Η πολυδύναμη και βαθυστόχαστη ποίηση του Γιώργου Πολ. Παδάκη

 

Η ποιητικη συλλογη «Λαξευτης τοπίων», η έβδομη στη σειρα συλλογη του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη, περιέχει 31 μικρα πεζόμορφα ποιήματα που διακρίνονται όλα για την πυκνότητα της γραφης και κατ’ επέκταση την πυκνότητα των νοημάτων τους. Παραστατικα θα τα παρομοίαζα με 31 σκληρα αμύγδαλα που πρέπει να συνθλίψεις με σφυρι την ανθεκτικη φλούδα τους για να γευθεις την θρεπτικη ψίχα τους.

Να υπενθυμίσω όμως πως αρκετοι νεοέλληνες ποιητες είχαν (και έχουν) προτίμηση στα πεζόμορφα ποιήματα ή πεζοτράγουδα, όπως αλλιως λέγονται, ανάμεσα σ’ αυτους ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Γκάτσος, όπου στο έργο τους, ειδικα στο «Άξιον Εστι» και την «Αμοργο», υπάρχουν πολλα ποιητικα μέρη σε πεζο, χωρις ωστόσο να παύουν ν’ αποτελουν ουσιαστικα ποιήματα, για να φανει σε τελικη ανάλυση πως δεν έχει σημασία το πως γράφεται ένα ποίημα αλλα το πως ακούγεται.

Όπως έχω διαπιστώσει και τα 31ποιήματα είναι αποτέλεσμα ή, πιο σωστα, έχουν προκύψει μέσα απο τις λογοτεχνικες αναζητήσεις και τα διαβάσματα του Γ. Π. Παπαδάκη, τα οποία του δίνουν δυνατους ερεθισμους για σοβαρη ποιητικη δημιουργία. Αυτο, εξάλλου, εύκολα μπορει να γίνει κατανοητο απο τον οιονδήποτε αν ανατρέξει στην πληθώρα των ονομαστικων αναφορων διάσημων συγγραφέων ή στους τίτλους των βιβλίων τους καθως και στους λογοτεχνικους ήρωές τους, που έχουν απασχολήσει τον Γ. Π. Παπαδάκη και τα οποία, χάρη δικαιοσύνης, καταχωρει στις σημειώσεις που υπάρχουν στο τέλος της συλλογης του όπως π.χ. τα βιβλία «Η μουσικη του Έριχ Ζαν» του Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Το τραγούδι του Προύφουκ» του T,SElliot, ο «Βασιλιας Ληρ» του Γ. Σαίξπηρ, «Η Δίκη» του Φ. Κάφκα, «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ» του Όσκαρ Γουάιλντ, τα «Επιφάνεια» του Γιώργου Σεφέρη, «Ο κύριος Τεστ» του Πολ Βαλερυ, «Το βάρος της πεταλούδας» Έρι Ντε Λούκα, «Το βιβλίο της Ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα κ.ά..

 

Κοντολογις, μέσα στα καινούργια ποιήματα του Γ. Π. Παπαδάκη, είναι έκδηλος ένας εποικοδομητικος διάλογος που αναπτύσει ο ποιητης με αυτες τις μεγάλες μορφες της παγκόσμιας διανόησης, με απώτερο στόχο ν’ αφομοιώσει, προς όφελος της δικης του δουλειας, τη σκέψη, το στοχασμο, τον προβληματισμο αλλα και την τεχνικη αυτων των ξένων δημιουργων.

Ο Γ. Π. Παπαδάκης, με άλλα λόγια, πατάει γερα πάνω στην πνευματικη δημιουργία αυτων των κορυφαίων συγγραφέων για να εμπλουτίσει τα σκέψη του και να τροφοδοτήσει την έμπνευσή του, που σταδιακα τον κατευθύνουν προς νέες ποιητικες κατακτήσεις. Για την ακρίβεια, ο Γ. Π. Παπαδάκης δεν κάνει τίποτε άλλο παρα ν’ ακονίζει, όπως ο Χασάπης ακονίζει το μαχαίρι του στην ακονόπετρα, τη σκέψη και την έμπνευσή του απάνω στο στοχασμο αυτων των σπουδαίων συγγραφέων που καταπιάστηκαν στη μακρόχρονη συγγραφικη πορεία τους με πολλα και διάφορα πανανθρώπινα θέματα, με αποτέλεσμα και η ποίησή-του να είναι  καταστάλαγμα γνώσης και σοφίας.

Ως εκ τούτου συνθέτει μία ζωντανη, εύρωστη, και περιεκτικη ποίηση που ξεχειλίζει απο λυρικη μαγεία αλλα και απο φιλοσοφικη και αισιόδοξη διάθεση. Συνεπως, δεν είναι τυχαίο που κάποιοι στέρεοι στίχοι του καταλήγουν να μοιάζουν με ευσύνοπτα δοκίμια, δηλαδη μικρα σφικτοδεμένα λογοτεχνικα και φιλοσοφικα κείμενα πάνω σε καίρια θέματα ή βασικες ανθρώπινες αξίες, όπως η ζωη, η αλήθεια, η ελευθερία κ.ά.. Στην ουσία, εδω η ποίηση του Γ. Π. Παπαδάκη, συνιστα μία άκρως ενδιαφέρουσα σύμπραξη του δοκιμιακου και του έντεχνου λόγου του.

Δίνω κάποια ενδεικτικα παραδείγματα:

-«Μια κλωστη η ζωη-μας ευλύγιστη. Κάποτε στητη και ρωμαλέα, παριστάνει το σκοινι», Σελ. 11

-«Μάγμα ειναι, αναλλοίωτο πετρωμένο στου χρόνου τα βάθη. Μια έκρηξη του Όλου η Αλήθεια με μυριάδες πτυχώσεις», Σελ. 12

-«Βγήκα απ’ τ’ όνειρο κι είδα τη ζωη. Τη θλίψη του υπαρκτου ολόγυμνη», Σελ. 15

-«Ελευθερία είναι ο εγκλεισμος των άλλων σε κέλυφος ύπαρξης χωρις τη συγκατάθεσή-τους», Σελ. 33

 

Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο που η ποίησή του είναι γεμάτη με απαστράφτουσες εικόνες, που μοιάζουν με νιόκοπα νομίσματα που λαμποκοπουν κάτω απο τον ήλιο, όλα απότοκο πιστεύω της αχαλίνωτης φαντασίας του και των λυρικων εξάρσεών του.

Θα γράψει στο ποίημα «Άλπατρος»:

«Σε γροικουν τα άλπατρος, φασματικες/ συλλήψεις του αιτιατου νου, σύντροφοι νωχελικοι του ποιητη. Δεν/ πιάνονται όμως. Όσο τα βλέπεις, έχεις μια γεύση θάλασσας κι όσο/ γράφεις, μια ψευδαίσθηση αθανασίας. Κι αν τα γιγάντια φτερα τους/ σε βαραίνουν μη φοβάσαι·  θωρώντας-τα να πετουν ελευθερώνεσαι».

 

Όμως, όπως σε κάθε μεγάλη και πολυσύνθετη ποίηση, έτσι και για την ποίηση του Γ. Π. Παπαδάκη, προκύπτει το πρόβλημα της προσληψιμότητάς-της απο το ευρύτερο αναγνωστικο κοινο. Γιατι ο αναγνώστης χωρις ειδικη παιδεία, είναι αδύνατο νομίζω να προσεγγίσει τους ποιητικους αναβαθμους (σκαλια) της συλλογης «Λαξευτης τοπίων». Θα βρίσκεται συνεχως στο σκοτάδι και θα ψηλαφει μάταια στα τυφλα. Είναι προτιμότερο όμως να μην παραπλανάται άσκοπα γιατι θα ματαιοπονει.

Να το πω αλλιως: Ο «Λαξευτης τοπίων» περιέχει ποίηση υψηλων προδιαγραφων γι’ αυτο και αφορα τους προχωρημένους αναγνώστες. Εννοω τους επαρκεις, τους καλα μορφωμένους και πληροφορημένους για τα λογοτεχνικα θέματα, όπως αυτα παράγονται σε τοπικο και διεθνες επίπεδο.

Συνεπως, ο μη μυημένος στα λογοτεχνικα πράγματα αναγνώστης, για να μπορέσει να εγκύψει με κάποιες απαιτήσεις στα νοήματα των ποιημάτων του Γ. Π. Παπαδάκη, πρέπει, αν είναι δυνατον, να μελετήσει προηγουμένως διεξοδικα όλα τ’ άλλα λογοτεχνικα ή φιλοσοφικα κείμενα στα οποία έχει εντρυφήσει ο ποιητης πριν μας δώσει τους δικους του ποιητικους καρπους.

Βέβαια, όλη αυτη η διαδικασία επιλογης και αφομοίωσης ξένων κειμένων, αλλα και ο τρόπος που ενσωματώνει κάποια απο αυτα στην ποίηση του ο Γ. Π. Παπαδάκης,  εμπίπτει στην έννοια της διακειμενικότητας που εισήγαγε στη λογοτεχνία η Julia Kristeva, το 1966, αναλύοντας και επεκτείνοντας την θεωρία του Bakhtin περι διαλογικότητας. Έννοια που χαρακτηρίζει σχεδον το σύνολο της καινούργιας ποιητικης δουλειας του Γ. Π. Παπαδάκη. Με απλα λόγια, εννοω το λογοτεχνικο περίπατό του σε άλλα κείμενα ή σε άλλους πνευματικους μόχθους, όπου στη συνέχεια οικειοποιείται μέρος απο αυτα τα ξένα κείμενα, ατόφια ή επεξεργασμένα, για την εδραίωση της δικης-του δουλεια.

Αυτη η προσπάθειά του όμως, ίσως να είναι στοχευμένη. Γιατι, με  τον τρόπο αυτο ωθει, πιστεύω, και τον αναγνώστη-του στο να οπλιστει κατάλληλα. Δηλαδη ν’ αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις, γενικα το απαραίτητο μορφωτικο επίπεδο, στο λογοτεχνικο κυρίως τομέα, για ν’ αντιληφθει επαρκως και ν’ απολαύσει επιτυχως την ποίησή του. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως ήδη έχω αναφέρει, θα ματαιοπονει! Είναι ωσαν να βάζουμε ένα μαθητη του δημοτικου σχολείου να διαβάσει, ν’ αναλύσει και να μας διδάξει με αξιώσεις όλα τα νοήματα που περιέχει το «Άξιον Εστι», του Οδυσσέα Ελύτη.

Ο ποιητης Γ. Π. Παπαδάκης, όπως έχω αντιληφθει, βάζει ψηλα τον πήχυ όταν δημιουργει την ποίησή του. Θέτει δηλαδη ψηλους στόχους και ακόμη πιο ψηλα αισθητικα κριτήρια τα οποία, όπως είπα, δεν είναι εύκολο να κατανοηθουν απο τον απαίδευτο αναγνώστη. Το σπουδαιότερο όμως, για μένα, είναι που δεν καταδέχεται να εκποιήσει την τέχνη που υπηρετει για χάρη της αναγνωσιμότητας, χωρις με αυτο να υπονοω ότι ο Γ. Π. Παπαδάκης ασπάζεται το δόγμα η τέχνη για την τέχνη. Απλως εννοω πως δεν τον ενδιαφέρει το πνευματικο παζάρι, με τις παραπλανητικες σφυγμομετρήσεις και τους επίπλαστους αριθμους. Τον ενδιαφέρει μόνο η τέχνη του, ήτοι η ποίησή-του, για την οποία νοιάζεται, όπως ανάφερα, να είναι αισθητικα πιο τέλεια, τόσο απο την πλευρα του περιεχομένου-της όσο και απο την πλευρα της μορφης-της, πιστεύοντας αταλάντευτα πως με την πάροδο του χρόνου θα γίνει κατανοητη απ’ όλους τους αναγνώστες-του.

Εν ολίγοις, πιστεύει, ή θέλει να πιστεύει, πως με την απαραίτητη προπαίδεια και με τη δικη του ασφαλως βοήθεια, θα ανυψωθει το μορφωτικο επίπεδο όλων των αναγνωστων του, ούτος ώστε να είναι σε θέση πλέον να κατανοουν και να προσλαμβάνουν την ποίησή-του αλλα και την κάθε άλλη (δύσκολη) ποίηση.

Ο Γ. Π. Παπαδάκης έχει σίγουρα γνώση του μεγάλου ταλέντου-του και κυρίως της αξίας της, υψηλων προδιαγραφων, ποίησής-του. Σίγουρα γνωρίζει και το βαθμο δυσκολίας πρόσληψής της απ’ όλους τους αναγνώστες-του. Δεν βάζει όμως νερο στο κρασί-του! Εννοω πως δεν θέλει με καμία δικαιολογία να νοθεύσει την τέχνη-του για ένα εγγενες πρόβλημα, για το οποίο σε τελικη ανάλυση δεν ευθύνεται. Δεν αδιαφορει όμως γι’ αυτους τους αδύνατους αναγνώστες-του. Γι’ αυτο και επιχειρει να αφαρμόσει διάφορες δοκιμασμένες τεχνικες μέσα στα ποιήματά-του, που θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον όλων των αναγνωστων, για να γίνει πιο προσβάσιμη η ανάγνωσή-τους.

Αρκετα πετυχημένη στο σημείο αυτο θεωρω πως είναι η τεχνικη της μορφοποίησης (ή προσωποποίησης) λέξεων ή πραγμάτων, με λογικη ή αφηρημένη έννοια. Και αυτο, όπως είπα, για να  προκαλέσει το ενδιαφέρον των αναγνωστων, όπως π.χ. η μορφοποίηση της λέξης «ελπίδα», που την παρομοιάζει με άπιαστο «αγριόγιδο» που καλπάζει στην άκρη του γκρεμου.

 

«Καλπάζει στην άκρη του γκρεμου σαν αγιόγιδο άπιαστο κι απ’ τον/ άνεμο ακόμα. Αγέρωχο παράστημα, όψη ελκυστικη σαν Αφροδίτη,/ αιθέρια σαν τον Αίολο, ακριβοθώρητη οπτασία»Σελ. 36

 

Ακόμη, έχω διαπιστώσει πως κάποιοι στίχοι μέσα απο τα πεζόμορφα ποιήματα του Γ. Π. Παπαδάκη μπορουν να λειτουργήσουν αυτόνομα και ανεξάρτητα απο τους άλλους στίχους του ποιήματος, δίνοντάς-σου την εντύπωση πως ο καθ’ ένας απο αυτους τους στίχους αποτελει ένα ολοκληρωμένο ποιήμα, που είναι κατά την άποψή μου ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο στην ποιητικη-του. Αποσπω, χάρη παραδείγματος, μερικους τέτοιους στίχους:

-«Πνοη ζωης στου χρόνου τα φτερα», Σελ. 9

«Στο τέλος κάθε τραγωδίας, ξεκινω το διάβασμα μιας κωμωδίας», Σελ. 21

«Απ’ όλους του φόβους, τρέμω περισσότερο την προδοσία», Σελ. 30

-«Μόνη-μου ελπίδα η επανάληψη», Σελ. 38

 

Καταλήγοντας, θα επαναλάβω πως στην ποίηση του Γ. Π. Παπαδάκη κυριαρχει και λάμπει μία πολύπλοκη πνευματικότητα, γεγονος που την καθιστα μη αναλώσιμη απ’ όλους τους αναγνώστες, ειδικα τους αμύητους στα θέλγητρα της ποίησης. Σίγουρα όμως είναι μία ποίηση ευφάνταστη και άκρως περίτεχνη. Μια ποίηση βαθυστόχαστη και πολυδύναμη, εφάμιλλη με τη δημιουργία των επιφανων δασκάλων-του, που ανεβάζει κατακόρυφα την αξία της τέχνης που υπηρετει!