Να ξαπλώσω πάνω σ’ ένα φάντασμα
Πασχίζοντας να το αναστήσω
(Αδριανού απομνημονεύματα)

Μνήμη Δανάης

Έτσι απόμακρη, πανέμορφη
Στο εβένινο κρεβάτι
Που ‘χες απλώσει τα είκοσι δυό σου χρόνια
Μακάρι να ‘σουν η «ωραία κοιμωμένη»
Μ’ εκείνο το μαγικό φιλί μετέωρο
Στον τρούλου του ναού
Να ρθει να σ’ αναστήσει

Αντί λοιπόν ναμαι προσηλωμένη στην ακολουθία
Τα παλικάρια παρακολουθούσα να διαλέξω ποιο
Σε χαρά το ξόδι θα μετέστρεφε
Ποιο, σ’ άφησε να τρυπηθείς
Εκείνο το ανελέητο αδράχτι
Τον Δία έψαχνα που έγινε ακόμα
Και χρυσή βροχή για να σ’ αποπλανήσει.

Έτσι με παραμύθια και με μύθους απομακρυνόμουν
Από την Ομόνοια, την πρέζα και την κόκα
ούτε κατάλαβα πότε το τέλος έφτασε
πότε μας μοίρασαν ρόδα λευκά
από την ανθοδέσμη σου και μπομπονιέρες
από τον γάμο σου, Δανάη
που ήταν άδικο
απόψε να μην γίνει.

Τα στάχυα που είχαν ωριμάσει ήταν μηδαμινά
Μπροστά στην ευγενικιά υπόσχεση του σπόρου
(Ανδριανού Απομνημονεύματα)

Ο Γιώργος
Λαμπερό της φάτνης αστεράκι
Λησμόνησε το ρόλο του.
Τα φώτα των προβολέων
Τον θάμπωσαν, σάστισε
Μα όταν μας διέκρινε
Στους θεατές ανάμεσα
Άστρο, το πρόσωπό του, αληθινό φωτίστηκε
Παράτησε τη θέση του
Και άρχισε να τρέχει
Αλαλάζοντας και προσφωνώντας
Τα ονόματά μας ένα ένα
Το αστεράκι οριστικά ξεστράτισε
Κι οι μάγοι αμήχανοι
Δεν φτάσανε ποτέ στη φάτνη
Το Θείο Βρέφος μάταια
Περίμενε τα καθιερωμένα δώρα
Τα ζώα μπερδέψαν τις φωνές τους
Το βόδι βέλαζε και το αρνάκι
Μούγκρίζε, κι αυτό απορρημένο.
Η Παναγιά καλωσυνάτη πάντα
Τους έγνεφε να συνεχίσουν
Κι όσο για το κοινό ξεσπούσε κάθε τόσο
Σε χειροκροτήματα κατενθουσιασμένα
Με την μοντέρνα ανατροπή του θέματος
Ο Γιώργος σουρρεαλιστής
Είχε αυτοσχεδιάσει μιάν άλλη εκδοχή
Της τυπικής παράστασης.
Μικρός μεγάλος σκηνοθέτης
Σε λίγες μέρες
Θα σβήσει τέσσερα κεράκια
Όσο και τα χρόνια του.

Φθάνουμε παρθένοι σ’ όλα τα συμβάντα της ζωής
((Φωτιές)

(Για όλα τα παιδία που χάθηκαν από το φονικό τσουνάμι τον Δεκέμβριο του 2004)

Εκείνο το μελαψό αγόρι
Που κτίζει πύργους τόσο ανέμελο
Στην άμμο κάποιας μακρινής ακτής.
Αργότερα έφηβος
Σε πόσα όνειρα ανύποπτος
Θα…. Εισέβαλλε παρθένων κοριτσιών
Πόσα φιλιά θα… σφράγιζαν
Το σφριγηλό κορμί του
Πόσες και πόσες προσδοκίες απόκρυφες
Θ’ αντιφεγγίζαν
Στα πελώρια μάτια του, αν…..

… αν το αποτρόπαιο γιγάντιο κύμα
Δεν εσάρωνε μεμιάς
Όλα αυτά τα θα….
Ξεβράζοντας μετά ένα φτυαράκι πλαστικό
Ό, τι περίσσεψε μονάχα
Δηλαδή
Απ’ τη μικρή ζωή του.

Κάποια παράξενη απαγόρευση μας εμποδίζει
Να πάρουμε μαζί μας το ακριβές υπόλειμμα
Από τα όνειρα μας.
( Άδριανού Απομνημονεύματα)

Όσο κι αν μου εκθέτεις την ψυχή σου
Πάντοτε κάτι μένει
Μακρινό και απαραβίαστο
Μια λεπτομέρεια σημαντική, ασήμαντη:
Δεν ξέρω
Σκόνη απολειφάδι
Που αιωρείται στον αέρα αόρατο
Η όνειρο
Που υφαίνεις την πλοκή του
Κάθε πρωί
Ξανά και πάλι
Και σε πονά, μαζί και σ’ ηδονίζει
Που όλο και σου διαφεύγει
Κι είναι τόσο κοντά
Σαν χέλι που το πιάνεις και γλιστράει
Κι ίσως γι’ αυτό να σ’ αγαπώ
Ακόμα περισσότερο
Γι’ αυτό το υπέροχο άδυτο μικρό σου κάτι
Που δεν μου επιτρέπει
Ολόκληρο να σε κατέχω,
Αυτό το υπόλειμμα ονείρου
Το ανεξιχνίαστο.

Αυτό που ένας άνθρωπος πίστεψε πως ήταν
Αυτό που ήταν
Και αυτό που υπήρξε.
(Ανδριανού Απομνημονεύματα)

(Φραγκογιαννού)

Το ‘ξερε πως είχε ανατεθεί σ’ εκείνη
Το θεάρεστο έργο
Να γλιτώσει όλα εκείνα τα’ αθώα βρέφη
τα «κοριτσούδια»
Από τη μοίρα του φύλου τους
Απ’ την κατάρα του ριζικού τους
Ω, αν μπορούσε μ’ ένα φύσημα μονάχα
Να τα εξαφάνιζε
Έπρεπε όμως να σκάψει
Με τα ροζιασμένα χέρια της
Απύθμενα πηγάδια
Να τα ρίξει μέσα
Έπρεπε με τα ίδια μαξιλάρια
Που θα’ κρυβαν αργότερα
Εκείνες τις παράτολμες, εφηβικές χυδαίες σκέψεις
Να τα πνίξει
Να τα’ απαλλάξει από την φτήνεια των ηδονών,
Από οδύνες και ωδίνες
Διαπομπεύσεις, εξευτελισμούς
Απ’ τη μιζέρια ίσως ακόμη κι από την αθλιότητα
Των γηρατιών
Εκείνη η αγαθή γερόντισσα
Ο άγγελος σωτήρας τους
Η Φόνισσα.