» των «Αρχείων» του, για να προσδοθή «αντικειμενικότης» δήθεν- τα εξής τραγελαφικά: ότι τάχα «δεν έγινε δεκτός ως μάχιμος» στο Στρατό – ως εάν τ ο γ υ ρ ε υ ε ο υποκριτής και τον… «αδίκησαν» να πούμε, «του κάναν τέτοιο κακό» τελοσπάντων! – «εξαιτίας των συμπτωμάτων βαρυκοϊας του, που είχαν επιταθή» – τότε βρήκαν κατά διαολοσύμπτωση να «επιταθούν» κι αυτά τα’ αναθεματισμέενα! – σε ανησυχητικό βαθμό!» (Ο φιλόπατρις και φιλοοπόλεμος νέος, «οργώσαν έχων την ψυχήν προς το μάχεσθαι υπέρ πατρίδος» υποτίθεται! Και τι έπαθε, πού δεν τον δέχτηκαν ως μάχιμο»! Ο φαρισαϊσμός του δεν έχει όρια. Και θαρρεί πως προκαλεί άλλο από χασκόγελα με τέτοια!)
Αλλά και τι θα πή τάχα: «Εσπευσε να καταταγή» (το 40); Υ π ο χ ρ ε ω μ έ ν ο ς δεν ήταν αφού εκλήθη η ηλικία του; 33 ½ χρονών ήταν τότε, και στρατεύτηκαν τότε κ’ οι τριανταπεντάρηδες, και πολλοί έφεδροι ακόμα ως σαραντάρηδες!
Όσο δε προστίθενται απ’ τον απερίγραπτο «συντάκτη» – δηλαδή τον ίδιο πίσω απ’ τη μάσκα του «συντάκτη» των «Αρχείων» του – πείθουν ακόμα πιο τρανταχτά και τραγελαφικά για τις ψευτιές ( και τις παραφροσύνες καθαυτό) π’ αραδιάζει: πως λόγω κουφαμάρας του, λέει, σκεφτόταν τότε «ν’ αποχωρήση απ’ τον ενεργό δημόσιο βίο»! ( Μα π ο ί ον ε ν ε ρ γ ο δ η μ ό σ ι ο β ί ο» είχε λοιπόν ένας… ασφαλιστικός πράκτωρ στις Σέρρες ή δικηγόρος άνευ υποθέσεων εννιά μήνες μόνο στην κατοχική Αθήνα, όλως άγνωστος και ασήμαντος;) Και προστίθενται γελοιωδέστατα τα εξής: «Η αναγκαστική αποχή του από το μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων» (σελ. 36) λες και ήταν ο έλλην…Ναπολέων τουλάχιστον! (πρόκειται δηλαδή περί παραληρήματος μεγαλομανίας και ναρκισσισμού!) – «έξηγεί πιθανώτατα και την απόφασή» του «να κλείση το δικηγορικό γραφείο του στις Σέρρες και να οικήση στην Αθήνα!!! Δηλαδή; Καταλαβαίνω καλά, ή είναι μεθυσμένος ο «αναλύω» αυτός «συντάκτης» τέτοιων εξωφρενικών «Αρχείων»; Δεν θάκλεινε το δικηγορικό του γραφείο, αν τον άφηναν να μετέχη στις πολεμικές επιχειρήσεις;!!! ( Είναι να τρελλαθούμε δηλαδή!) Ή απ’ το δικηγορικό του γραφείο τάχα επειδή θα ήταν σ τ ι ς Σ έ ρ ρ ε ς, θα μετείχε δραστηρίως στις πολεμικές επιχειρήσεις: Οί οποίες που γίνονταν; Στις δικαστικές αίθουσες των Σερρων: Η διεξάγονταν ναπολεόντεια διά … δικογράφων στο στυλ ας πούμε:: «Διατάσσω επιθέσιν κατά των Γερμανών στο ρούπελ. Στο Περιθώρι, κύριε πρόεδρε, κύριε πταισματοδίκα, καταθέτων και το νενομισμένον διπλότυπον προεισπράξεως της δικηγορικής αμοιβής μου διά των παραστασίν μου ενώπιόν σας! «;! (Συνιστώ σοβαρά στον Βέγγο και στον Βουτσά , να πάρουν τα ξεκαρδιστικά τούτα γραφόμενα του «Εθνάρχη» μας και να στήσουν κωμωδία όπου μέχρι συγκοπής θα γελάση και το παρδαλό κατσίκι στους μούρτζουφλους αυτούς καιρούς μας. Προσφέρομαι να παίξω εγώ τον Πταισματοδίκη, αν θέλουν!)
Αλλά στην ουσία, για να προσγειωνόμαστε: Είναι φανερό πως ή πήρε αναβολή ή τον βγάλανε βοηθητικό κάποιας κατηγορίας, λόγω κουφαμάρας, και την κοπάνησε κανονικά ο άκαπνος «υπερπατριώτης» και «πολεμιστής» «Εθνάρχης» μας και φεύγοντας κι απ’ τις κοντά στα επικίνδυνα σύνορα Σέρρες του για τα’ αθηνα»ικά απυρόβλητα, όσο βρώμαγε άσκημα μπαρούτι!
Και φυγόστρατος λοιπόν εντέχνως το Σαράντα!
Όχι θα καθόταν ν’ ακούη «μπαμ!» και «μπαμ» και να κουφαθή ντιπ καταντιπ αντίχη!
Και δε μας γράφει καν – αν τον βγάλαν βοηθητικό, ή του δώσαν αναβολή, ή απαλλαγή.
Και καλά : Δεν άκουγε καλά τα «μπαμ» στο πόλεμο, πούναι τόσο δυνατά. Κι άκουγε καλά στις συσκέψεις και διασκέψεις ως «μεγάλος» μας πολιτικός ηγέτης; Άχρηστος για μολυβένιος στρατιωτάκος. Αλλ’ ικανών τα τύχας του Έθνους»; (Χάρμα είμαστε!)
*
Αλλά κοπάνα δεν έκανε μόνο απ’ το στρατό το 40, παρά κι απ’ τον τάχα «απελευθερωτικό αγώνα» επίσης, δήθεν στη Μέση Ανατολή! Π ό τ ε πήγε κει; Μ ε τ ά τη συμφωνία του Λιβάνου και τη συγκρότηση της «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας»! Δηλαδή: σ τ ο τ έ λ ο ς της Κατοχής και του υποτιθέμενου»Αγώνα»! γιατί κιόλας απ’ την αρχή του καλοκαιριού του 44 οι Γερμανοί είχαν αρχίσει ν’ αποσύρωνται απ’ την Ελλάδα – κ α ι τ ο ξ έ ρ α μ ε!
Περίμενε λοιπόν την τελευταία στιγμή για να φύγη τάχα κι αυτός να πάρη το «αγωνιστικό απελευθερωτικό» βάφτισμα στη Μέση Ανατολή. Όπως προκύπτει απ’ τη σ. 37α, έφυγε 16 Ιουλίου του 44 – δηλαδή ούτε τρεις μήνες πριν φύγουν οι Γερμανοί (πούφυγαν την 12-10-44 απ’ την Αθήνα), και κατάφερε να ξαναγυρίση – τάχα «Αγωνιστής» και δαύτος «στη Μέση Ανατολή» ! – στις 26 Οκτωβρίου, ενώ Παπατζής και Κανελλόπουλος είχαν φτάσει δέκα μέρες πριν τουλάχιστον, κι ο Παπατζής μετά ώριζε για μέρα της Απελευθέρωσης την 18η αντί της 12ης Οκτωβρίου, γι να παραστήση κι ο καραγκιόζης αυτός πως «απελευθερωθήκαμε» ότν η δικιά του αφεντομουτσουνάρα, του… «απελευθερωτή μας» τάχα ευδόκησε να μας φτάση!
Δηλαδή: Μη έχοντας πράγματι προσβάσεις (αφού δεν αποτελούσε τίποτα και δε λογαριάζονταν σαν πολιτικός παράγων από κανέναν) για να παίξη κανένα πολιτικό ρόλο στο θέατρο της Μέσης αντολής πούχαν στήσει κ’ έπαιξαν οι άλλοι θεατρίνοι της Δεξιάς – βλ. το καυστικώτατο κι αυτοεξομολογητικό ποίημα του πολιτικάντη Σεφέρη, που βρίσκονταν μες στην άθλια «καμαρίλα» εκείνη – φρόντισε απλώς να σκαρώση τελείως επιφανειακά το ψευτοεπιχείρημα, το ψευτοεύσημο να πούμε, πως τάχα «πήγε» και εκεί, στη «μεγάλη» πολιτική κολυμπήθρα της πολεμικής – μεταπολεμικής Δεξιάς.
ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ, Μ.Α
Στήνομε θέατρα και τα χαλνούμε
Όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
Στήνουμε θέατρα και σκηνικά
Όμως ή μοίρα μας πάντα νικά
Και τα σαρώνει και μας σαρώνει
Και τους θεατρίνου και το θεατρώνη
Υποβολέα και μουσικούς
Στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς!
Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια
Ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια
Μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
Κ’ επιφωνήματα και χαραυγές
Ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
(πες μου πού πάμε; Πές μου πού πας;)
Πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
Σαν τις λουρίδες ονάγρού ή ζέρβα
Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γεννήσαν; Πότε μα θάψαν;)
Και τεντωμένα σαν τις χορδές
Μιάς λύρας που ολοένα βουϊζει – δες
Και την καρδιά μας: ένα σφουγγάρι
Στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
Πίνοντας το αίμα και τη χολή
Και του τετράρχη κι του ληστή!
σ. 37α: : Ποια «διαφυγή του» λοιπόν «στην Μέση Ανατολή», που μας γράφει, όταν απλώς φρόντισε να βρεθή εκεί μόνο στο τέλος της Κατοχής, όχι παραπάνω από μια βδομάδα (μεταξύ 18 και 26-10-44) ήταν στο Κάιρο, κι αν αφαιρέση κανείς το χρόνο ταξιδιού για να γυρίση… ; Είναι αυτό «ανάληψη δραστικής πολιτική πρωτοβουλίας» σστό Κάιρο, που μας σερβίρουν θρασύτατα τα» Αρχεία» του:
σ. 39. Είναι λαμπρή η έκφρασή του: «προς το ακατοίκητον την εποχήν εκείνην» -Άνοιξη 43- «νήσον Γιούργια»
«Ακατοίκητος» πράγματι, τότε. Μ έ τ α «κατοικήθηκε», από… «παραθεριστές» εκεί ε ξ ό ρ ι σ τ ο υ ς, κι επί κυβερνήσεών του!
Υπάρχουν ωμές αντιφάσεις όμως:
Στην 37 μαθαίνουμε ( απ’ το «συντάκτη Σβωλόπουλο) πως το καλοκαίρι του 44 πήγε στο Κάιρο – και καταλεπτώς ότι:
Α) 16 Ιουνίου 44 ξεκίνησε από δω,
Β) 26 Αυγούστου κατάφερε να βρεθή στις μικρασιατικές ακτές,
Γ) 40 μέρες τον κράτησαν στο Χαλέπι.
Δ)όταν απελευθερωνόμασταν (12 ή 18 Οκτωβρίου του 44;) έφτανε αυτός στο Κάιρο- κ’ εκεί : «Φύγαν!» του είπαν , «Άργησες!» (έτσι δε θα τούπαν του άτυχου; «Φύγαν τα πουλάκια!), διό και
Ε) 26 Οκτωβρίου ξαναγύρισε λαχανιασμένος στην Αθήνα!
Αυτά μας γράφει ο συντάκτης των «Αρχείων» του Σβώλόπουλος τάχα.
Παρακάτω όμως, στις σ. 37β-39β, ο ίδιος ο «Εθνάρχης» μας «σε μεταγενέστερες σημειώσεις του» (προφανώς στο Παρίσι, όπου πέρναγε την… «τραγική» «εξορία του» επί χούντας μας εδώ) ά λ λ α μας γράφει (37β):
«Ά ν ο ι ξ ι ν του 43 συμπεριελήφθην και εγώ» – π α ρ α κ ά λ ε σ ε δηλαδή, έγλυψε: «Βάλτε με κ’ εμένα!» – εις την δυτέραν αποστολήν διά την Μέσην Ανατολήν».
Δηλαδή «στήνουμε θέατρα» ακριβώς, που γράφει κι ο διπλωμάτης νομπελίστας μας, μες στα μαγειρέμματα τα άθλια εκεί και δαύτος βέβαια τότε.
Κ’ εδώ έχουμε διαφορά ενός χρόνου και! «Άνοιξη του 43, που μας σερβίρει ο ίδιος, ή καλοκαίρι του 44, που λέει ο συντάχτης των ψευτοΑρχείων του, ξεκινάει αργημένος να λάβη πολιτικάντικο χρίσμα κι απ’ την Μέση Ανατολή;
(Έπονται 24 σελίδες χειρόγραφων σημειώσεων…Μα χρειάζονται κι άλλα;)
Ήρκος και Στάντης Αποστολίδης, Σαν Εισαγωγικό
Εκτιμητής του Ρένου απ’ τα φοιτητικά του κιόλας χρόνια ο Γ. Δρανδάκης, στήνοντας δικό του περιοδικό, μας ζήτησε κείμενα του, απ’ το Αρχείο του, που ξεπερνάει τους 130 τόμους ( πάνω από 40,000 σελίδες) και τι δεν περιέχει… δοκίμια φιλολογικά, μελέτες αδημοσίευτες , κρίσεις ωμές για πρόσωπα και πράγματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, στιγμές προσωπικές καταγεγραμμένες, διηγήματα ή σχέδια κειμένων, τα dessous όλων των υποθέσεων που κατά καιρούς δημοσιογραφικά τον απασχόλησαν , επιστολές χιλιάδες, απ’ το 1950 ως την ήμερα που πέθανε, και φίλων και εχθίστων και κολάκων αρχικά μα κατόπιν τάχα «διαφωνούντων» και πνευματικών και πολιτικών, και, και…Τα ενδιαφέροντα και τα αξιότερα θα εκδίδονται σιγά – σιγά, για να μη χαθούν αφενός, και για να γελά κάθε τόσο κανένα παρδαλό κατσίκι.
Ας ξεκινήσουμε απ΄ την κριτική πούχει εντελώς σιγάσει τα τελευταία χρόνια, αφού όλοι – μηδενός εξαιρουμένου!- φροντίζουν τις δημόσιες σχέσεις τους, κι όσοι αίφνης φαίνονται να τα βάζουν με κάποιον ισχυρό δεν ειν’ από πίσω παρά ισχυρότερα οικονομικά συμφέροντα δικά τους, ή κλείσιμο ματιού απ’ τα’ αντίπαλο συγκρότημα («βάρα εσύ και μη σε νοιάζει σούχουμε θέση εμείς αποδώ έτοιμη,,,») κι ο λόγος τους μόνο με σκοπιμότητες κινείται, και τίποτα ποτέ, παρεκτός μαφιόζικα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, δε βγαίνει προς τα έξω- μα αυτά είναι μπιστολιές μέσα στην νύχτα, δίχως επακόλουθο, ίσα για να κουκουλώνεται καλύτερα ο αδικοξυπνημένος νοικοκύρης…
Για να περάσουμε καλύτερα σε κάποια κείμενα άλλης ποιότητας , που ξεσκίζουν ανάλγητα, χωρίς υστεροβουλίες, που λεν αυτό που όλοι νοιώθουμε μα δεν τολμάμε να το εκφράσουμε, που αναμιγνύουν σε πετυχημένη δοσολογία την κριτική με τη σάτιρα – τους παραεξυψώνει άλλωστε τους κρινόμενους η πολλή «σοβαρότητα – διαλέξαμε μια κριτική του Ρένου, γραμμένη το 97, μόλις είχαν κυκλοφορήσει τα βαρύγδουπα εκείνα «Απομνημονεύματα Καραμανλή» πούχε μείνει αδημοσίευτη γιατί δεν διέθετε και έντυπο δα κανένα να το δημοσίευε και να του δυνάμωνε το κέφι…
Δεν είναι μάλιστα καν τελειωμένη, αφού ακολουθούν 35 σελίδες με χειρόγραφες σημειώσεις του, που δεν κάθισε κιόλας να τις καθαρογράψει, καθώς πάντα του ανέβαινε ο αντίλογος : «Τι κάθεσαι κι ασχολείσαι με σκουπίδια; Δε καταπιάνεσαι καλύτερα με Ηράκλειτο, αντί να ξεσκίζεις το Βενέζη και το Θεοτοκά; (Ωστόσο εκείνες οι κριτικές του δίδαξαν ύφος και ήθος όσο κ’ οι εισαγωγές του στο Θουκυδίδη ή τον Ηράκλειτο…)
Όπως και νάναι, αφού ο φίλος Γ. Δρανδάκης όργωσαν έχει την ψυχή γι’ αναβίωση του Ουμανισμού, ούτε λίγο ούτε πολύ, όπως ονειρεύεται το περιοδικό του είναι το καταλληλότερο βήμα γι’ αυτή την έξω από τα δόντια περιλαβή του «εθνάρχη» μας, για να μην ξεχνάμε κιόλας πως μερικά απ’ τα δριμύτερα και ξεκαρδιστικότερα συνάμα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας σκαρώθηκαν απ’ του πρώτους εκείνους δασκάλους του ιταλικού Ουμανισμού, που δεν ήταν καθόλου βλοσυροί, παρ’ αντίθετα κι αθυρόστομοι και σκαμπρόζικοι και ζωχαρείς όσο λίγοι στους κατοπινούς αιώνες…
Κ’ επειδή μάλιστα τελευταία, σε ραδιοφωνικό σταθμό εμφανίζεται σειρά «ιστορικών» τάχα «ντοκουμέντων» με τίτλο μάλιστα: «Καραμανλής: χτίζοντας την Ελλάδα», όπου μόνο για το «Χτίστε και κλέφτε» του Ρένου δε γίνεται λόγος, κι όλοι αγιοποιούνται, έ, είναι κ’ επίκαιρο το κομμάτι…
(Αψέντι #1, Μάρτιος -Απρίλιος 2006)










Υπερβολές ναρκίσσου.