(από τη συλλογή STROLEGH)
I
Ναι, ήμουν εκκεντρικός, και θα σου πω Νοβέντα,
Πήδηξα κάτω, στη μεγάλη άδεια πλατεία,
ο άνεμος ή θες οι σπόροι απʼ τις φλαμουριές
που κρέμονται σαν τσαμπιά στην Λεονκαβάλλο,
γεμάτη μυξιάρικη γλυκύτητα και σκιερά φυλλώματα
στον μπάτη, ή θες η Καζορέττο, νεκρή
και κουρασμένη ανάμεσα στα σπίτια, που ανασκαμμένη
γλιστράει ως το καμπαναριό της εκκλησιάς,
όπου αστράφτουν τα αρχαία άστρα και μια πιτσιλιά
από Σείριο, Teriones, Jadi, Ofiucus,
και περπατώ τρεκλίζοντας, με αναπνέω,
και στα λικνιζόμενα πόδια πού εναλλάσσονται
στο τρεμόπαιγμα των υπέρυθρων, φτάνει ή μουσική
ενός μακρυμάλλη μάγου, και φωνές σαν να ʽπαιζαν
λαουτιέρηδες, που στον καπιστρωμένο γαλαξία
και στον σύμπαντα κόσμο έκραζαν:
αμάρτησε, ω γη!, αμάρτησε, πού παγωμένη μοιάζεις!
κι εγώ, καθώς χόρευαν τα βήματα και πλάταινε
ο αγέρας, εκεί δα, λες και το πρωτοανακάλυπτα
όμοιο λιμνάζον ύδωρ, πάνω στην Καζορέττο το φεγγάρι
πού κερώνει την κίνηση των ανδρών
καθώς περιδιαβαίνουν την έρημη νύχτα
και χώνει τη μύτη του αποδίδοντας σαφήνεια στις υπάρξεις,
και περιπλανώμενο πάει σαν οίκτος πάνω στα όνειρα
κάνοντας νʼ αρρωστήσουν τα κεραμίδια.
II
Και χορεύω, περιστρέφομαι, κι ένα άρωμα φευγαλέο
με τυλίγει, θαμπώνει τα αντικείμενα, με παρασύρει
ανάμεσα στα στρεβλά σπίτια, έτσι πού ή μεθυσμένη
καρδιά μου μοιάζει να αγκαλιάζει ένα κλουβί
αστείρευτου και φρέσκου αγέρα, γεμάτο απαστράπτουσες
ομορφιές. Ωραίο αεράκι, αύρα,
ρεμάλι του Καζορέττο!
Ανάμεσα σε μένα και τους κελαδιστούς κόσμους
υπήρχαν δεσμοί μαγείας, αφού οι ωραίες ανταύγειες
κι οι μυστικοί υπόνομοι βγαίναν στο συναπάντημα μου,
γιορτάζοντας, και τ’ άστρα αυτοσχεδιάζουν τη χαρά ενός χορού
ζηλεύοντας τις υδροροές πού στάζουν,
κι ένα λουλούδι εγώ, μια κουβεντούλα,
όπως καταπίνεται γουλιά – γουλιά το κοκκινέλι,
απ την διστακτική αιδώ πού κρύβω στην κοιλιά μου,
όπως οι άλλοι κρατούν κρυμμένο το πουλί τους…
Καπριτσιόζε Άη-Μητρικέ, παντοτινή Μαρία,
περίπτερο μου, στρόβιλε στις γωνίες των δρόμων,
σκόνη απ’ τους περαστικούς, πού ανακατεμένη μοιάζει
πώς επεκτείνεται μέχρι τη μακρινή ημέρα νωχελικά
αναγγέλλοντας την, λαθραίες πέτρες των δρόμων,
σκοτεινοί υπόνομοι πού φεύγετε, αγέρα του Καζορέττο,
κακοφωτισμένες ταβέρνες για κρασοκανάτες,
ω! ναι, σας ακουμπώ, ναι, θα σαξ μιλούσα,
όμως, τόσες διαφορετικές φωνές και τόσες ανάσες
μου κουβαλάει ο άνεμος! Κι αυτή ή φανταστική γκόμενα,
πού χορεύει στην πλατεία, η στραβοκάνα
υπό την φωτοχυσία των δημόσιον φανών,
χοροπηδάει λες και σέρνει ξυστά
τη μπάλα των αναμνήσεων, καθώς την διαπερνά ο αγέρας.
III
Μαράκι,
πρώτο βυζάκι της ζωής μου,
μαγευτικό χαμόγελο στα κάγκελα του φράχτη,
από έβενο, εσύ,
μάτια κουναβίσια, μωρό μου αρχαίο,
πού τις φράντζες από νωρίς διανθίζεις
με τρυφερότητα, εκεί, κάτω απʼ το τραπέζι,
σαν γάτες αγκαλιασμένες, στα στραπατσαρισμένα
παπούτσια των γριών και των μανάδων,
εκεί, σαν πρώιμο άνθος με φιλούσες,
το όμορφο βελούδο της χάρης σου προσφέροντας
σε μένα, το αγοράκι σου, πού το τραβολογούσες
με τα αδύνατα χέρια σου στις σοφίτες,
όταν οι φωνές που μας γύρευαν ήταν οι νύχτες…
Ω, τα βράδια στην οδό Καρντάνο,
αυλές γεμάτες ομίχλη και κάπνα,
ομίχλη πού έρχεται απʼ τα Ναβίλι,
ο Ερνέστος στα εξήντα του να επικαλείται
τη μάνα του, εκείνη με τη σκούπα
να του τρίζει τα δόντια, αυτός, τσαγκάρης
με τον λάστιχα μεθούσε, εκείνη παράλυτη γριά κουφάλα
έσκουζε γονατιστός! γονατιστός δόλιε κοπανατζή!
Μην κάνεις πώς δεν ακούς, ύπουλε προδότη!
Και δώστου απʼ τους καμπινέδες να λυσσομανούν
οι αιώνιες πορδές! Την Παναγιά σου, Έρνεστάκι
στης φυλακής τα σίδερα! κι εμείς πού τσακωνόμασταν
με τους μαντράχαλους πιο κάτω:
ο Τζίτζης! Ο Τζίτζης!
κράζαμε γρήγοροι σαν καρδερινάκια,
απʼ το καρότσι του έβαζε τις φωνές ο καστανάς,
κι εγώ και το Μαράκι κι οι μυστικοί μας κόσμοι…
Ο Franco Loi γεννήθηκε στη Γένοβα το 1930 από σικελούς γονείς, εσωτερικούς μετανάστες. Από το 1937 ζει στο Μιλάνο. Από τα 14 του έκανε διάφορες δουλειές (σχεδιαστής κεραμικών, εργάτης στα τρένα, διαφημιστής σε σουπερμάρκετ) και ταυτόχρονα πήρε δίπλωμα λογιστή από νυχτερινή σχολή. Το 1960 προσελήφθη στον εκδοτικό οίκο Mondadori, όπου εργάσθηκε ως το 1983. Άρχισε να γράφει ποιήματα σε μιλανέζικη διάλεκτο το 1965 και πρωτοδημοσίευσε το 1971 στο περιοδικό των Μοράβια-Παζολίνι «Nuovi Argomenti». Απο τις πολλές συλλογές που έχει εκδόσει αναφέρουμε ενδεικτικά: Strolegh, Einaudi 1975, Teater, Einaudi 1978, Liber, Garzanti 1988, και Lʼ Angel, Mondadori 1994.
(Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Οροπέδιο τεύχος πρώτο, Καλοκαίρι 2006)










Παστάκα θα πεθάνεις με τη νοσταλγία να κάνεις μια παλινωδία για το όνομα Μαρία.
Τελειώνει το Φεγγάρι και η Μαρία;
Για μεταφορά των ποιητών τα πέρασες;