Διερευνώντας τη σχέση του συναισθήματος με το παραλλήρημα…

Η παρατήρηση που έχω κάνει μέσα από τις θεραπείες των ψυχωτικών ασθενών είναι ότι φτάνει κάποτε η στιγμή, που οι ψυχωτικοί μπορούν να μιλούν για το βίωμά τους, να το περιγράφουν και να το επεξεργάζονται σε μια γλώσσα κοινή με τον θεραπευτή. Εκεί που κάποτε ήταν μόνο παραλλήρημα, τώρα είναι κοινός λόγος. Το συναισθηματικό όμως βίωμα του αρρώστου παρ΄όλα αυτά μπορεί να διατηρεί ακόμα την «αλλότρια» ποιότητά του στο «εδώ και στο τώρα».
Θα προσπαθήσω να σας εκθέσω, μέσα από την κλινική δουλειά με μία ασθενή, τις σκέψεις που έχουν γεννηθεί μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια γύρω από το ρόλο που διαδραματίζει το συναίσθημα στην οργάνωση της κλινικής εικόνας των ψυχώσεων και τη σχέση του με το παραλλήρημα.
Η αφετηρία του προβληματισμού μου είναι η έκβαση της θεραπείας. «Τί έκανα κι ο άρρωστος καλλιτέρευσε;»

Στο παλιό κλασσικό βιβλίο της Κλινικής Ψυχιατρικής του Mayer-Gross στο κεφάλαιο για τη διάγνωση της σχιζοφρένειας βρήκα σημειωμένα τα εξής: «… Κατά τον Jaspers, το τάλαντον όλων μας δια την ανάδυσιν φιλικών αισθημάτων και την προσπάθειαν αποκτήσεως επαφής μετά των άλλων, θίγεται εις την σχιζοφρένειαν κατά τρόπον καίριον και περισσότερον από οποιανδήποτε άλλην ψυχιατρικήν διαταραχήν. Ο Kurt Schneider (1925), ισχυρίσθη ότι το αίσθημα ελλείψεως πάσις επαφής με τον σχιζοφρενικόν εκ μέρους του ιατρού αποτελεί το χαρακτηριστικότερον διαγνωστικό σύμπτωμα.» Και συτμπληρώνει… ο Mayer – Gross: «Το σύμπτωμα αυτό είναι καθαρώς υποκειμενικό.»
Στέκομαι σ΄αυτή την παρατήρηση γιατί νομίζω ότι ανοίγει το πεδίο εκείνο, μέσα στο οποίο εργαζόμαστε σαν ψυχαναλυτές.
Ο Freud έγραφε στην εισαγωγή του κειμένου του για τον Schreber: «… Δεν μπορούμε να αναλάβουμε τέτοιους ασθενείς ή δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα, διότι ο όρος (die Bedingung )της δικής μας αντιμετώπισης (Behandlung ) είναι η προοπτική ενός θεραπευτικού αποτελέσματος.»
Ακούγοντας την προηγούμενη φορά τον κ. Τζαβάρα να παρουσιάζει την έννοια του παραλληρήματος από την φαινομενολογική σκοπιά, σκεφτόμουνα τη διαφορά της δικής μου σκέψης και στάσης απέναντι στον άρρωστο. Εγώ παρατηρώ τον άρρωστο για να βρώ τρόπο να κάνω επαφή. Ανιχνεύω το κοινό σημείο. Οργανώνω το πλαίσιο του κοινού πεδίου συνάντησης. Δεν παρατηρώ για να κατανοήσω τον άρρωστο αυτό καθαυτό.
Ο όρος που έθεσε o Freud δεν έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα γι΄αυτό και η προσέγγιση των ψυχαναλυτών γίνεται κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, απ΄ότι των υπολοίπων ψυχιάτρων.
Σαν κεντρικό σημείο της συνάντησης με τον άρρωστο δεν αναδεικνύεται η διάγνωση αλλά η επαφή, η επικοινωνία. Ζητάμε, δηλαδή, από την πρώτη κιόλας στιγμή ένα θεραπευτικό αποτέλεσμα… μια υπέρβαση, μια επαφή.
«Έκανα επαφή με τον άρρωστο», «δεν έκανα επαφή με τον άρρωστο»… είναι φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά εμείς οι ψυχαναλυτές, χωρίς να τις πολυσκεφτούμε, αυθόρμητα, όταν συζητάμε μεταξύ μας για αρρώστους. Η λέξη «επαφή» χρησιμοποιείται εκτός των άλλων με το νόημα της συνάφειας, της σχέσης, όπως επισημαίνει ο Δ. Δημητράκος στο «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης». Η δε λέξη «επικοινωνία» σημαίνει, όπως γράφει στο λεξικό του ο Δημητράκος, «το έχειν τι κοινόν μετ΄άλλου.»
Το πρώτο που πρέπει, λοιπόν, να κάνει ο ψυχαναλυτής όταν εξετάζει έναν ψυχωτικό άρρωστο είναι να βρεί κάτι κοινό με εκείνον και τον ασθενή και να το αναδείξει ως σημείο επαφής. «Η από κοινού αντίληψις, αίσθησις» λέγεται στα ελληνικά «συναίσθημα». (Δ. Δημητράκος)
Νομίζω ότι αυτά είναι τα στοιχεία που δίνουν υπόσταση στην παρατήρηση του Mayer-Gross, ότι δηλαδή αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς στην επαφή του με τον ψυχωτικό ασθενή είναι υποκειμενικό. Στους ψυχαναλυτές κατανόηση και θεραπεία είναι άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους και προχωρούν ταυτόχρονα.
Μία ακόμα διαφορά των ψυχαναλυτών με τους μη ψυχαναλυτές ψυχιάτρους βρίσκεται στην αρχή του πλαισίου.
Είτε μέσα στην πραγματικότητα, είτε μέσα μόνο στο μυαλό του, ο ψυχαναλυτής θέτει ένα θεραπευτικό πλαίσιο, όταν συναντά έναν ασθενή.
Ο Ασθενής – ο Θεραπευτής – ο Χώρος – ο Χρόνος – ο Σκοπός.
Ο σκοπός είναι ορισμένος από τη ψυχαναλυτική θεωρία, είναι το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Η θεωρία ορίζει επίσης ότι και ο θεραπευτής αποτελεί μέρος του πεδίου παρατήρησης, γιατί συμμετέχει ενεργητικά στη διαμόρφωση της συνεδρίας.
Αυτή η διαφορά (δηλαδή ότι η συνάντηση με τον ασθενή γίνεται κατ΄ανάγκη μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο) νομίζω ότι οδηγεί σε κάποιες διαφορετικές παρατηρήσεις.
Όπως είπαμε, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως στην πρώτη επαφή με τον άρρωστο δεν είναι η ακριβής διάγνωση της νόσου, αλλά η συναισθηματική επαφή θεραπευτού – ασθενούς. Για να το πώ πιό απλά: το ζητούμενο στην πρώτη επαφή είναι το να χειριστούμε την «κατάσταση» με τέτοιο τρόπο, ώστε ο ασθενής να ξανάρθει.
Ήδη από τη πρώτη στιγμή τίθεται ένα «συναισθηματικό» ζήτημα.

Όλα τα βιβλία της ψυχιατρικής μιλούν για το «αλλότριο» βίωμα του σχιζοφρενούς… για το «ανοίκειο» αίσθημα που προκαλεί στο γιατρό η επαφή του με έναν σχιζοφρενή. Όλα αυτά τα βιβλία περιγράφουν με ακρίβεια μια πραγματικότητα.
Εγώ θα σας μιλήσω για το «οικείο» αίσθημα που μου προκαλεί η επαφή μου με τον σχιζοφρενή.

Πρέπει να σας πω ότι όταν συναντώ έναν σχιζοφρενή το στοίχημα που παίζω με τον εαυτό μου είναι ότι υπάρχει οπωσδήποτε τρόπος να με εμπιστευτεί και να συνεννοηθούμε. Το πώς δεν το ξέρω εκ των προτέρων, οργανώνεται την ώρα της συνεδρίας κάθε φορά.
Οι άνθρωποι επικοινωνούν όταν χρησιμοποιούν μια «κοινή» γλώσσα, άσχετα εάν η γλώσσα αυτή είναι ο λόγος ή η μιμική, η ζωγραφική ή η μουσική.
Το εργαλείο της δουλειάς μας είναι ο λόγος. Πρέπει να καταφέρω λοιπόν να μιλήσω με το σχιζοφρενή. (μιλώ… σημαίνει εκτός των άλλων και χρησιμεύω ως μέσον συνεννοήσεως δια του λόγου, όπως εξηγεί ο Δ. Δημητράκος)

Το ερώτημα είναι: ο σχιζοφρενής θέλει να μιλήσει μαζί μου;

Γιατί θεωρούμε ότι ο ψυχωτικός έχει χάσει κάθε επαφή με τη κοινή λογική; Τώρα παραλληρεί, λίγους μήνες όμως νωρίτερα χρησιμοποιούσε την δική μας κοινή λογική για να σκέπτεται και να αντιδρά. Αυτό είναι και το νόημα της έννοιας της «Doppelbuchdurchführung» του Bleuler. Στην ουσία, αυτή η έννοια υποδηλώνει ότι ο σχιζοφρενής την ίδια στιγμή αντιλαμβάνεται τον κόσμο (τόσο τον εξωτερικό όσο και τον εσωτερικό) με δύο τρόπους, τον κοινό τρόπο των ανθρώπων και τον δικό του ιδιωτικό τρόπο.

Για να μη μιλάω αφηρημένα, θα σας δώσω ένα κλινικό παράδειγμα για να σας δείξω καλύτερα τί εννοώ.

Η ιστορία της Ιφιγένειας.
Το ραντεβού το είχε κλείσει η μητέρα τηλεφωνικά.
Στη μικρή συνομιλία που είχαμε στο τηλέφωνο μου είχε πεί ότι τους παρέπεμπε σε μένα μία συνάδελφος (που εγώ εκτιμούσα ιδιαίτερα), η οποία πριν από ένα χρόνο έβλεπε τη κόρη της σε τακτικά ψυχοθεραπευτικά ραντεβού με συχνότητα μία φορά την εβδομάδα για τη διάρκεια μίας σαιζόν. Τον χρόνο που είχε προηγηθεί, παρακολουθούσε την κόρη της ένας άντρας ψυχίατρος και αυτός σε ψυχοθεραπευτικά ραντεβού με συχνότητα μία φορά την εβδομάδα. Η κόρη της δεν ήθελε να ξαναπάει στον άντρα ψυχίατρο κι έτσι αναζήτησαν πάλι την πρώτη γιατρό, η οποία και τους παρέπεμψε σε μένα. Η μητέρα μου είπε ακόμα ότι κανένας από τους δύο ψυχιάτρους δεν είχε δώσει φάρμακα στην κόρη της. Ζητούσαν ραντεβού μαζί μου, γιατί η κατάσταση της Ιφιγένειας χειρτέρευε συνεχώς. Είχε φτάσει στο σημείο να μη βγαίνει καθόλου έξω από το σπίτι μόνη της. Η μητέρα θα τη συνόδευε στο ραντεβού μαζί μου.
Η συνάδελφος με την οποία επικοινώνησα πριν από το ραντεβού, μου είπε ότι είχε πολλά ερωτηματικά μήπως επρόκειτο για ψύχωση επί εδάφους διανοητικής καθυστέρησης.
Όπως καταλαβαίνετε, ήδη πριν συναντήσω την ασθενή είμουνα σε έντονη αμφιθυμία απέναντί της. Από τη μιά σκεφτόμουνα «πού πάω να μπλέξω, όταν δύο έγκυροι θεραπευτές πριν από μένα δεν είχαν καταφέρει να αναχαιτήσουν το βύθισμα της ασθενούς στην ψυχωτική απόσυρση», από την άλλη και δεν ήθελα να αρνηθώ στην συνάδελφο που μου την παρέπεμπε και είχα περιέργεια, η οποία ενισχυόταν από την «ειδική ψυχοπαθολογία μου», δηλαδή το κίνητρο που έχω για να κάνω αυτή τη δουλειά.
Με άλλα λόγια: θα συναντούσα έναν άνθρωπο, που η αδυναμία του να διευθετήσει αντικρουόμενες συγκρούσεις ήταν δεδομένη, όντας εγώ σε μία ανάλογη κατάσταση διλήμματος.
Στο ιατρείο μπήκε πρώτα η μητέρα, η Ιφιγένεια ακολουθούσε.
Η μητέρα ήταν μια γυναίκα πολύ περιποιημένη και ζωηρή. Η αντίθεση με την κόρη της ήταν κραυγαλέα.
Η Ιφιγένεια τότε ήταν 18 ετών, μόλις είχε τελειώσει το λύκειο. Φαινόταν πολύ μικρότερη από την ηλικία της. Ήταν ντυμένη απλά μ΄ένα παντελόνι κι ένα μπλουζάκι, αλλά η μορφή της φαινόταν αλλόκοτη. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών της, με το κορμί γερμένο προς τα μπρός και τα χέρια κρεμασμένα σαν άψυχα στο πλάι. Είχε κοντά σχετικά μαλλιά, εντελώς αφρόντιστα. Φορούσε παλιομοδίτικα γιαλιά μυωπίας και το πρόσωπό της είχε εκείνη την έκφραση που τα παλιά βιβλία ψυχιατρικής περιέγραφν σαν «ιδιωτία με αναίτιους γέλωτες».
Ομολόγησα στον εαυτό μου ότι μόνο με βαρειά παλλινδρομημένους και ασυλοποιημένους ασθενείς στα ψυχιατρεία μπορούσα να συγκρίνω την έκφραση και γενικά την εμφάνιση αυτού του κοριτσιού. Πώς ήταν δυνατόν αυτό το κορίτσι να είχε αποφοιτήσει από το λύκειο πέντε μήνες νωρίτερα; Πώς ήταν όταν πήγαινε στο λύκειο; Γιατί ήταν τόσο ραγδαία η εξέλιξη της αρρώστιας τους τελευταίους μήνες; Γιατί οι προηγούμενοι συνάδελφοι δεν είχαν δώσει φάρμακα;
Καταλαβαίνετε ότι με τέτοιες σκέψεις το δίλλημά μου ως προς τη στάση μου απέναντι στην άρρωστη αντί να απαλύνεται ενισχυόταν.
Η Ιφιγένεια ακολουθούσε σαν «ζωάκι» την μητέρα της κατά την είσοδό τους στο ιατρείο. Η μητέρα της τής υπέδειξε να καθήσει στη πολυθρόνα που εμφανώς προοριζόταν για τον άρρωστο και βρισκόταν απέναντι από τη δική μου και εκείνη κάθισε σε μια καρέκλα στ΄αριστερά μου, έτσι ώστε κι εκείνη όπως κι εγώ να έχει την Ιφεγένεια απέναντί της. Αισθάνθηκα ότι αυτή η άνεση και ο τρόπος της μητέρας να κινήται μέσα στο γραφείο μου με έφερνε σε αμηχανία, κατά κάποιον τρόπο δεν είμουνα εγώ η οικοδέσποινα στο χώρο μου.
Η μητέρα άρχισε να εξιστορεί την ψυχιατρική πορεία της κόρης της μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Η Ιφιγένεια καθόταν ακίνητη στη πολυθρόνα, με την ίδια αλλόκοτη έκφραση στο πρόσωπο και κοιτούσε κάπου στο κενό.
Εγώ είχα στραφεί προς τη μητέρα και άκουγα με προσοχή τη διήγηση του ιστορικού και συνομιλούσα με τη μητέρα για να διευκρινήσω τις πληροφορίες που μου έδινε.
Κατά διαστήματα η Ιφιγένεια κάρφωνε το βλέμμα της επάνω μου και άρχιζε να μιλάει αδιαφορώντας, αν η μητέρα της ή εγώ είμασταν στη μέση της φράσης μας.
Έπιασα τον εαυτό μου να μου είναι πολύ ενοχλητικές αυτές οι παρεμβολές της ασθενούς. Το χειρότερο ήταν ότι δεν καταλάβαινα τί έλεγε. Η φωνή της ήταν μονότονη και άχρωμη και ο λόγος της παραλληρηματικός και ασυνάρτητος.
Η μητέρα δεν έμοιαζε να δίνει ιδιαίτερη σημασία σ΄αυτές τις παρεμβολές και συνέχιζε να μιλάει χωρίς να διακόπτει τον ειρμό της, κάνοντάς της ένα νεύμα να σταματήσει. Αν η ασθενής επέμενε να μιλάει, η μητέρα της έλεγε με λόγια να σταματήσει.
Η Ιφιγένεια σταματούσε για λίγο και ξανάρχιζε να μιλάει όπως πριν. Ούτε η μητέρα της όμως σταματούσε το λόγο της για να επιτρέψει στην κόρη της να μιλήσει. Υπήρχαν στιγμές που μιλούσαν και οι δυό μαζί, εν χορώ.
Εγώ δεν ξεχώριζα το περιεχόμενο των λόγων της Ιφιγένειας.

Σε μια τέτοια περίπτωση π.χ., με ποιό τρόπο μπορούμε να σταθούμε μέσα στη συνεδρία; Ποιά εργαλεία θα χρησιμοποιήσουμε για να πετύχουμε κάποια επαφή, για να έρθουμε σε μια επικοινωνία με τον τόσο διαταραγμένο ασθενή;
Είμαι πεισμένη, ότι στη συνάντηση με τον άρρωστο κανένας θεραπευτής δε φτάνει με ουδέτερα συναισθήματα. Έχω παρατηρήσει ότι η επιτυχία της συνάντησης εξαρτάται από την επιθυμία του θεραπευτή. Το κίνητρο του θεραπευτή να επικοινωνήσει με τον άρρωστο παίζει ίσως τον καθοριστικότερο ρόλο στην έκβαση της συνεδρίας.
Ο ασθενής έτσι κι αλλιώς είναι κατειλημμένος από το «αλλότριο» βίωμα του. Δεν έχει χώρο για τίποτα άλλο. Δεν έχει τη δυνατότητα να ασχοληθεί με τίποτα άλλο. Αλλά και δεν μπορώ να φανταστώ ότι επιθυμεί να είναι μόνος με τον τρόμο του. Εδώ θες παρέα όταν βλέπεις ένα θρίλλερ στη τηλεόραση, πόσο μάλλον όταν ζεις ένα θρίλλερ.
Η Ιφιγένεια μιλούσε, όπως ξεκαθάρισα αργότερα, για δυό συμμαθητές της από το σχολείο (ένα αγόρι κι ένα κορίτσι) που τη βασάνιζαν συνέχεια. Είχε τελειώσει το σχολείο έξι μήνες νωρίτερα, αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει καθόλου απ΄αυτούς. Της «έγνεφαν» συνέχεια στ΄αυτιά της κοροϊδευτικές και πρόστυχες κουβέντες. Άκουγε συνέχεια μέσα στ΄αυτιά της τις φωνές τους. Την ανάγκαζαν να «γνέφει» κι αυτή με τη σειρά της στ΄αυτιά άλλων ανθρώπων, στα δικά μου π.χ.. Όλα αυτά την έκαναν να νοιώθει «ζώο ή πράγμα».
Η ασθενής ζούσε κάτω από ένα καθεστώς τρόμου, γι΄αυτό δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία. Το πρόσωπό της ήταν ανέκφραστο σαν μάσκα. Όταν κάρφωνε το βλέμμα της στο δικό μου, δεν το άντεχα κι έκείνη δεν το κράταγε για πολύ ώρα, ελάχιστα δευτερόλεπτα μόνο. Την περισσότερη ώρα απέφευγε τη βλεμματική επαφή μαζί μου. Ο τόνος της φωνής της δεν είχε διακυμάνσεις. Μιλούσε συνέχεια… με μια ανάσα. Τις στιγμές που της μιλούσα εκείνη δεν σταματούσε το μονόλογό της, με αποτέλεσμα να υπάρχουν φορές που μιλούσαμε παράλληλα…
Με μια πρώτη ματιά σ΄αυτή τη συνεδρία και μιλώντας μια κοινή ψυχιατρική γλώσσα θα λέγαμε ότι η ασθενής δεν έχει κίνητρο για να μπεί σε θεραπεία. Η ασθενής είναι αποσυρμένη σ΄ένα δικό της κόσμο και δεν δείχνει να θέλει καμμία επαφή.
Θεωρώ, ότι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος σε μια τέτοια κατάσταση, θέλει μέσα του πάρα πολύ να επικοινωνήσει με κάποιον έξω απ΄αυτόν για να ανακουφιστεί, μόνο που του είναι αδύνατον να πάρει οποιαδήποτε ενεργητική πρωτοβουλία, γιατί είναι… κατειλημμένος από το «αλλότριο» βίωμα. Βρίσκω λοιπόν να είναι πολύ λογικό η πρωτοβουλία της επικοινωνίας να πέφτει στις πλάτες… αυτού που είναι έξω απ΄αυτόν.

Θεωρώ λοιπόν δεδομένο ότι ο ασθενής θέλει να μιλήσει σε κάποιον έξω από τον εαυτό του. Και γύρω απ΄αυτό το δεδομένο οργανώνω τη σκέψη μου.
Η προϋπόθεση είναι ο… εξωτερικός κόσμος να πάει στον άρρωστο. Ο… εξωτερικός κόσμος θα πρέπει να βρεί το δρόμο που οδηγεί στον άρρωστο και να βρεί και τον τρόπο να τον διαβεί, για να τον πλησιάσει.
«Εξωτερικός κόσμος» για τον ασθενή είναι ο θεραπευτής. Αλλά δεν είναι μόνο ο θεραπευτής. Είναι και ο άνθρωπος εκείνος που οργάνωσε τη συνάντησή του με το γιατρό.
Συνήθως είναι ένα πρόσωπο της στενής του οικογένειας, η μητέρα, ο πατέρας, η αδερφή κλπ. Το κίνητρο του «οργανωτή» της συνάντησης είναι πολύ σημαντικό. Αυτός έχει πάντοτε ένα πολύ σοβαρό αίτημα να απευθύνει στο γιατρό. Συνειδητό και ασυνείδητο αίτημα δεν συμπίπτουν υποχρεωτικά, όπως ξέρουμε. Το κίνητρο, όπως πάλι ξέρουμε, συνδέεται με το ασυνείδητο αίτημα.
Αυτό το πρόσωπο λειτουργεί και σαν κοινό πρόσωπο αναφοράς τόσο για τον ασθενή, όσο και για το γιατρό.

Σε μια περίπτωση όπως στο κλινικό αυτό παράδειγμα ο θεραπευτής για να επιτύχει το στόχο του, χρειάζεται να επιλύσει τα εξής προβλήματα:
1. Να ξεκαθαρίσει με τον εαυτό του αν επιθυμεί να αναλάβει τον ασθενή. (δηλ να είναι σε θέση να καταλάβει τα συναισθήματα που δημιουργούνται μέσα του την ώρα της συνάντησης )
2. Να καταλάβει τη δυναμική της σχέσης μεταξύ «οργανωτού» της συνάντησης και ασθενούς.
3. Να καταλάβει, όσο γίνεται καλλίτερα, το ασυνείδητο αίτημα του «οργανωτή» της συνάντησης.
4. Να αναγνωρίσει το συναισθηματικό κλίμα μέσα στο οποίο γίνεται η συνάντηση.
Προσπαθώ να είμαι προσεκτική στη διατύπωσή μου και να μη χρησιμοποιώ ψυχαναλυτικούς όρους, όπως τους όρους μεταβίβαση – αντιμεταβίβαση, πριν τους αποδείξω μέσα στο κλινικό υλικό.

Σ΄αυτήν την εικόνα από τη συνεδρία που σας παρουσίασα παρατηρούμε τα εξής:

Η Ιφιγένεια, η άρρωστη, ήταν εκεί και κανείς δεν της έδινε σημασία. Ούτε εγώ, η ψυχίατρος. Είχε ακολουθήσει τη μητέρα της για να με δεί, μου μιλούσε με τον τρόπο που μπορούσε κι εγώ την αγνοούσα και άκουγα τη μητέρα της.
Η μητέρα της ήταν η δυνατή παρουσία μέσα στη συνεδρία, γιατί είχε επιβληθεί και σε μένα. Είχε μπεί με «αέρα» μέσα στο ιατρείο, είχε οργανώσει το σκηνικό και είχε αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εγώ δεν είχα αντιδράσει σε τίποτα και την ακολουθούσα παθητικά. Η άνεσή της, το ευχάριστο παρουσιαστικό της και ο συγκροτημένος λόγος της, με τραβούσαν προς το μέρος της και έδινα την προσοχή μου σ΄εκείνη, αντί να συγκεντρωθώ στη Ιφιγένεια με το αποκρουστικό παρουσιαστικό και τον ακατάλυπτο παραλληρηματικό λόγο.
Ακόμα παρατηρούμε ότι εγώ είμουνα σε αμφιθυμία ως προς τη διάθεσή μου να αναλάβω την ασθενή, ότι πολύ εύκολα είχα πάρει παθητική θέση σε σχέση με τη μητέρα της, ότι είμουνα σε αμηχανία και ότι η όψη της ασθενούς με τρόμαζε και ο λόγος της με ζάλιζε. Ειλικρινά θα αισθανόμουν καλλίτερα άμα δεν ήταν παρούσα.

Στη σκέψη μου υπάρχει η άποψη του Mark Solms, ότι το συναίσθημα (Affekt) είναι μια πρωτογενής αίσθηση (Sinnesmodalität), παρόμοια με την όραση, την ακοή, τη γεύση, την όσφρηση και την αφή. Με τις πέντε αισθήσεις (όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση, αφή) αντιλαμβανόμαστε τον εξωτερικό αντικειμενικό κόσμο (ο οποίος δεν είναι από μόνος του αναγνωρίσιμος), με το συναίσθημα, την άλλη αίσθηση αναγνωρίζουμε τον εσωτερικό υποκειμενικό κόσμο, ο οποίος στην ουσία είναι ασυνείδητος.

Σαν ψυχαναλυτές είμαστε εκπαιδευμένοι να σκεφτόμαστε με άξονα την επίδραση που ασκεί πάνω μας ο ασθενής και να βρισκόμαστε σε μια συνεχή συνομιλία με τα συναισθήματά μας και την εξωτερική πραγματικότητα… να εργαζόμαστε, δηλαδή, με τη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση.

Μέσα στη συνεδρία που σας παρουσίασα συμβαίνει το εξής παράδοξο:
Η μητέρα κι η γιατρός συναντήθηκαν με αιτία την άρρωστη, συζητούν για την άρρωστη, παρουσία της άρρωστης, αγνοώντας την άρρωστη.
Ή μήπως, η μητέρα και η γιατρός συναντήθηκαν με αφορμή την άρρωστη… για λόγους ανεξάρτητους από την άρρωστη;

Αν ο θεραπευτής δεν καταλάβει τί συμβαίνει μέσα του, πώς θα καταλάβει τί συμβαίνει γύρω του;
Το σημείο εκκίνησης για τη θεραπευτική παρέμβαση είναι η αναγνώριση και επεξεργασία της αντιμεταβίβασης. Από το δικό του γνωστό ψυχικό κόσμο θα ξεκινήσει για να μπορέσει να κατανοήσει τον άγνωστο ψυχικό κόσμο του άλλου.

Η έκβαση της συνεδρίας άλλαξε, όταν μπόρεσα να επεξεργαστώ την αμφιθυμία μου και να αποφασίσω μέσα μου να αναλάβω την άρρωστη. Δηλαδή : όταν μέσα μου δημιουργήθηκε μια ξεκάθαρη επιθυμία, ανεξάρτητη από την επιθυμία κάποιου άλλου κι εγώ είμουνα σε θέση να πάρω την ευθύνη μου απέναντι σ΄αυτήν. Όταν συγκροτήθηκα μέσα μου, αναγνώρισα πιό εύκολα τη θέση στην οποία είχα μπεί. Δεν είμουνα η οικοδέσποινα στο χώρο μου. Το στίγμα και τον ρυθμό της επικοινωνίας τα είχε αναλάβει η μητέρα. Ως προς τη μητέρα, λοιπόν, και τηρουμένων (όπως είναι προφανές) των αναλογιών, είχα πάρει κι εγώ μια ανάλογη θέση με την ασθενή. Μέσα μου όρισα αυτόματα το πεδίο: η άρρωστη ήταν για μένα το κεντρικό πρόσωπο και αυτό έπρεπε να το αναδείξω μέσα στη συνεδρία.
Η παρέμβαση που έπρεπε να κάνω ήταν ξεκάθαρη τώρα.
Ζήτησα από τη μητέρα να αφήσουμε την Ιφιγένεια να μιλήσει. Συμφώνησε λεκτικά πολύ πρόθυμα μαζί μου, αλλά χρειάστηκε να κάνω αρκετές και έντονες παρεμβάσεις προς τη μητέρα , για να αφήσει χώρο στην Ιφιγένεια να μιλήσει χωρίς να τη διακόπτει και να τη διορθώνει.
Όση ώρα μιλούσε η Ιφιγένεια μέσα στο πλαίσιο που είχα ορίσει με τον παραπάνω τρόπο, ο λόγος της μου φάνηκε πιό ξεκαθαρισμένος. Τότε μπόρεσα να συγκρατήσω αυτά που έλεγε και να ακούσω το περιεχόμενο του παραλληρήματος. Η λήξη της δικής μου αμφιθυμίας που είχε αλλάξει τη στάση μου ως προς την άρρωστη, είχε επιδράσει και τροποποιήσει τις λειτουργίες μου ως προς τη συγκέντρωση και τη προσοχή.
Η παρέμβασή μου μπορεί να περιγραφεί ως εξής: αναδεικνύοντας την ασθενή ως το κεντρικό πρόσωπο της συνάντησης, εγκατέστησα μέσα στη συνεδρία τις αρχές της κοινής λογικής. Ο άρρωστος μιλάει γι΄αυτό που νοιώθει, γιατί κανένας άλλος δεν μπορεί να ξέρει πως αυτός αισθάνεται αυτό που ζει.
Από τότε κλείστηκε μια θεραπευτική συμμαχία με την Ιφιγένεια, η οποία αποτέλεσε τη βάση της μετέπειτα θεραπευτικής πορείας.
Έδωσα στην Ιφιγένεια να καταλάβει ότι είχα καταλάβει, ότι η μητέρα της αγνοεί συστηματικά, τη συναισθηματική της ύπαρξη και διαφορετικότητα από εκείνη και ότι η ίδια δεν έχει το τρόπο, αλλά και τη δυνατότητα, να επιδράσει πάνω στη μητέρα της ώστε να αλλάξει αυτή η κατάσταση.
Για κάποιο χρονικό διάστημα η Ιφιγένεια κι εγώ είχαμε μοιραστεί την ίδια θέση απέναντι στο κοινό πρόσωπο αναφοράς, που και για τις δύο μας ήταν η μητέρα της.
Είχα «μια από κοινού αντίληψη», ένα κοινό συναίσθημα, με την ασθενή, το οποίο όμως εγώ είμουνα σε θέση να το διατυπώσω σε μια κοινή γλώσσα, με τους κανόνες της κοινής λογικής, ώστε να μην αμφισβητείται από κανένα και έτσι να αποτελέσει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς.

Μου φαίνεται πολύ λογικό το «αλλότριο» βίωμα να χρειάζεται και μια «αλλότρια» γλώσσα για να εκφραστεί. Όσο το βίωμα υπεισέρχεται στο κοινό βιωματικό πεδίο με τον άλλο, τόσο και η γλώσσα απομακρύνεται από το παραλλήρημα και πλησιάζει τη κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Και το αντίστροφο… όσο το κοινό βιωματικό πεδίο διευρύνεται και πλησιάζει στον πυρήνα του «αλλότριου» βιώματος του ασθενούς, τόσο η γλώσσα διολησθαίνει στο παραλλήρημα.
Με άλλα λόγια, όσο ο άρρωστος προσπαθεί να περιγράψει λεπτομερέστερα και ακριβέστερα το ψυχωτικό του βίωμα μέσα στο κοινό επικοινωνιακό πεδίο, τόσο η κοινή γλώσσα που έχει με το θεραπευτή δεν επαρκεί και χρησιμοποιεί τη παραλληρηματική γλώσσα για να το διατυπώσει.

Μου ταιριάζει καλλίτερα να ονομάζω τρόπο που εργάζομαι με τους ψυχωτικούς ασθενείς : θεραπευτική συνομιλία.
Θεωρώ ότι μέσα στις συνεδρίες οργανώνεται βήμα – βήμα μια συνομιλία. Ο ασθενής, όπως στο κλινικό μας παράδειγμα η Ιφιγένεια, μιλάει στην αρχή, κατά κύριο λόγο, μια ιδιωτική γλώσσα – το παραλλήρημα. Ο γιατρός χρησιμοποιεί τα εργαλεία που διαθέτει – δηλαδή τη δυνατότητα να αναγνωρίζει και να επεξεργάζεται νοητικά την αντιμεταβίβαση και τη μεταβίβαση – για να καταλάβει το νόημα πίσω από το παραλλήρημα και προσπαθεί να διατυπώσει αυτό που κατάλαβε στη κοινή γλώσσα με τους κανόνες της κοινής λογικής. Ο ασθενής απαντά με μιά αντίδραση στη μεταβίβαση… κοκ. Σιγά – σιγά διαμορφώνεται μεταξύ ασθενούς και γιατρού ένα κοινό επικοινωνιακό πεδίο, το οποίο επενδύεται με μία γλώσσα κοινή και για τους δύο.
Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια της Ιφιγένειας απο μία συνεδρία στον όγδοο χρόνο της θεραπείας:
Ι : «Σκεφτόμουνα αυτό που μου είχατε πεί παλιά, ότι δεν θέλω τίποτα να μ΄αγγίζει. Με έχει πειράξει πολύ αυτό. Δεν είχατε δίκαιο. Τί εννοούσατε; Ότι δεν θέλω να με αγγίζει η χαρά; Κανένας άνθρωπος, νομίζω, δεν θέλει να τον αγγίζει η στενοχώρια. Ξέρετε εσείς κανένα που να θέλει να στενοχωριέται; Κι εγώ, όπως όλοι οι άνθρωποι χαίρομαι και στενοχωριέμαι, μ΄αγγίζουν τόσα πράγματα και δεν αρρωσταίνω. Δεν ήταν σωστό αυτό που είπατε… Αλλά πάλι το σκεφτόμουνα και ήταν σωστό με τη κοινή γλώσσα. Ξέρετε αυτή τη γλώσσα που φτιάξαμε μεταξύ μας… που μου λέγατε πολλές φορές πράγματα που δεν τα καταλάβαινα, αλλά όταν τα σκεφτόμουνα ξανά στο σπίτι μου, δένανε με κρίκους με τα υπόλοιπα που είχαμε συζητήσει εδώ… (Μοιάζει να πάει πάλι να μπερδευτεί) Αυτή όμως δεν είναι η κοινή γλώσσα που μιλάει ο κόσμος… είναι η κοινή γλώσσα που φτιάξαμε εμείς για να συννενοηθούμε… αυτή που όταν σκέφτομαι αυτά που λέμε, τα συνδέω σε κρίκους κι έτσι έγινα καλά… Αυτή είναι μία ψυχολογική γλώσσα !»
Ι : «Αλλά εγώ πάντα ήξερα τη κοινή γλώσσα που μιλάει ο κόσμος. Νομίζατε ότι τότε παλιά δεν την ήξερα, δεν την καταλάβαινα; ας έλεγα αυτά που έλεγα… την ήξερα πάρα πολύ καλά.»
Π : «Αυτό νόμιζα κι εγώ, αλλά αισθανόμουνα ότι είσουνα τόσο κυριευμένη απ΄αυτό που ζούσες, που το μόνο που σ΄ενδιέφερε ήταν να μιλήσεις γι΄αυτό.»
Ι :«Θυμάμαι που έλεγε πριν λίγο καιρό η μητέρα μου, πόσο της είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που μου μιλούσατε. ‘ η κ. Πάσχου απαντούσε σ΄ αυτά που εννούσε η Ιφιγένεια!’
Π : «Θυμάσαι πόσο δύσκολο ήταν πολλές φορές να καταλάβω αυτό που εννούσες; Πόσες φορές είχα κάνει λάθος ! Είχα πάντα την αίσθηση ότι με διόρθωνες…»
Μέσα από τη κλινική δουλειά αρκετών χρόνων με ψυχωτικούς ασθενείς , έχω σχηματίσει τη άποψη ότι ο ψυχωτικός «καίγεται», θα έλεγα, από την επιθυμία να επικοινωνήσει, να μοιραστεί, το βίωμά του με τον άλλο και ότι το παραλλήρημα είναι η προσπάθεια που κάνει να διατυπώσει σε λέξεις (λόγο) τις συναισθηματικές καταστάσεις που ζεί.
Η δουλειά του θεραπευτή είναι, κατά τη γνώμη μου, να κτίσει τον δρόμο της επικοινωνίας μέσα από την αρχή του κοινού λόγου. Για να το κάνει χρειάζεται να είναι σε θέση να αναγνωρίζει τις συναισθηματικές καταστάσεις που διαδραματίζονται κάθε φορά στο εδώ και στο τώρα της συνεδρίας και να τις διατυπωνει σε ορθό λόγο. Η δουλειά του θεραπευόμενου είναι να κρίνει, δηλαδή να επικροτεί ή να απορρίπτει, κάθε φορά τις σκέψεις του θεραπευτή. Μέσα απ΄αυτή τη συνομιλία ξεκαθαρίζει με το καιρό το κοινό επικοινωνιακό πεδίο.
Η κλινική εμπειρία έχει δείξει ότι μπορεί να φτάσει η εποχή που ο ασθενής θα μιλάει και θα επεξεργάζεται τα συναισθηματικά του βιώματα μ΄ένα τρόπο οικείο σε μας τους μη ψυχωτικούς ανθρώπους, χωρίς, δηλαδή, να καταφεύγει στο παραλλήρημα.

Η Συνέχεια Προσεχώς…

Θα προσπαθήσω μέσα από τη παρουσίαση συνεδριών από τη θεραπεία της Ιφιγένειας κατά τη διάρκεια των επόμενων οκτώ ετών που ακολούθησαν αυτή τη πρώτη συνεδρία που σας παρουσίασα ήδη, να σας δείξω τί εννοώ κλινικά.
Πρώτα όμως νομίζω οτι πρέπει να σας εξηγήσω πώς εργάζομαι σε τέτοιες περιπτώσεις.

Θεωρώ ότι το σημείο εκκίνησης είναι το συναισθηματικό βίωμα του θεραπευτή απέναντι στον άρρωστο και στο «οργανωτή» της συνάντησης. Την ώρα της συνάντησης ο θεραπευτής πρέπει να είναι σε καλή επαφή με το δικό του ψυχικό κόσμο. Οχι κατ΄ανάγκη η ενσυναισθησία, που σημαίνει να νοιώσει ο θεραπευτής όπως ο άρρωστος. Ο θεραπευτής δεν μπορεί να νοιώσει όπως νοιώθει ο άρρωστος. Ο θεραπευτής μπορεί να μη φοβηθεί το άγνωστο και μπορεί να αναπτύξει την μέθοδο εκείνη που θα βοηθήσει στην αναγνώριση, διερεύνηση και κατονόηση του άγνωστου πεδίου. Να εργαστεί δηλ. σαν ερευνητής. Με συνεχή αναφορά στο δικό του γνωστό κόσμο (ψυχικό και κοινωνικό), να εξερευνήσει το άγνωστο κόσμο του άλλου μέσα στα πλαίσια της σχέσης με τον άλλο.
Οι πέντε μου αισθήσεις εργάζονται για να τροφοδοτούν την έκτη, το δικό μου συναίσθημα. Προσπαθώ να αισθανθώ τη «θέση» του αρρώστου στον κοινό δικό μας κόσμο. Τώρα έτσι όπως ζεί πώς να αισθάνεται, άραγε; …και ονοματίζω… ονοματίζω αυτό που βλέπω, ονοματίζω αυτό που αισθάνομαι, ονοματίζω αυτό που αντιλαμβάνομαι, αυτό που μου φαίνεται εμένα ότι συμβαίνει την κάθε στιγμή μέσα στη συνεδρία. Οι πέντε μου αισθήσεις τροφοδοτούν την έκτη και αυτήν την οδηγώ στο κανάλι του λόγου… της λεκτικής διατύπωσης (όχι της πράξης και της εκδραμάτισης ). Περιγράφω, περιγράφω συνεχώς αυτό που συμβαίνει στο « εδώ και στο τώρα» και αυτό το θέτω στη κρίση του αρρώστου και ζητώ τη δική του άποψη, προσέχοντας πάντοτε πάρα πολύ να είναι πολύ ξεκάθαρο τί είναι δικό μου και τί είναι δικό του.
Μια διατύπωση πιό κοντά στη ψυχαναλυτική ορολογία θα ήταν, νομίζω, ότι ο θεραπευτής, έχοντας αναλάβει στην ουσία το ρόλο του άλλου απένατι στον άρρωστο, χρησιμοποιεί τις συναισθηματικές και νοητικές του λειτουργίες για να κατανοήσει και να βάλει σε λόγο τη μεταβιβαστική σχέση που αναπτύσσεται μέσα στη συνεδρία.
Ισχυρίζομαι ότι αν αυτό γίνει με επιτυχία η στάση του αρρώστου απέναντι στο παραλλήρημά του αλλάζει. Από εκεί που ήταν απόλυτα πεισμένος αρχίζει να σκέφτεται πάνω σ΄αυτό.

Ξεκίνησα να βλέπω την Ιφιγένεια με συχνότητα δύο φορές την εβδομάδα, σε ψυχοθεραπευτικά ραντεβού των 45 ΄. Μέχρι σήμερα την βλέπω στο ίδιο πλαίσιο οχτώ χρόνια χωρίς διακοπή. Την βλέπω τις ίδιες μέρες και τις ίδιες ώρες χωρίς μεταβολές σχεδόν όλα αυτά τα χρόνια.

Μία συνεδρία από το τρίτο χρόνο της θεραπείας της Ιφιγένειας.
Είχα την αίσθηση ότι όλες οι συνεδρίες εκείνη τη περίοδο ήταν πανομοιότυπες. Αισθανόμουνα ότι με εγκλώβιζε σε μια ακινησία. Η ώρα της Ιφιγένειας ήταν για μένα βασανιστήριο. Συχνά ευχόμουν να μην έρθει στη συνεδρία. … Δεν έλλειψε ποτέ !

Η Ιφιγένεια έχει έρθει στην ώρα της στο ραντεβού, όπως πάντα.
Η απόσταση από το σπίτι της στο ιατρείο δεν είναι μεγάλη. Χρειάζεται να διανύσει μια απόσταση 10΄με τα πόδια μέχρι τη στάση του λεωφορείου και άλλη τόση με το λεωφορείο, πέντε – έξι στάσεις.
Εδώ και λίγους μήνες έρχεται μόνη της από το σπίτι της μέχρι το ιατρείο μου. Έχω υποδεχτεί αυτό το γεγονός σαν μία πρόοδο μέσα στη θεραπεία. Αισθάνομαι ότι χρειάζομαι κάτι που να το κατοχυρώσω σαν πρόοδο. Δεν ξέρω, αν το αισθάνεται εκείνη, εγώ όμως το χρειάζομαι για να έχω μια ναρκισσιστική ικανοποίηση. Οι συνεδρίες μαζί της είναι πολύ κουραστικές και οι αλλαγές ελάχιστες (τουλάχιστον σε σχέση με τις δικές μου προσδοκίες και αντοχές) και έρχονται βασανιστικά αργά.

Η Ιφιγένεια κάθεται στη πολυθρόνα απέναντί μου, τα δυό της χέρια στα μπράτσα της πολυθρόνας, το κορμί της ελαφρά γερμένο προς τα μπρος, τα δυό της πόδια επιμελώς τοποθετημένα το ένα πλάι στο άλλο. Το κεφάλι της είναι γερμένο στο πλάι, τα μάτια της κοιτάζουν κάποιο σημείο στο πάτωμα.
Απ΄αυτή τη θέση και χωρίς να κάνει τη παραμικρή κίνηση αρχίζει να μου εξιστορεί τα γεγονότα που συνέβησαν στο σπίτι της την ημέρα που προηγήθηκε. Παραθέτει γεγονότα το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς κανένα σχολιασμό ή έστω διακύμανση της φωνής της, που να υπαινίσσεται μια στοιχειώδη επεξεργασία. Περιγράφει γεγονότα ή αναφέρεται σε κουβέντες που κάποιος είπε… «η αδερφή μου», «η θεία μου»…
Εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμα σχέσεις έξω από το άμεσο οικογενιακό περιβάλλον, εμένα και τη δασκάλα του πιάνου. Είχε μόλις αρχίσει δειλά – δειλά να αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με μια παλιά της συμμαθήτρια, που ήταν κι εκείνη ψυχωτική.
Όταν αναφερόταν στα πρόσωπα του συγκεκριμένου αυτού περιβάλλοντος ο λόγος της δεν ήταν παραλληρηματικός ως προς το περιεχόμενό του.
Εκ των υστέρων παρατηρώ δύο πράγματα.
Το ένα είναι ότι εκείνη την εποχή απέφευγε να αναφέρεται στη μητέρα ή στο πατέρα της, ενω οι αναφορές της σε κουβέντες της αδερφής της, του θείου, της θείας ή της φίλης της ήταν συνεχείς.
Το δεύτερο πράγμα που παρατηρώ είναι ότι αναφερόταν μόνο σε λόγια των δικών της ανθρώπων που θεωρούσε ότι την υποτιμούσαν ή την πρόσβαλλαν.

Η φωνή της, όσο μιλάει, και μιλάει συνέχεια είναι μονότονη και όσο προχωράει η διήγηση η έντασή της χαμηλώνει, μέχρι που δεν μπορώ πιά να ξεχωρίσω λέξεις… ακούω μόνο ενα γρήγορο, μονότονο σιγανό μουρμουρητό.
Κάποια στιγμή παύω να ακούω. Δεν βλέπω ούτε την Ιφιγένεια μπροστά μου… ούτε το δωμάτιο. Έχω μπεί σ΄ένα βαθύ ύπνο με έντονα όνειρα.
Πετάγομαι ξαφνικά και προσπαθώ με κόπο να ανοίξω τα μάτια μου και να ξανασυνδεθώ με το περιβάλλον. Αισθάνομαι διαλυμμένη από την κούραση και καταβάλω υπεράνθρωπη προσπάθεια να ξανανοιώσω κυρίαρχη του εαυτού μου και παρούσα στη συνεδρία.
Η φωνή της Ιφιγένειας, ζωηρή και έντονη αυτή τη φορά, με ξαναφέρνει στη πραγματικότητα. «Κ. Πάσχου κοιμηθήκατε», «Κ. Πάσχου δεν με προσέχετε»…
Η συνήθης συνέχεια τέτοιων σκηνών μέσα στη συνεδρία ήταν να σηκώνεται και να πηγαίνει στη τουαλέττα. Τις περισσότερες φορές μου ζητούσε την άδεια, αλλά αυτό ήταν ένα σχήμα ευγενικού λόγου. Αν έδειχνα ότι δεν αποδεχόμουν αμέσως την ανάγκη της, θύμωνε και έφευγε χωρίς τη άδειά μου, διαμαρτυρόμενη έντονα.
Δεν μπορούσα να κρύψω από τον εαυτό την δική μου ανακούφιση που θα έμενα για λίγο χωρίς το βάρος της Ιφιγένειας.
Όταν γυρνούσε από την τουαλέττα, είχε πλύνει τα χέρια της και ήταν πιό παρούσα στην επικοινωνία.
Μέσα στο χρόνο που έλλειπε είχα κι εγώ προλάβει να ανασυγκροτηθώ και τη περίμενα νηφάλεια.

Πρέπει να σημειώσω εδώ κάτι, που ίσως να φαίνεται λεπτομέρεια μπροστά στην προκλητική ιδιαιτερότητα αυτών των σκηνών.
Ο λόγος της ασθενούς δεν ήταν παραλληρηματικός ως προς το περιεχόμενό του.
Το συναίσθημα όμως είχε την ίδια ποιότητα με τη πρώτη φορά που τη συνάντησα. Ήταν ακινητοποιημένο από το τρόμο. Η στάση του σώματος, η μιμική του προσώπου και η χροιά της φωνής δεν άφηναν καμμιά αμφιβολία.

Από την άλλη μεριά, τις φορές που το παραλλήρημα επανεμφανίζεται με τη παλαιότερη θεματική του, είναι επενδεδυμμένο με διαφορετική συναισθηματική διακίνηση.
Θα σας περιγράψω μια σκηνή που νομίζω ότι δείχνει πολύ καθαρά αυτό που θέλω να πω.
Η Ιφιγένεια έχει έρθει μέχρι το ιατρείο μόνη της με το λεωφορείο. Ήδη από το χτύπημα του κουδουνιού καταλαβαίνω ότι κάτι τρέχει. Όταν ανοίγω τη πόρτα την βλέπω σε κατάσταση πανικού. Δίνει τη εντύπωση ότι πραγματικά την κυνηγάνε. Μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από έργα με δραπέτες. … «κ. Πάσχου φοβάμαι μη με συλλάβει η αστυνομία». Αρχίζει να μιλάει από τη πόρτα πριν μπεί μέσα στο διαμέρισμα. Μπαίνει με σκυμμένο το κεφάλι τρέχοντας σχεδόν. Όρθια ακόμα, συνεχίζει… «… κάποιος με κοίταξε παράξενα στο λεωφορείο. Θα κατάλαβε ότι σκέφτομαι το φόνο… νοιώθω ζώο ή πράγμα.»

Σε τέτοιες στιγμές αισθάνομαι ότι εγκαταλείπεται ολοκληρωτικά πάνω μου. Καταφέρνει να γεννά μέσα μου ένα συναίσθημα απελπισμένης αδυναμίας, το οποίο όμως δεν με απομακρύνει από κείνη. Αντίθετα, ενδυναμώνει μέσα μου την επιθυμία να κάνω τα πάντα για να την ελευθερώσω απ΄αυτόν τον εγκλωβισμό, να τη σώσω.
Τη φράση «νοιώθω ζώο ή πράγμα» την άκουσα χιλιάδες φορές στη διάρκεια των πρώτων ετών της θεραπείας της Ιφιγένειας και κάθε φορά την ένοιωθα σαν κορύφωση της απόγνωσης και της ικεσίας. Υπήρχε ένα σκηνικό, το ίδιο πάντα, που συνόδευε αυτή τη φράση. Διέκοπτε τη ροή του λόγου της, κάρφωνε το βλέμμα της στο δικό μου, σταματούσε κάθε κίνηση του κορμιού της κι επαναλάμβανε σαν ηχώ… νοιώθω ζώο ή πράγμα. Εγώ, πάλι, είχα κάθε φορά την ίδια εντύπωση, ότι αυτή η φράση λειτουργούσε σαν όριο, που δήλωνε ότι και ο παραλληρηματικός λόγος δεν επαρκούσε πιά για να περιγράψει τη ποιότητα του βιώματος.

Σ΄αυτές τις σκηνές από τις συνεδρίες με την Ιφιγένεια έχει πολλά να παρατηρήσει κανείς και από πολλές οπτικές γωνίες.
Θα σας πω τον τρόπο που εγώ τις κατάλαβα και τις επεξεργάστηκα.

Τον τέταρτο χρόνο της θεραπείας της ζήτησα να αλλάξουμε την ώρα της μίας μέρας γιατί θα με βόλευε καλλίτερα. Το δέχτηκε, γιατί τότε ακόμα δεχόταν παθητικά οτιδήποτε της ζητούσε κάποιος. Εννοείται κάποιος από το άμεσο περιβάλλον της. Όπως είπα, δέχτηκε υπάκουα την πρότασή μου για αλλαγή. Δε σήμαινε όμως ότι δεν είχε θυμώσει μαζί μου. Για το θυμό της μίλησε με άμεσο τρόπο ένα χρόνο αργότερα. Για ένα ολόκληρο χρόνο παρέμβαλε στις συνεδρίες «αποσπάσματα παραλληρηματικού λόγου» ,τα οποία δεν μπορούσα να συνδέσω με το τρέχον υλικό.
Το παραλλήρημα είναι κάτι συγκεκριμένο. Δεν αλλάζει ούτε εύκολα, ούτε χωρίς αιτία, θεματολογία ή διατύπωση.
Ο Freud απέδειξε στο κείμενό του για τον Schreber ότι και μόνο μελετώντας το παραλληρηματικό λόγο του ασθενούς είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τις ψυχικές του συγκρούσεις.
Η παρατηρήσεις που έκανα τόσα χρόνια μέσα στη θεραπεία της Ιφιγένειας με οδήγησαν στη σκέψη, ότι ο παραλληρηματικός λόγος βοηθά τον ασθενή να εκφράσει μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση.
Βίωμα και Λόγος είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους.
Βίωμα, με την έννοια που δίνει ο Δ. Δημητράκος στο λεξικό του: παν το εκ της ζωής υποσυνειδήτως εν τη ψυχή παραμένον, εν μεγάλη μοίρα ρυθμίζον και κατευθύνον τα συναισθήματα και τας ιδέας αυτού.
Βώμα και συναίσθημα είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους.
Αυτό που μπορεί να τροποποιηθεί είναι το βίωμα, «παν το εκ της ζωής… εν τη ψυχή παραμένον…». Αυτό δηλαδή που μπορεί να γίνει, είναι το να ζήσει ο ασθενής με άλλο τρόπο το ίδιο γεγονός. Κατά τη γνώμη μου η θεραπεία υπεισέρχεται σ΄αυτό το… «να ζήσει»…!

Τον έβδομο χρόνο της θεραπείας μετακόμισα το ιατρείο μου σε άλλη περιοχή πολύ μακριά από το σπίτι της.
Τώρα για να έρθει στη συνεδρία της πρέπει να διασχίσει μια απόσταση πολλών χιλιομέτρων αλλάζοντας δύο συγκοινωνίες. Συνεχίζει να έρχεται ανελληπώς, δύο φορές την εβδομάδα, τις ίδιες δύο φορές.
Η Ιφιγένεια τώρα είναι ωριμώτερη από κάθε άλλη εποχή. Μπορεί να εκφράζει τα συναισθήματά της καλλίτερα και αμεσότερα. Πολύ εύκολα μπορούμε να μιλήσουμε άμεσα για το πόσο την ξεβολεύει και την ταλαιπωρεί η μετακόμιση του ιατρείου μου τόσο μακριά από το σπίτι της. Ο τρόπος όμως παραμένει και τώρα στη βάση του ο ίδιος.
Μία άλλη σκηνή:

Προσεχώς