028_cheetah-in-tree.jpg
ψιθύριζε τα βράδια, < <και δίχως ενοχή σκαρφάλωσε και κόψε με τα δόντια κλαδιά ζωσμένα μίσχους, λουλούδια και καρπούς. Κι αν βρεις αγκάθια στα κλαδιά μου, φωλιές εντόμων ή και φίδια, να ξέρεις: αυτά στον έρωτα χαρίζουνε μιαν αίσθηση κινδύνου. >εν την άκουσα, κι ας την ποθούσα – ήθελα κάποια νύχτα σαν την αποψινή – μην έχοντας το σώμα της πλάι στο δικό μου σώμα – να μπορώ να θυμάμαι τον ίσκιο της.
2
Κάθε που τέλειωνες τη βραδινή σου βάρδια περνούσες απʼ το θάλαμο να με σκεπάσεις – μέχρι τη νύχτα που με βρήκες παγωμένο να ʽχω τραβήξει τον ορό απʼ τη φλέβα να ʽχει φουσκώσει μες στα μάτια μου το αίμα. Αν προσευχήθηκες αργότερα για μένα – από συμπόνια ή έστω από συνήθεια – δεν έμαθα ποτέ.
3
Παλεύω πια να ζήσω μʼ ό,τι μου άφησες. Σαν δαίμονας υπάρχω: δυο μαύρα κέρατα στο μέτωπο, νύχια και δόντια λύκαινας, μουσούδα κάποιου πλάσματος της νύχτας, μάτια πέτρινα, που χορταριάζουνε βδομάδα τη βδομάδα – προσμένουν, βλέπεις, έναν καινούριο έρωτα δίχως κάποιον παράδεισο γιʼ αντάλλαγμα.
4
Ναʼ ναι φθινόπωρο, βροχερό πρωινό στα μέσα Σεπτέμβρη – ναʼ χω τα μάτια σου στη μέσα τσέπη του παλτού (κτερίσματα κείνου του πρώτου παιδικού μας έρωτα) και να πηγαίνω ξανά σχολείο.

Το νεύμα της άσπρης γάτας
Ο χρόνος πλένεται στις φλέβες των λωτών, σταυρώνει την αχνή ανάμνηση των τύψεων, με τον θαμπό του διάκοσμο σκεπάζει τʼ ανομήματα, τεντώνοντας το σώμα του στην χλόη του ερειπιώνα. Σαν άσπρη γάτα – μʼ ολόρθα αυτιά – μας γνέφει από τʼ άπειρο.
Η μεθυσμένη αψίδα
Ο μεθυσμένος λαθροζεί στο φως των μεταγγίσεων, ματώνει τα χείλη του στα φύλλα του αμπελιού, διαβαίνει αργά τις ατραπούς των παραισθήσεων, ορθώνει την αψίδα του σʼ ανίερους αγρούς – μόνο κατάλυμα η θλίψη των ονείρων του
Η μοναξιά του θέρους
Απομακρύνεσαι στη δίνη της ανάμνησης. Σκαλίζω τη μορφή σου στο εβένινο προσωπείο της νύχτας, αγρικώ μονάχα την ηχώ των βημάτων σου – δαχτυλίδια καπνού στοιχειώνουν τη θύμησή σου. Αγκαλιάζω τη φθινοπωρινή ομίχλη των ματιών σου, απλώνω τους κυνόδοντές μου στο λευκό σου δέρμα – ωχρή χαμογελάς μες στην ισχνή αγκαλιά μου. Θλιμμένοι στεναγμοί γλιστρούν μέσʼ απʼ τα χείλη σου, μια γεύση από θειάφι κεντάει τον αγέρα, απʼ τις μισάνοιχτες γρίλιες του παραθύρου φτάνει απρόσκλητη η λάμψη της σελήνης. Μαβιά τα πέπλα της παλίρροιας ευάρμοστα κοσμούν τη μοναξιά του θέρους

Εκδίκηση
Σκαθάρι – φονιά, ροκάνισε τʼ αγκάθια του ασπάλαθου

Το δις εξαμαρτειν
Ξερό χορτάρι στης πέτρας τις ραγάδες βλασταίνει πάλι.

Σώμα
Νέφος το σώμα ηδονών, πυγμαίο φως – θα με συντρίψει

Λυκαυγές εραστών
Δειλό σκοτάδι κρύψου στην αγκάλη μας – έξω χαράζει.