«Υπάρχει κάτι το άφατο, κάτι το ανερμήνευτο στην Ποίηση, όπως και στην Δυναμική-ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, όπως και στο όνειρο, όπως και στην ψύχωση.»

Υπάρχει κάτι το άφατο, κάτι το ανερμήνευτο στην Ποίηση, όπως και στην Δυναμική-ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, όπως και στο όνειρο, όπως και στην ψύχωση.
Η ποίηση βουτά στη θάλασσα του ατομικού και συλλογικού ασυνείδητου και εκμαιεύει αρχετυπικό υλικό από τα αρχέγονα πράγματα, αγγίζει αρχέγονο πόνο, ιχνηλατεί, ανοίγει δρόμους, προφητεύει.
Η Ποίηση λειτουργεί θεραπευτικά καθώς μέσα από τις καταδύσεις στο ασυνείδητο του ψυχισμού, μέσα από τη φαντασία, τις μεταφορές και εικόνες, τους υπαινιγμούς, την αλληγορία, το άρρητο, το ανερμήνευτο και το μαγικό, μέσα από τις λέξεις, τους νεολογισμούς, τις σιωπέςκαι σιωπηλές κραυγέςπροσφέρει δυνατότητα εξωτερίκευσης, δίνει μορφή και ονοματίζει τον ανθρώπινο ψυχικό πόνο ωθώντας τον προς τη λύτρωση.
Ο Κ. Καβάφης την Τέχνη της Ποιήσεως επικαλείται στο ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή ‘ 595 μ.χ.», «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,/ που κάπως ξέρεις από φάρμακα»
Με εργαλείο την τέχνη προσπαθούμε να ξεκλειδώσουμε το άτομο που φέρει ψυχικό άλγος. Όπως αναπλάθουμε και ανακατασκευάζουμε τον κόσμο με τη γραφή, όπως μέσω της ψυχοθεραπείας αναδομείται ο αποδιοργανωμένος ψυχισμός της ψύχωσης,έτσι η δημιουργική δραστηριότητα στην ομάδα είναι ένας υπέροχος τρόπος της ανακούφισης του ψυχικά πάσχοντος και της υποστήριξης της αναδόμησης της προσωπικότητάς του.

Τα μεθόρια ποιήματα αποτελούν μια συν-δημιουργία δυναμικής αλληλεπίδρασης και διάδρασης είκοσι έξι ατόμων με σοβαρή ψυχική διαταραχή με την εμψυχώτριά τους ΑλεξάνδραΖαμπά δημιουργού και συντονίστριας του εργαστηρίου «Ποίηση και σκιές»του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Boemondoτης Ρώμης. Η ποιήτρια λειαίνοντας το έδαφος, εμψυχώνοντας, καθοδηγώντας και δίνοντας τον σπινθήρα αποτελεί το δίαυλο μέσα από τον οποίον αναδύονται οι υπόλοιπες είκοσι έξι φωνές που έρχονται να φανερωθούν και να μας αποκαλύψουν το πραγματικό τους πρόσωπο, τον πλούσιο συναισθηματικό τους κόσμο, τη αγωνία και οδύνη τους.
Ο τίτλος του βιβλίου μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής. Πρόκειται για φωνές στην κόψη του ξυραφιού, στο μεταίχμιο, στο όριο και στο οριακό, φωνές πνιγμένες, φωνές της καταφυγής του ψυχισμού στη σχάση και στην αντίπερα όχθη.
Από το εξώφυλλο η φωτογραφία του Πασκουάλε Μισουράκα (Pasquale Misuraca) με την ελαφρώς τεταμένη παλάμη και τα δάχτυλα ανοιχτά σε ελαφρά κάμψηπου αναδύεται ανάμεσα από διαχωριστικές κολόνες μας εισαγάγει στο περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής. Όπως η ανοιχτή παλάμη τα ποιήματα ανοίγουν μια ρωγμή στο σκοτάδι, όπου είναι βυθισμένες οι ψυχές και οι λέξεις συνανθρώπων μας με βαθύ ψυχικό άλγος.

Είκοσι επτά φωνές μαζί και μʼ αυτή της ποιήτριας αναδύονται χαμηλόφωνα για να μας ψιθυρίσουν το ανείπωτο, το απωθημένο, το καταχωνιασμένο ψυχικό υλικό της άλλης όχθης των ατόμων που η ψυχική συντριβή τους οδήγησε στην χαοτική σιωπή στο περιθώριο, στο σκοτάδι.
Το ύφος της ποιητικής συλλογής λιτό και χαμηλόφωνο χωρίς λυρικές εξάρσεις. Αφηγηματική γραφή με κύριο χαρακτηριστικό την αληθινή και καθαρή γλώσσα, αλλά και με πλούσιες μεταφορές και εικόνες, που πλουτίζουν την αισθητική των ποιημάτων και λειαίνουν το βαρύ και σκοτεινό συναισθηματικό φορτίο που φέρουν οι λέξεις σταΜεθόρια ποιήματα. Κυρίως τα ενδοψυχικά ποιήματα της συλλογής σκιαγραφούντην αγωνία και τη συνθήκη σχάσης του ατόμου με σοβαρή ψυχική διαταραχή, όπου τα όρια συγχέονται ή καταλύονται, όπου το άτομο πολλές φορές αποπροσωποποιημένο μετεωρίζεται ανάμεσα στο εαυτό και στον άλλον εαυτό, στον εαυτό και στο άλλον.
Παραθέτω το ποίημα: «Δεν είμαι αυτός που βλέπετε// Δεν είμαι αυτός που βλέπετε./ Σπάνια σας μιλώ εγώ/συχνά οδηγεί εκείνος ο άλλος./Οδηγεί τη ζωή – χωρίς τα χέρια στο τιμόνι – /βλέπει τον κόσμο σε αντίστροφη ταχύτητα/ δεν με ακούει ποτέ/ είναι πραγματικά διαφορετικός από μένα / μιλάει χωρίς να μου ζητήσει την άδεια/ και γελάει με αναίδεια, Αυτός./ Δεν ξέρω πώς να του κάνω έξωση, αλήθεια/ Αυτόν, τον κακούργο, το βρομόστομο, το σαδιστή./ Αυτόν, που σφυρίζει μέσα στη νύχτα αυταρχικός/ γεμίζει τα αυτιά μου με αισχρόλογα, αλήθεια/ σας λέω, δεν είμαι Αυτός./ Ο άλλος που είναι μέσα μου στέκεται αιωρούμενος/κοιτάζει από ψηλά, κοιτάζει και λικνίζεται/και εγώ τον ικετεύω/ να με αφήσει ήσυχο να ζήσω».Βλέπουμε εδώ τη φανέρωση του άλλου εαυτού, της σχάσης, της άλλης όχθης. Και μόνο αυτή η έκφραση και αποτύπωση σε λέξεις, αυτή η ομολογία και το μοίρασμα μπορούν νʼ αποτελέσουν την αρχή για καλύτερη διαχείριση του ψυχικού πόνου και της τυραννίας που βιώνει το άτομο σε ανάλογη συνθήκη. Κι ακόμα ακόμα θα μπορούσαν νʼ αποτελέσουν την αρχή διεργασιών για καλύτερη συνοχή του ψυχισμού και αναδόμησής του βεβαίως.

Στα διαπροσωπικά ποιήματα διάχυτα είναι τα συναισθήματα μοναξιάς, αβεβαιότητας και σύγχυσης λόγω διπλών μηνυμάτων πχ, όπως «οι λέξεις σου φτάνουν δίκοπες» στο «Λέξεις δίκοπες», ματαίωσης απώλειας, φόβου, αποδοχής και απόρριψης σε σχέση με τους σημαντικούς άλλουςπχ στα ποιήματα «Ο μπαμπάς μου», «Η μητέρα η άγνωρη».
Σκάει μύτη και η ελπίδα ωστόσο. Στο ποίημα «Η τάφρος» το βαθύ χάσμα και σκοτάδι φωτίζεται από τον στίχο «κάποια ελπίδα γκρίζου φύλου ελιάς» ή στο ποίημα «Άγνωστες χώρες» που τελειώνει με τους στίχους «συνεχίζω να προχωρώ δίχως θαύματα/ προσφέρω ψωμί και νερό, όπου δύναται και το/ τριαντάφυλλο».
Θα έλεγα πως το θαύμα είναι εδώ, μας το δωρίζουν τα Μεθόρια ποιήματα, όπου ο πάσχον νους είναι αυτός που μας δείχνει το δρόμο «προσφέρω ψωμί» μας λέει και συνεχίζει «όπου δύναται και το/ τριαντάφυλλο».

Πολλά τα ερωτικά ποιήματα. Τα περισσότερα ωστόσο εκφράζουν έναν απολεσθέντα ή έναν ποθητό και ανεκπλήρωτο έρωτα. Αφορούν στην επιθυμία, στην απώλεια και ματαίωση, στην ελπίδα, στην προσμονή. Στην προσμονή για ζωή, καθώς ο έρωτας με την ευρύτερη έννοια είναι η ζωή και το άτομο με ψυχικά προβλήματα ζει έξω και πέρα από την πραγματική ζωή λόγω της ψυχοσυναισθηματικής του συνθήκης. Συχνά βεβαίως και λόγω του στίγματος και της περιθωριοποίησης. Η επιθυμία ωστόσο και η ελπίδα ελλοχεύουν και περιμένουν την σπίθα που θα πυροδοτήσει την ανάδυσή τους στο έρωτα, στη ζωή, στην πραγματικότητα. Μια φυγή αποτελεί και η ψύχωση, μια καταφυγή στο παράλογο, στο χαοτικό, στην άλλη όχθη.

Διαβάζοντας Τα Μεθόρια ποιήματα πέρα από τα αισθήματα ενσυναίσθησης και συμπόνιας με πλημυρίζουν αισθήματα συγκατάβασης, αισθήματα αισιοδοξίας, αισθήματα κάποιας αμυδρής χαράς σχεδόν και βέβαια ικανοποίησης και εξηγούμαι γιατί:
Γιατί δεν πρόκειται για ποιήματα που προκαλούν ψυχική συντριβή, πού σκιαγραφούν αποπνικτική ατμόσφαιρα έγκλειστων σε ψυχιατρείο όπως ποιήματα του Φιλύρα π.χ. Εδώ πρόκειται για μια ομαδική συν-δημιουργία σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον με την εποπτεία και στήριξη της εμψυχώτριας και το μοίρασμα με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εκφράζονται οδυνηρά συναισθήματα, παραληρηματικές εκφάνσεις, θυμός κλπ με έναν «ανώδυνο» αν μπορεί να πει κανείς τρόπο και σίγουρα με έναν εποικοδομητικό τρόπο.
Αισθάνομαι αισιοδοξία και κάποια αμυδρή χαρά γιατί μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον κόσμο της ψύχωσης. Αυτό αποτελεί το πρώτο βήμα για να υπερνικήσουμε στάσεις φόβου απέναντι στο διαφορετικό και στάσεις αποκλεισμού. Γιατί μας φανερώνονται απλά αποκαλύπτοντάς μας τον δικό μας άλλο εαυτό. Και ποιόςαλήθεια δεν βιώνει στιγμές απόγνωσης και αγωνίας, στιγμές φόβου για το φόβο, στιγμές φόβου παραφροσύνης, ίσως ακόμη και στιγμές αυτής της ίδιας της παραφροσύνης. Τόσο όμοιοι και τόσο διαφορετικοί συνάμα. Τελικά δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί. Το μεθόριο και η τάφρος αφορά στην συχνότητα και την διάρκεια, καθώς και στην μειωμένη δυνατότητα αναστρεψιμότητας. Και εδώ βεβαίως θα πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτή η μειωμένη δυνατότητα αναστεψιμότητας επιβαρύνεται σε μεγάλο βαθμό από «τις γυρισμένες πλάτες», την απομόνωση, την απόρριψη, το στίγμα.
Θεωρώ ότι η σπουδαιότητα της συλλογής Μεθόρια ποιήματα έγκειται στο ότι απλά και χαμηλόφωνα μας εισαγάγουν στον κόσμο της ψύχωσης και των οδυνηρών συναισθημάτων. Με έναν ήπιο και απαλό τρόπο μας εξοικειώνουν με την δύσκολη ανθρώπινη συνθήκη, με το σκοτεινό του ανθρώπινου ψυχισμού, μας εξοικειώνουν με το διαφορετικό του άλλου, με το άλλο μας πρόσωπο.
Τα Μεθόρια ποιήματα αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για ανάπτυξη παρόμοιων δράσεων αξιοποίησης της δημιουργικής έκφρασης σε ομάδες ληπτών ψυχικής στήριξης αλλά και σε ομάδες σε ζώνες υψηλού κινδύνου ή παιδιών με στόχο την πρόληψη.
Κατά τον Οκτάβιο Πας «Το ποίημα είναι ένα πρότυπο επιβίωσης θεμελιωμένης στην αδελφοσύνη – έλξη και αποστροφή – δυο στοιχείων, των μορφών και των πλασμάτων του σύμπαντος. (Οκτάβιο Πας, Η άλλη φωνή, 1990). Παραθέτω το τελευταίο ποίημα της συλλογής:«Δωσʼ μου//τα μάτια σου δώσʼ μου, λάμψεις/της καταιγίδας σπαθιά και ξυράφια/των κεραυνών δώσʼ μου το φόβο./Δώσ´μου, δώσ´μου και μην ρωτάς/δώσ´ μου ότι δεν μπορώ να ζητήσω/τραυλίζοντας να εξομολογηθώ./Το ψωμί προσφέρεται δεν το ζητάνε!».
Ο υπέροχος τελευταίος στίχος της ποιητικής συλλογής θα μπορούσε να αποτελέσει επίσης εξαίρετο τίτλο της. «Το ψωμί προσφέρετε δε το ζητάνε!»γιατί μόνο έτσι μπορούμε να αγγίξουμε το βαθύτερο νόημα της ζωής και της ανθρώπινης υπόστασής μας. Να ζούμε με τον άλλον, μέσα από το άλλον, καθώς ο άλλος είμαστε εμείς και ο ένας είναι όλοι, καθώς η στήριξη και η προσφορά, η εγγύτητα και η αγάπη αποτελούν το μέγιστο αγαθό πλήρωσης της ατελούς και θνητής ύπαρξής μας.

*Η ποιήτρια Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Κάριν Μπόγιε (Karin Boye Sällskapet) και μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ)είναι κλινικός ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας και εργάστηκε ψυχοθεραπευτικά με ομάδες μεταναστών και προσφύγων στην Ανοιχτή Μονάδα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ουψάλα. Είναι τακτική συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού http://www.intellectum.org όπου δημοσιεύονται μεταφράσεις της από τη σουηδική ποίηση. Το Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, εκδόσεις Μελάνι είναι το τέταρτο ποιητικό της βιβλίο.