ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Πέτρο, σε περίμενα
πέρασε, βολέψου
Μιλήσαμε με στίχους
με κίτρινα βεγγαλικά
και περιστέρια σκύλους
Με στίχους του που χάθηκαν
του απαντούσα φυσικά
μου έλεγε δικούς μου
κυρίως τους μελλούμενους
που καταλάβαινα πως ήτανε δικοί μου
Στο τέλος μόνο πρόσεξα
πως ήμασταν με τους νεκρούς
πως ήταν πάλι μόνος.
Πάνω σʼ αυτό μου τόνισε
το ήξερα από την αρχή
μα μη στεναχωριέσαι
έχω εδώ δίπλα συντροφιά
τον φίλο μου τον ποιητή
τον Ντύλαν Τόμας
έρχεται κάθε τόσο να με δει
του ψήνω ελληνικό καφέ
μα δεν μιλάμε.

GEORG BASELITZ

Σακάτικο παιδί
έρχεσαι ανάποδα
σε κατεβάζουν με κλωστή
«Τι θέλεις;»

«Ήρθα να πάρω τη θέση του παιδιού σου
του μόνου σου παιδιού»

ανοιγοκλείνοντας το στόμα του απαντά
χωρίς να ακούγεται
το στόμα του
δεν σχηματίστηκε ποτέ

πρόσωπο παραμορφωμένο
με κίτρινο και πύο
γωνίες μαύρες
και άσπρες επιφάνειες

σκουριά και ροζ
σπιράλ τα μάτια Του
πλησιάζουν και απομακρύνονται
στα μαύρα μας σκοτάδια

Σακάτικο παιδί συγχώρεσε με
σου το ζητώ
ως κάτι το υπαρκτό

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ

Δεν αγαπά τη μάνα της
την έβαλε με τους τρελούς
την έκανε τρελή

Τώρα μιλάει με τον Hölderlin και με τον Χαλεπά
χαϊδεύει το μαρμάρινο της κοιμωμένης το κεφάλι
γλυκά του απαντά
– Δεν φταις εσύ κορίτσι μου που είσαι κοιμωμένη
δεν φταις εσύ παιδί μου μαρμάρινη που είσαι
μα ούτε κι εγώ
που είμαι πιο νεκρή κι απʼ τους νεκρούς
κι ας έχω αλυσίδα δεμένη στη μέση
κι ας έχω εγγόνια και παιδιά

Το λευκό απλώνεται μαρμάρινο και αστράφτει
χαϊδεύει το μαρμάρινο της κοιμωμένης το κεφάλι
μα α π λ ώ ν ε τ α ι κ ι α υ τ ό
και λ ι ώ ν ε ι
μας κατακλύζει το λ ε υ κ ό

GUSTAVE COURBET

Σπύρο, σήμερα είναι Τετάρτη
θα φέρει ο παππούς παγωτό
από την Καστοριά
Θα χαμογελάσει
Μόνο τότε τον θυμάμαι να χαμογελά

Παντελή, ξημερώνει
θα σου βάλει τις κάλτσες η μαμά
τάχα κοιμάσαι
σου βάζει τις κάλτσες η μαμά

Γιαγιά σʼ αγαπώ
«Εγώ να δεις πως σʼ αγαπώ
που σʼ έβγαλα απʼ το μουνί της μάνας σου»