*
Μετά από το ναυάγιο
δεν είχα τι να πω.
Κοίταζα βέβαια κοίταζα:
Σώμα νεκρό, σώμα γυμνό
σώμα τρικυμισμένο…
Άγγιζα βέβαια άγγιζα
τον βράχο εντός μου
σπασμένο.
Αλλά να πω δεν είχα.
Κι έπαιξα το βιολί μου
στην κούφια την ακτή μου.
*
Την ερώτηση άκουσα
ξάφνου του ύπνου:
-“Τι γεύτηκες έναν αιώνα στα βράχια
αλήθεια τι γεύτηκες
πλάι στα κούφια τα κύματα;”
Κώλωσα λίγο στην αρχή.
Μα κατόπιν γελώντας
-“Γεύτηκα” είπα “τα άγρια
τα βράχια
και προ πάντων
τα κούφια
τα ανόητα κύματα”.
*
-Αυτός που σκοτεινά μιλάει
γιατί μιλάει σκοτεινά
και δε σιγανοτραγουδάει
ήσυχα μες στη σιγαλιά;
-Γιατί είδε, λέει, αυτός το άστρο
που είχε ολόμαυρο βαφτεί
κι απ’ του ονείρου του το κάστρο
σε τάφο βρέθηκε βαθύ.
Ε, από τότε τού ‘μεινε
συνήθεια κι αυτή…
*
Και φυσικά καθόμαστε μικρή μου.Καθόμαστε, κοιτιόμαστε και ίσως ονειρεύομαστε κάτι ο καθένας χωριστά.
Μα τι έχουμε να πούμε;
– – – – – – – – – – – – –









