Η σιωπή

Η σιωπή που πάντα ποθούσες
να κλειστείς μέσα της
βλέφαρα που ανοίγουν
μια σιωπηλή ματιά
θολό περίγραμμα η ευτυχία
και συ καταβυθίζεσαι
ξανά και ξανά
σʼ εκείνην την αξέχαστη αγκαλιά

Μοιραία η τρυφερότητα
μας έκανε ανθρώπους

Χίος, Σεπτέμβριος 2010

Ξαφνικά
στο Σωτήρη

Είδα το βλέμμα του να χάνεται
αγκυροβόλησε στη Χίο
για μια απάντηση ήρθε
έτσι ξαφνικά
αραχνιασμένα αισθήματα
δειλά, δειλά να δοκιμάζουν
τον ήλιο, την αλμύρα

Χίος, Σεπτέμβριος 2010

Ο χωματένιος τοίχος

Να έρθουν από μια οπή ενός χωματένιου τοίχου που γκρεμίζεται ολοένα όπως χτυπάει η οπλή ενός περήφανου αλόγου που ετοιμάζεται να εισέλθει στα άδυτα της οικίας κι οι τοίχοι να πέφτουν να φανούν οι σκιές να φανερωθούν οι ιστορίες που επιμένουν να κρύβονται σε ένα μυθιστόρημα που δεν αποτόλμησε να διαρρήξει τα ιμάτιά του ούτως ώστε να μάθουν από πού θα εισέλθουν γιατί έχασαν το δρόμο όταν ένας κύριος παίζοντας λατέρνα θύμισε έναν σκοπό και διακρίνοντας στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ένα σημάδι ενός προσώπου που απέπνεε σέβας κατενόησαν πως το άλογο χτυπά την οπλή του ακολουθώντας εκείνο το σκοπό που διηγείται η λατέρνα καταδεικνύοντας τα μυστικά μιας οικογένειας που μαζεύτηκε και παρατηρεί εκείνη την οπή στον χωματένιο τοίχο του σπιτιού τους που ολοένα μεγαλώνει καθώς φοβούνται πως ο σεβάσμιος κύριος που έπαιζε λατέρνα θέλει να γυρίσει να τους αποκαλύψει ένα οικογενειακό μυστικό που πήρε μαζί του στους άκαρπους κήπους του Άδη

Χίος, Ιούνιος 2010

Φιλμ νουάρ

Να σταθώ στην άκρη μιας ευχής που από μέσα της εξέρχονται κύματα μιας άλλης θάλασσας βαθύτατα κρυμμένης που έμαθε να κολυμπά ο μαύρος πάνθηρας έτσι να βγω στην ακροθαλασσιά μιας ασπρόμαυρης εικόνας σʼ ένα φιλμ νουάρ να υποδυθώ κι εγώ έναν μυστηριώδη χαρακτήρα μʼ ένα σκούρο παλτό ριγμένο στους ώμους που απαγγέλει ένα ποίημα στην απάνεμη θάλασσα να πετάω βότσαλα να βλέπω τους κύκλους κι όλους τους κύκλους στην επιφάνειά της διότι θα γνωρίζω πως εγώ προκάλεσα τον συμπρωταγωνιστή να μʼ επιτεθεί από πίσω ύπουλα κι όπως γυρίζω να κοιτάξω αυτόν τον δειλό χαρακτήρα θα δω τον εαυτό μου δέκα χρόνια νεότερο αρκετά νευριασμένο θα τόνιζα γιατί πρόδωσες τα όνειρά μου φωνάζει μου ʽλεγες πως μέσα σε μια δεκαετία όλα θα ʽχουν αλλάξει και κοίτα τώρα τα χάλια σου εγώ μετά από δέκα χρόνια πως με κατάντησες έτσι ρωτάει κι ο μαύρος πάνθηρας ήρθε και κάθισε δίπλα μου μʼ αφήνει να τον χαϊδέψω λάμπει μέσα στην απρόσιτη υπερηφάνεια του με κείνο το άγριο βλέμμα και στο περιδέραιό του κρέμονται οι δυσβάσταχτες λύπες ετών πολλών ετών ναι αχάριστε αυτή είναι η ψυχή σου και θαύμασε την γιατί χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να γίνει εκείνος ο σκύμνος που είσαι τότε αυτό το υπέροχο πλάσμα που στέκεται τώρα δίπλα μου

Χίος, Μάιος 2010

Τα παρακάτω 2 ποιήματα Εντελβάις και Ένας θάνατος αξιοθέατος έχουν δημοσιευθεί στην Ανθολογία Νέων Ποιητών «Συνθέσεις» Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2006

Εντελβάις

Αγριοπερίστερα ρωτούν τον Ζέφυρο
για που πάει προς την αθανασία;
Κι αυτός χαμογελώντας
δείχνει τα εντελβάις
στις απόκρημνες πλαγιές
της ψυχής μας…

Ένας θάνατος αξιοθέατος

Τα τελευταία γλαροπούλια είχαν αναχωρήσει
πριν χρόνια, με σηματωρό τη Σελήνη.
Τον περασμένο μήνα πέθανε ο χρόνος.
Μονάχα κάτι περίεργα μάτια είδα
να κοιτούν το πτώμα του σαν αξιοθέατο.
Γιʼ αυτήν την αθανασία ψάχναμε τόσους αιώνες;

Παλαιότερα Ποιήματα

Ιδέες

Είδα τις μεγάλες ιδέες
να πεθαίνουν η μία μετά την άλλη
και τώρα στο μνημόσυνο, εγώ
κι ένας γέροντας να λέμε τα παλιά…

Μα που χάθηκαν ξάφνου
όλοι εκείνοι
οι περιβόητοι εραστές;

Η καταπακτή

Ανοίγοντας
μια απʼ τις καταπακτές του χρόνου
ξεχύθηκε ένα φως παράξενο
τόσο διαπεραστικό
που καθώς κοίταζαν οι άνθρωποι
ο ένας τον άλλον καχύποπτα
φάνηκαν τα ανεκπλήρωτα πάθη
τα στίγματα της κάθε ύπαρξης
η αγωνία μιας υπέρβασης
που καίει τους πάντες
το καθημερινό ψέμα
πως όλα πάνε καλά

Η προδοσία

Ίσως ο πόλεμος για την Ελένη
να ξεκίνησε από μια προδοσία
για μια μαρτυρική ιστορία αγάπης
νομίζω πως μιλήσαν
αλλά κι εγώ πάντοτε προδομένος ήμουν
από τις αναθυμιάσεις των ονείρων
κι όποτε στεκόμουν στο χείλος
μιας νεαρής κομψοντυμένης ευχής
μόλις που έβρισκα το θάρρος
να την ξεστομίσω
αυτή γδυνότανε κι έκλεινε
την πόρτα του δωματίου
έτσι που τα πάθη μου
έμεναν φοβισμένα μες στο σκοτάδι

Τα θαλασσοπούλια

Εκεί, στην αντίπερα όχθη
τα θαλασσοπούλια δεν πετάνε
μονάχα κοιτούνε στοργικά
τις ανταύγειες των ονείρων μας

Το θέατρο

Σʼ αυτό το θέατρο
με τους κομπάρσους τους πολλούς
τους ήρωες τους λίγους
θύμισε μου πως κάποτε υπήρξαμε άνθρωποι
ταγμένοι στου ήλιου του αθάνατου
τις γενναιότατες στρατιές

Παλάμες

Αυτοί που κάποτε φυτέψαν δέντρα
με στάχτη χρωματίσανε τα περιστέρια
κι εμείς σκεπάσαμε τα μάτια μας
με τις αθώες παλάμες
που κάποτε αγγίζαμε τον ήλιο

Σκούρο μπλε

Μέσα απʼ το σκούρο μπλε των ματιών σου
ένα ναυάγιο ανέσυρα
κρεμασμένα όνειρα στα κατάρτια
κι η ελπίδα μιας άλλης εποχής
να λάμπει αθάνατη
κομμάτια ενός καθρέφτη

Θα κολυμπήσω μες στο σκούρο μπλε
κι άφησε με μες στις τρικυμίες
τα μάτια μου να δω
κομμάτια του καθρέφτη

Νούφαρα

Κάτι νούφαρα με ρωτούσαν απεγνωσμένα
για τις κρυφές ομορφιές της ζωής
μονάχα που οι ομορφιές, είπα
ντύνονται στα μοβ
για να σηκώνουμε τα πέπλα
και να μας μαγεύει
η γοητεία
των αναπάντητων ερωτημάτων