xristos-roymeliotakis.jpg

ΛΥΓΜΟΣ ’56

Το να μην ξέρω να κολυμπώ
το νιώθω
μα το να ξέρω
και να μη φτάνω έως απέναντι
με θανατώνει.

ΚΑΡΑΒΙΑ ’57

Θέλω να μου πεις
για τα καράβια που φεύγουνε
με τα πανιά τους
γεμάτα γαλάζια μάτια

θέλω να μου πεις
για τα καράβια που φτάνουνε
με το κατάστρωμά τους
γεμάτο τροπικό ήλιο

εγώ θα σου μιλήσω
για τα καράβια που ακινήτησε ο άνεμος
δυό μίλια έξω απ΄ το λιμάνι.

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΄60

όταν θα στεγνώσουν τα δάκρυα
κι η μέρα θάναι μακριά και στέρεη
σαν καραβόσκοινο
θα συναντηθούμε πάλι
σε κείνο το υπαίθριο καπηλειό
κι όπως καπνίζοντας τον απολογισμό θα κάνουμε
θα πούμε πάλι για τους φτωχούς
και τους κατατρεγμένους
που κι αν δεν πέρασαν βέβαιο είναι πως σύντομα
στη σωτηρία θα περάσουν όπως βέβαιο είναι
πως μονάχα εμείς οι δύο
έξω από την πρόσκαιρη και την αιώνια σωτηρία
αναπολόγητα καταδικασμένοι θα τριγυρίζουμε.

ΑΕΤΟΙ ΄60

Της συνομοταξίας των αετών
αδόκητος κληρονόμος
εκείνων που στον ουρανό
τ΄ όνομά τους μ΄ αστέρια
έγραψαν
και στους τοίχους με αίμα
ελευθερία
στέκομαι τώρα και απορώ
στην καμπίσια ψυχή μου
τα φτερά τους πως θα μπολιάσω.

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΄61

Καθώς δεν είμαι πια παιδί
και καθαρό είν΄ εμπρός μου
ό,τι ερήμην μου
άγνωστοι θεσμοθέτες μου ορίσανε
διόλου δε σκιάζομαι και δεν ανησυχώ
όπως ο μακεδόνας στρατηλάτης ανησυχούσε
μη κι ο πατέρας μου
ολόκληρο τον κόσμο κατακτήσει
το πήρα πια απόφαση εκείνος
δεκαπέντε χρόνια πολιτικός εξόριστος
δεν άφησε τίποτε
να κατακτήσω εγώ για τη γενιά μας.

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΕΦΤΑΣΕ ΝΩΡΙΣ

Σεπτεμβρίου δεκαεπτά μέρα Τετάρτη
ανοίγω το σάκκο με τα χειμωνιάτικα
το σακκάκι μου το παντελόνι μου
δυό πουλόβερ
στην εσωτερική τσέπη μια απόδειξη συστημένου
(η απάντηση δεν ήλθε ποτέ).

Ο χειμώνας έφτασε νωρίς φέτος απροσδόκητα.

ΑΛΛ΄ ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ

΄Ολο το λέω εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας
αλλ΄ όταν βλέπω τα μάτια σας
να χαμηλώνουν στο ίδιο συρματόπλεγμα
αλλ΄ όταν βλέπω τα μάτια σας
το νιώθω πως είμαστε από το ίδιο αίμα
εσείς κι εγώ σύντροφοι επαγρυπνητές.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δεν είναι τα όνειρα
αυτά και πότε ήταν
ούτε ο πρακτικός βίος που ανατράπηκε ξαφνικά
την μάνα μου συλλογίζομαι απόψε
στρατόπεδο παραμονή Χριστούγεννα
που θα γυρίζει μοναχή της μέσ΄ στο σπίτι
που θα κοιτάζει τα βιβλία μου
και θα κλαίει.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Τώρα ο καθένας
ας απλώσει τη δική του τη θάλασσα
άλλη θάλασσα ας μη περιμένει
τώρα ο καθένας
ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς
άλλος άνεμος δε θα υπάρξει
και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες
τώρα που ο πόλεμος τελείωσε.

ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ
Στον Τάσο Καπερνάρο

Ξένος ειμί και μισθοφόρος —
κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα
το νιώθω.

΄Ολη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο
τα βράδια, κάτω από το λύχνο,
καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας
συγγράφω την ανάβασή μου.

Ξένος ειμί και μισθοφόρος —
αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,
στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.

ΜΟΝΟ Ο ΟΡΕΣΤΗΣ
Στην Ειρήνη Δάγλα

Το βλέπω τώρα
πάλι και πάλι που αναδιφώ το ίδιο μυθιστόρημα,
τα πρόσωπα αλλάζουν θέσεις συνεχώς,
έρχονται, φεύγουν, επιστρέφουν,
αποσύρονται —
μόνο ο Ορέστης μένει αμετακίνητος
σε χτυπημένα υπόγεια και συνελεύσεις
χωρίς νερό, χωρίς ψωμί,
χωρίς μαχαίρι,
όποια σελίδα της ζωής μου κι αν γυρίσω.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Χ.Κ.Τ., ετών σαράντα, επίκουρος καθηγητής,
με ειδικότητα στο δίκαιο του ανταγωνισμού
και τη ναυαγιαίρεση.
Σπίτι στα βόρεια προάστεια,
σπίτι παραθαλάσσιο,
σκάφος αναψυχής
ή τρις εις θάνατον,
όπως προφητικά είχε προτείνει ο Επίτροπος
είκοσι χρόνια πριν,
όταν ολόφωτα σφυρίζαν τα καράβια στο λιμάνι.

ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Μου λεν να πάρω ένα σκυλί —
καλό σκυλί και φύλακας.
Τώρα τι να το πάρεις το σκυλί,
αφού το ξέρεις,
θ΄ αρχίσει πάλι ν΄ αλυχτάει όλη τη νύχτα
και θά ΄ρχονται οι χωροφύλακες χαράματα
να παίρνουν τον πατέρα σου.

ΚΟΥΡΔΟΙ

Κούρδοι ή Κούδροι,
μερικές φορές τα χείλη μου μπερδεύονται.
όμως τα βράδια,
όταν στην πολιτεία απλώνεται η σιγαλιά
και τα τριζόνια του κήπου μου
μετασταθμεύουν στο μυαλό μου,
η ψυχή μου ένοπλη
ανηφορίζει στα βουνά σας
και ντουφεκάει
για τη λεφτεριά σας που ανατέλλει
και τη σκυλίσια μου ζωή
που ξημερώνει πάλι αύριο.

ΕΝΥΠΝΙΟΝ ΄88

΄Ηρθε ο πατέρας μου τη νύχτα
και με φώναξε
μαθαίνω πράγματα, μου λέει,
και φοβούμαι,
να πληρώνεις το νοίκι σου και τα κοινόχρηστα
και τα άλλα,
όπως συμφώνησες.
Μα πατέρα, του λέω,
εδώ δεν είναι το σπίτι μου, είναι η φυλακή,
δεν το βλέπεις;
κι αυτή δεν είναι η βρύση που στάζει,
είναι η ζωή μου
που στραγγίζει σταγόνα – σταγόνα..
Το ξέρω, μου λέει,
αλλά και συ το ήξερες και υπόγραψες
και τώρα οφείλεις να πληρώσεις,
όπως όλοι μας.

ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Ξημερώματα της Παραμονής
η Μαρία, με το αίμα στο στόμα,
ανοίγει την πόρτα και χάνεται στο χιονιά
εμάς τους άλλους, μαύρη Μαρία,
θα μας προλάβει ο καινούργιος χρόνος.

ΣΑΡΛΟΤ ΚΟΡΝΤΑΙ
Στην ΄Ελσα Λιαροπούλου

Και τη Σαρλότ Κορνταί βοήθησε
να καταλάβει επιτέλους,
πως δεν μπορεί να αναβάλλει επ΄ αόριστον
αναζητώντας το κατάλληλο μαχαίρι
έτσι κι αλλιώς όποιο μαχαίρι κι αν διαλέξει
το κάρο έχει αρχίσει να κυλάει
και στα ωραία της μαλλιά στριφογυρίζουνε
προπαροξύτονοι της μοίρας οι άνεμοι.

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ

Πέρασαν τόσα χρόνια
κι όμως θυμάμαι ακόμη
τη μέρα εκείνη πάνω στη γέφυρα
φυσούσε ένας αγέρας απαλός
και συ έγερνες επάνω μου
και τραγουδούσες
αστέρι και φεγγάρι μου
ύστερα ο αγέρας δυνάμωσε
και ξαφνικά αρχίσαμε να πετούμε,
πετούσαμε χαμηλά
πάνω από τις στέγες,
πάνω από τα δέντρα,
πετούσαμε, πετούσαμε –
έτσι ήταν οι μέρες εκείνες
γεμάτες μικρά αλλεπάλληλα θαύματα.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

΄Ενας λύκος κάθε βράδυ
μου τηλεφωνάει,
λέει πως είναι άγριος
κι ότι θα με φάει.

– Λύκε, λύκε που γυρίζεις
μοναχός στο χιόνι,
έχω τη μανούλα μου
και δεν είμαι μόνη.

΄Ενας λύκος κάθε βράδυ
μου τηλεφωνάει
και μου λέει παραμύθια
και μου τραγουδάει.

– Λύκε, λύκε δεν πιστεύω
ό,τι κι αν μου λες,
ξέρω ότι είσαι μόνος
και τα βράδια κλαις.

Ο ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ

Κάποτε ναι το πίστευα κι εγώ,
πως ο δεσμός που τόνε λένε γόρδιο
είναι αξεδιάλυτος
και μόνο το σπαθί του Μακεδόνα στρατηλάτη
δίνει τη λύση.

΄Ισως έτσι, ίσως αλλιώς, μικρή μου Μαρία,
μα τώρα ξέρεις
με το δικό σου στοχασμό και με τα δάκρυα
πως μόνο το σπαθί του Μακεδόνα στρατηλάτη
ή οποιοδήποτε σπαθί ή εγχειρίδιο
τον κόμπο που ανεβαίνει στο λαιμό μας,
όταν σφυρίζουν τα καράβια στο λιμάνι,
τον κόμπο το δικό μας,
δεν τόνε ξεδιαλύνει.

ΑΜΑ ΗΡΙ ΑΡΧΟΜΕΝΩ

Σ΄ αυτό τον κήπο άνθιζαν οι φίλοι,
πίναν κρασί και διασταυρώνανε τα ξίφη τους
με τον Μαρκήσιο, με τη Ρόζα, με το θάνατο.

Φύγαν οι φίλοι, τσάκισε ο Μαρκήσιος,
η Ρόζα πάλι στον τροχό
κι ο κήπος μου πάντα στην ίδια θέση.

Το βλέπω τώρα, ήρι αρχομένω,
καθώς εισβάλλουνε τα χρόνια κι ο καιρός
και το χειρότερο το γράφω.

΄Ετσι έγινε και έτσι θα γίνεται πάντοτε,
μικρή μου Μαρία,
με τον Μαρκήσιο, με τη Ρόζα, με το θάνατο.

Κι αλίμονο σ΄ εκείνον
που πατρίδα τώρα δεν έχει
και περιφέρεται σε στερεότυπα και ξένους ουρανούς.

Ο ΚΗΠΟΣ ΜΟΥ

Φτιάχνω την πέργκολα και απλώνω το γιασεμί μου
για νά ΄ρχονται τα χελιδόνια την άνοιξη
να χτίζουν τη φωλιά τους.

Ασπρίζω τους φράχτες μου και κλαδεύω το νυχτολούλουδο
για να λάμπει ο ήλιος τα μεσημέρια
και νά ΄ρχονται τα αηδόνια μεσάνυχτα.

΄Ετσι έγινε και έτσι θα γίνει, μικρή μου Μαρία,
και κράτησε γερά το σκοινί,
άλλο έλεος δεν υπάρχει.

ΣΕ ΒΛΕΠΩ

Σε βλέπω και θαρρώ πως είναι ψέμα,
είναι αυταπάτη και αντικατοπτρισμός,
σ΄ ένα φτηνό ξενοδοχείο,
νύχτα –
Τουλούζ Λωτρέκ ή άγγελος Κυρίου
ή της ζωής μου
ο έσχατος χρησμός;

ΞΕΡΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Ξέρω τα μάτια σου,
ξέρω τα χείλη σου, ξέρω τα μαλλιά σου,
ξέρω το σημαδάκι
που άφησε φεύγοντας ο κεραυνός –
θέλω να πω,
ίπταμαι πάλι επί πτερύγων ανέμων,
βαδίζω πάλι στα κύματα της θαλάσσης,
ξαναβάζω το αίμα στις φλέβες μου
και σ΄ αγαπώ.

Η ΑΧΙΒΑΔΑ

Προχθές
τραβώντας το κρεβάτι
βρήκα το χτενάκι σου,
σαν αχιβάδα,
που τραβήχτηκε η θάλασσα
κι έμεινε στη στεριά.
Και σκέφτομαι
αχ, έτσι γίνεται, Θεέ μου, πάντοτε,
η πιο μεγάλη θάλασσα
να καταλήγει σ΄ ένα ποίημα γλυφό.

ΒΑΡΟΥΤΗΝ ΧΑΝΟΜΕΘΑ
Μια λεπτομέρεια από τη ζωή του Αρχηγού Λυκούργου Λογοθέτη,
και μια εισήγηση του συγγραφέα περί του πρακτέου,

Κάπου βαθιά υπάρχουν στο μυαλό μου
ο βίος και τα κατορθώματα
του Αρχηγού Λυκούργου Λογοθέτη,
όπως συχνά τα χρόνια εκείνα
μου τ’ ανιστορούσε
ο φίλος μου Αλέξης Σ.
ο εκ Σαρακηνών.

Όμως απόψε δεν θ’ αναδιφήσω
τον βίο και τα κατορθώματα του—
άλλωστε αυτά τα γράφει ή ιστορία,
θα πω μονάχα και μʼ αυτό τελειώνω
μια λεπτομέρεια που κρίνω,
ότι μπορεί να ρίξει στη ζωή μας
λίγο φως.

Όλούθε, λέει, τον έζωναν οι εχθροί
κι ούτε ψωμί ούτε νερό
κι οι μέρες του
κι οι ώρες ίσως μετρημένες.

Εδώ ας ανοίξω μια παρένθεση
να πω, ότι στον βίο μας
έρχεται κάποια μέρα
που επιβάλλεται να πάρουμε αποφάσεις
κρίσιμες και για μας
και για τους άλλους πού σʼ εμάς προσβλέπουν-
τότε τα λόγια τα πολλά δεν ωφελούν,
δυο λόγια μόνο, ένα κίνημα της κεφαλής,
αυτό ταιριάζει.

Δεν είχε ή ώρα έλεος,
μέτρησε τους δικούς του, τους εχθρούς,
την κακοτράχαλη άνοιξη,
πήρε μολύβι και χαρτί και χάραξε (το μήνυμα)

Βαρούτην χανόμεθα

τίποτε άλλο.

Την ώρα εκείνη τον φαντάζομαι
να γράφει και να υπογράφει τη γραφή
και σαν λιοντάρι η ψυχή του να βρυχάται
βαρούτην χανόμεθα
Τίποτε άλλο.

Βαρούτην, λοιπόν, Αδελφοί, Βαρούτην
και το Μέγα Έλεος.

Δευτερολογία

Και κάτι ακόμη για να μη λυπούμαστε
όπως οι άλλοι,
που δεν έχουνε ελπίδα –
οι Έλληνες ήταν, όταν χάσανε το θάρρος τους,
αυτοί που αργότερα
τον ονομάσανε απόβλητον
και απαράδεκτον εις την πατρίδα
και τον εξόρισαν
όπως από παλιά το συνηθίζουν.

Ά, ναι, και ένα σκύλο και μια καρδερίνα
Και μία τίμια συμφωνία με το θάνατο.

O Χρίστος Ρουμελιωτάκης γεννήθηκε στην Αργυρούπολη Ρεθύμνης το 1938. Σπούδασε νομικά, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Έλαβε μέρος στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του και συμμερίστηκε τη μοίρα της ελληνικής Αριστεράς. Στα γράμματα εμφανίστηκε με το ποίημα «Πίσω από τα βλέφαρα του ποιητή», στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 28, Απρίλης 1957, σελ. 336.
Ποιητικές συλλογές: Κλειστή Θάλασσα, Αθήνα 1979 και Ξένος Ειμί και Άλλα Ποιήματα, Έκδ. Τυπωθείτω, Αθήνα 2002.