*

Ξαφνικά,
ένα αφηνιασμένο άλογο
μπήκε στην αίθουσα.
Οι κυρίες ούρλιαξαν,
οι πολυέλαιοι έσπασαν.

Μες στο σκοτάδι,
κάποιος μας φίλησε τρελά.

Όμως,
οι πολυέλαιοι έλαμπαν,
οι κυρίες στροβιλίζονταν σιωπηλά,
και στη μέση ενός όμορφου λιβαδιού
ένα άλογο,
κοιτούσε αδιάκριτα το σούρουπο.

Φρίκες 8/2/2010

*

Τις νύχτες,
που σπάει λίγο ο αέρας,
ένας αγαθός γίγαντας,
με ένα ψάρι στο χέρι
μπαίνει στην κρύπτη μας.
Πιάνει αμέσως δουλειά,
ο κόκκινος σιδεράς
-νταπ-ντουπ-νταπ-
στρογγυλεύει τους κρίκους,
ενώνει την αλυσίδα.
Ο άγνωστος φεύγει.
«Κρατείστε» λέει,
«θα ξανάρθω».
Νταπ-ντουπ, πιο δυνατά,
ο κόκκινος σιδεράς,
ενώνει ξανά την αλυσίδα της αγάπης.

Διακόσιες μέρες βρέχει
στις καρδιές των ανθρώπων.

Φρίκες 8/2/2010

*

Το δωματιο˙
γεμισʼ αιματα.
Τα κρανια των συντροφων με ματια να τρεχουν
εκδικηση
ερχονται και ζηταν τʼ αδυνατο.
Ο χρονος κατʼ απʼ τη λαμπα
σα λυσσασμενο σκυλι εποπτευει το χωρο
που θα σημειωθουν τα ονοματα
και διπλα τους προσεκτικα
μικροι μαυροι σταυροι.
Δεν υπαρχει πια καιρος για λογοτεχνικες περιγραφες.
Αλλωστε οι φυλακισμενοι κιʼ η μητερα
χωρις ορια και χωρις κανενα φοβο
εχουν κιολας ξεκινησει.

(απʼ τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών» εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

*

Κάθε πρωι
βγαινω ηρεμα στο δρομο
και κολλαω τʼ αυτι μου στις εξατμισεις.
Αγοραζω ότι πιο αχρηστο βρω
και μπαινω σʼ όλα τα καφενεια.
Δεν βρισκεται κανεις να μʼ ακουσει.
Αναμεσα στους κοσμους των αμαρτωλων
και των πανηγυριων
μπαινω και βγαινω χτυπωντας τυφλα
το σφυρακι του ψυχιατρου.
Δεν είναι ζωη ετουτη.

(απʼ τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών» εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

*

Όταν βρεχει
και φοβουνται τα σπουργιτια
αναστεναζω
φευγω για τη Λαρισα
Όταν βρεχει
διαβαζω ανεκδοτα
Φιλοι μου
Όταν πιανει μπορα
σταματαω όλα τα ταξι
μπαινω μεσα και κλαιω.
Ερχομαι.

(απʼ τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών» εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

Δεν ερχονται στα χερια μου
σφυρια
δεν πιανονται περιστροφα
Στιγμη τη στιγμη
σφιγγομαι στις κουρτινες και τα ξυραφακια
ψαχνοντας έναν ησυχο πλανητη
να πιω καφε χωρις εφημεριδα.
Δεν τρωω πια.

(απʼ τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών» εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

Στο νικο χρυσικο.

Το πηρα αποφαση.
Στην οδυνη των γαλλων αντεξουσιαστων
στους γυμνιστες της τσεχοσλοβακιας
στους επι ματαιω
και στους τεθνεοτας-δεσποινις,
θα ανατιναχτω
πανʼ από συνθηματα και παιδια
νεκροφιλος τελος παντων-αλλα
παιρνοντας μαζι μου
τους βοθρους εξορυξης χρυσου
κιʼ έναν τουλαχιστο πολιτικο (μηχανικο).

“Ισως ετσι” γινουν αυριο οι δρομοι
ενα ερωτικο ποδι.

(απʼ τη συλλογή «Η μέρα των φωταγωγών» εκδ. Ελεύθερος Τύπος)

DURUTI

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θʼ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θʼ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν νʼ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μʼ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

(απʼ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

Η ΜΑΝΑ ΝΥΧΤΑ

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό
στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.
Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.
Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.
Οπλισμένη.
Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.
Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα
κρατώντας την ανάσα στην προσμονή
της έκρηξης.
Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της
κάτω απʼ το λεπίδι των γνωστικών.
“Ας έρθουν τώρα”. Είπε.
“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η
μέρα.
Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.
Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,
στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,
των σακατεμένων απʼ αγάπη. Ας έρθουν”.
Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του
κρανίου.
Του κρανίου που σήμαινε:
Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά
άλλοθι, ούτε έρωτες θα σε σώσουν. Όπως οι
πρωθύστεροι
και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.
Στο προσωπικό μου κενό θʼ αφομοιωθείς.
Απομακρύνθηκε.
Πίσω,
Σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.

(απʼ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

*

Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.
Τρίχα ορθή. Αλαφιασμένη στο κεντρικό
πλακόστρωτο της Ρώμης.
Λόγια ακατάληπτα και μυστηριώδη έβγαιναν σαν
αφρός απʼ το στόμα της:
“Στην Αίγυπτο, στην Αίγυπτο. Καίγονται τα
όνειρα.
Λυγίζουν τα λιμάνια, σταυροφόρε. Γουρούνια
διοικούν το θόλο.
Καίγονται τα όνειρα”.
Στις σκήτες. Στις κρύπτες των αλχημιστών. Στην
έρημο και στον πόλο.
Είναι πίσω μου και ουρλιάζει. Με δείχνει μʼ ένα
χέρι κόκκινο
σαν φωτιά. Βγάζει φλόγες. Άνοιξε, γη. Άνοιξε!
(Απαρνημένος και καταραμένος κρύβομαι σʼ αυτή
την πόλη. Εξόριστος
κι ιερόσυλος. Σχεδόν γυμνός και σίγουρα βρώμικος.
Πάντα πιωμένος.
Δεν υπάρχει ταβερνιάρης που δεν με ξέρει, που δεν
μου λέει τον πόνο του κλαίγοντας.
Δεν υπάρχει σκυλί αδέσποτο που δεν μου κούνησε
την ουρά του. Οι πέτρες
δεν θα μʼ ανεχτούν πολύ ακόμα).
Ανακάλυψα την πλήξη των ηρώων. Το μεγάλο
ελάχιστο.
Ύστερα, τον καιρό της παλίρροιας, έγραφα αυτά.
Και ξανά η πτώση των
άδικων χρόνων. Τώρα στη Ρώμη, η ακατάσχετη
επιθυμία της διήγησης.
Έλεγα λοιπόν γιʼ αυτή τη γυναίκα-φάντασμα:
Έτρεχε με μάτι αγριεμένο.

(απʼ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

ΑΣΥΛΟ

Στις άθλιες πόλεις.
Τις μίζερες συνοικίες και τα σαλόνια των ηθοποιών.
Σʼ αυτή τη νύχτα που δεν έχει τέλος.
Απʼ τη χαραμάδα του κόσμου ακούω τους
ήχους του μπουζουκιού
Πιάνω τα χέρια της Αστυπάλαιας.
Βλέπω τα μάτια που πνίγονται.
Αυτό το άσυλο σχιζοφρενών ήταν η κατοικία του
παρελθόντος.
Το αόρατο μουσείο της λήθης.

Τα άλλοθι και τα λόγια
που δεν είπαμε ποτέ
κεντημένα στα κλειστά μας βλέφαρα.

(απʼ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

ΑΛΚΟΟΛ

Άλλαξε διεύθυνση.

Κι έκλεισε τα καινούργια πουκάμισα στην ντουλάπα.

(απʼ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

ΕΤΣΙ

Όπως ακριβώς σου το λέω:
Στέκεται αντίκρυ στο τρένο
με τα πόδια ανοιχτά
καταμεσίς στον κάμπο.
“Έλα”, λέει,
κι ύστερα,
σαν περάσει απέναντι
χορεύει μπλουζ και γελάει.
“Ο έρωτας είναι ένα βεγγαλικό”, λέει,
κι ανάβει τσιγάρο.
Φτύνω.
Προχωράω σύρριζα στα θέατρα και τα πορνεία.
Τραγουδάω φάλτσα.
Ο έρωτας είναι η ζωή μας,
λέω.

(απʼ τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΓΛΑΣ

-Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1958, όπου και τελείωσε το Ναυτικό Λύκειο χωρίς ποτέ να μπαρκάρει.
-1977, Αθήνα.
Προλαβαίνει ζωντανούς τους τελευταίους ρεμπέτες. Ακούει τον Ρούκουνα και πίνει ούζο με τον Γιάννη Κυριαζή.
-1980, άγριες διαδηλώσεις-καταλήψεις.
Δουλεύει κομπάρσος με τη μεσολάβηση της Κατερίνας Γώγου.
Με τον Άσιμο στο υπόγειο της Αραχώβης.
Γράφει στο ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ του Λεωνίδα Χρηστάκη.
Παράλληλα βιοπορίζεται ως βιομηχανικός εργάτης, ταβερνιάρης και υπάλληλος γραφείου τελετών.
-1982, εκδίδεται η “ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΦΩΤΑΓΩΓΩΝ” στον “ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ”.
-1985, Αποσύρεται στην Ιθάκη.
Εκδίδει την τοπική εφημερίδα “ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ” διορίζεται στο νοσοκομείο και παντρεύεται.
-1992, παραιτείται από δημόσιο και συζυγικό βίο και φεύγει στη Θεσσαλονίκη.
Γράφει, πίνει, χάνεται.
-1999, εκδίδεται το “ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ” στις εκδόσεις ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ (Άργος)
-2004, επιστροφή στην Ιθάκη.
Ετοιμάζει την καινούργια απόδραση.

(επιλογή απʼ το έργο του, Κώστας Παπαθανασίου)