Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Οι Υπερχίλιοι ποιητές»

[author]του Σωτήρη Παστάκα [/author]

«Ζητήσαμε από τους ίδιους τους ποιητές της νεώτερης γενιάς να μας στείλουν τα ποιήματά τους. Να ανθολογήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους κι να φανούν έστω μέσα από μια ποιητική ανθολογία, ελεύθερα και μακριά από κάθε υποκειμενικό κριτήριο, οι τάσεις που επικρατούν και διαγράφονται στον ποιητικό μας χώρο στις τελευταίες ταραγμένες δεκαετίες. Η ανταπόκριση υπήρξε συγκλονιστική. Υπερχίλιοι ποιητές, νέοι στην πλειοψηφία τους, έστειλαν δείγματα της πνευματικής τους δουλειάς. Μαθητές των Γυμνασίων, φοιτητές, άνθρωποι των γραφείων και της χειρονακτικής δουλειάς, νοικοκυρές, άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων κάθονται και σμιλεύουν με το στίχο τούς καημούς, τα όνειρα, τις πίκρες τους. Η ανθολογία αυτή είναι μια περίτρανη διαβεβαίωση ότι ο Έλληνας παραμένει πάντοτε ευαίσθητος, λυρικός και οραματιστής…»

Έγραφε ο εκδότης Δημήτρης Παπαδημητρίου της «Ποιητικής Ανθολογίας της Νέας Ελληνικής γενιάς Άγκυρας», το 1971. Η πρόσφατη ανθολογία «Ξένων Αιμάτων Τρύγος» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014), σώζει 611 ποιητές. Η γραφομανία δεν αποτελεί λοιπόν σημερινό φαινόμενο που πολλοί το αποδίδουν ατυχώς στα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν φταίει το facebook. Οι υπερχίλιοι ποιητές του 1971 έγραφαν με απλό στυλό διαρκείας ή με μολύβι (οι παλιότεροι) σε τετράδια που αγόραζαν από το παντοπωλείο. Δεν υπήρχαν οι κόλλες Α4. Ο Νικηφόρος Βρετάκος έγραφε στα πακέτα των τσιγάρων, στις κασετίνες που επιμένει να βγάζει πλέον μόνον ο Καρέλιας, και στα Σαντέ. Θυμάμαι που έγραφα την δεκαετία του 60 πίσω από τα ψηφοδέλτια που κρατούσε επιμελώς ο πατέρας μου από τις εκάστοτε βουλευτικές και δημαρχιακές εκλογές. Στο ελάχιστο περιθώριο των εκκλησιαστικών εντύπων «Η φωνή του Κυρίου». Στον κολοφώνα των σχολικών βιβλίων, στη λευκή επιφάνεια των χαρτόδετων εξωφύλλων. Στην Οδύσσεια του Πολυλά, εκεί που άφηναν λευκό πλαίσιο οι ξυλογραφίες.

Δεν υπάρχει μια ακριβής καταμέτρηση των ποιητών στην Ελλάδα, αλλά θα συμφωνήσουμε με τον εκδότη της Άγκυρας: υπερχίλιοι. Το θεάρεστο έργο του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, το αντίστοιχο που ετοιμάζει για τα εκδοθέντα βιβλία ο Αντώνης Σκιαθάς με το «Γραφείον Ποιήσεως» στην Πάτρα, για τις ποιητικές συλλογές του 2014. Η δουλειά του Βουκελάτου παλιότερα με την καταγραφήτης ποιητικής παραγωγής στο πάλαι ποτέ περιοδικό του «Ιχνευτής». Η δουλειά του «καταλόγου» που μας προσφέρουν είναι ανεκτίμητη. Πάνω εδώ θα πατήσουν οι μελλοντικοί αξιοκρατικοί ανθολόγοι. Παρόμοιες Ανθολογίες «υπερχιλίων» ποιητών βοηθούν αφάνταστα τον «αριστοκράτη» ανθολόγο και τον διευκολύνουν αφάνταστα στο έργο του.

Στο απόσπασμα 138 ο Ουμπέρτο Σάμπα μας δίνει, πολύ παλιότερα, το 1950, (η γραφομανία, είπαμε, δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο) την εξής οξεία παρατήρηση που την έχω οδηγό και πιστεύω:

«Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ. Εκπλήττει όποιον συναναστρέφεται κάπως στενά τους ποιητές, πως ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του, καλή την πίστη, ότι είναι ο πρώτος αν όχι όλων των εποχών και όλων των χωρών, τουλάχιστον της εποχής του και της χώρας του. Να αμφισβητήσεις αυτή την πεποίθησή τους είναι σαν να τους μαχαιρώνεις. Και δεν αναφέρομαι στους δύο τρεις που θα είχαν κάθε λόγο να εκφράσουν μια παρόμοια πεποίθηση. Γιατί παρατήρησα πως όλοι αδιακρίτως όσοι γράφουν στίχους, ακόμη και οι νούλες, ακόμα και οι ατάλαντοι, τρέφουν για τον εαυτό τους την ίδια εκτίμηση. Σκέφτεται κανείς πως η πεποίθησή τους είναι – για άλλη μια φορά – ένα πιστεύω απριόρι, το οποίο παράγεται από κάποιο ( λίγο ως πολύ άγνωστο) μηχανισμό αναπλήρωσης , και πως κάθε ποιητής πρέπει να έχει – εξαρχής – ο πρώτος ποιητής της Ιταλίας. Και πως χωρίς αυτήν την εσωτερική και απαραίτητη γιʼ αυτούς πεποίθηση ίσως να μην είχε γραφεί ποτέ στον κόσμο ούτε ένας στίχος καλός ή κακός. Το οποίον – αφού οι άσχημοι στίχοι περνούν και οι καλοί μένουν, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα – σημαίνει πως θα στερούμασταν ( σʼ αντάλλαγμα μιας εξίσου προβληματικής ιάσεως) κάτι από την ομορφιά του κόσμου.»

(θα το βρείτε στην Ανθολογία Ιταλικής Ποίησης, εκδόσεις Οδός Πανός, 2011, σε μετάφραση του Γιάννη Παππά και δική μου)

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Λογοτεχνικές έριδες (κακουργηματικές πρακτικές)»

[author]του Σωτήρη Παστάκα [/author]

Η ποιητική παραγωγή είναι αντιστρόφως ανάλογη με την κοινωνική αποδοχή του ποιητή. Όσο τείνει να εξαφανισθεί ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή άλλο τόσο πληθαίνουν τα βιβλία, οι παρουσιάσεις, τα φεστιβάλ και οι… έριδες! Κάποτε ο λόγος του ποιητή γινόταν ακουστός από την πλειοψηφία του κόσμου. Να το πω διαφορετικά: ο κόσμος περίμενε με αγωνία «τι θα πει ο ποιητής», να πάρει θέση, να τους διαφωτίσει και να τους χαράξει πορεία ζωής. Σήμερα, αν κάποιος γονιός ακούσει από το μοναχογιό του πως θέλει να γίνει «ποιητής» πρώτα θα σκάσει στα γέλια και μετά θα βγάλει το ζωνάρι του να τον δείρει.

Όσο μικραίνει λοιπόν, ο κοινωνικός ρόλος του ποιητή κι έχει ξεπεράσει ήδη το επίπεδο της καρπαζιάς (το γνωρίζουν όσοι έτυχε κάποια στιγμή να τους ξεφύγει και να δηλώσουν στον εργασιακό τους χώρο την «κρυφή» τους ιδιότητα του «ποιητή»), της χλεύης και του προσωπικού διασυρμού, άλλο τόσο οι ποιητές αναλίσκονται μεταξύ τους σε φιλονικίες και έριδες, για το τίποτα, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.

Ερίζουν για ασήμαντα πράγματα επί προσωπικού, κι αυτό είναι το δυσάρεστο: για το βρακί της παρτουζιάρας που την πήραν όλοι εξʼ άπαντες, για τον αν έχει παραβιαστεί το «άβατον» του πισινού τους, τις φορολογικές τους δηλώσεις και την τυχόν φοροδιαφυγή. Τα πολιτικά τους φρονήματα, για το ποιος τέλος πάντων πήδηξε τις περισσότερες γκόμενες και για το ποιος την έχει πιο μεγάλη. Έριδες που δεν έχουν την αίγλη επί της ποιητικής ιδεολογίας, που δεν έχουν ορίζοντα το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, την αγωνία για την πορεία της Τέχνης που υπηρετούν αλλά τα συμφέροντα του νταή και του ψευτόμαγκα που σύρεται αλυσοδεμένος σε αίθουσες δικαστηρίων γιατί απλώς υβρίζει, απειλεί και εκβιάζει. Οι πάλαι ποτέ λογοτεχνικές έριδες κατέπεσαν στις μέρες μας σε κακουργηματικές πρακτικές κατασυκοφάντησης και ποταπού εκβιασμού.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ο παίζων ξερή»

[author]του Αντώνη Ψάλτη [/author]

Κάποτε στο χωριό μου ζούσε ένας συγχωριανός μας. Επειδή ήθελε πάντα να νικάει στην ξερή, ή επειδή νόμιζε ότι μόνο αυτός έπρεπε να κερδίζει (ως ο δεινότερος, αν όχι και μοναδικός, γνώστης του αναφερθέντος χαρτοπαιγνίου), δεν έπαιζε κανείς μαζί του. Έτσι λοιπόν κατάντησε, σχεδόν εξαρχής, να παίζει μόνος του. Καθόταν στην μία καρέκλα και μοίραζε και στην απέναντι κενή θέση, στην οποία μετακινούνταν για να παίξει τον ρόλο του αντιπάλου. Ενίοτε τον χαιρετούσαμε, αλλά εκείνος με ύφος ξινισμένου ασβού, απʼ τον οποίον δεν διέφερε και πολύ στην εμφάνιση, κατέβαζε τα μούτρα του, κάτι, μάλλον αγενές, έβγαζε απʼ τα χείλη του και συνέχιζε το μοναχικό του παιχνίδι. Κι επειδή τύχαινε να τον λένε Γιώργο ακούγαμε συχνά την φράση : παίζω γω παίζει κι ο Γιώργος…. Τον αγαπούσαμε ωστόσο. Δεν ήταν καθαρόαιμος πολεμοχαρής, ούτε καν ταλαντούχος εγωιστής…. Ο κακόμοιρος είχε απλώς γοητευθεί υπερβολικά απʼ τον εαυτό του. Τι να μισήσεις από έναν τέτοιο τυπάκο…
Σταλμένο το άνωθεν και αφιερωμένο με ειλικρινή και συμπονετική αγάπη στον έκπαλαι, εξαρχής και εσαεί ατάλαντο και «άκαπνο» (οι προσβολές αγαπητέ μου είναι ίδιον χθαμαλών και ουτιδανών ανδρείκελων όπως εσείς) δημογέροντα (ο οποίος φιγουράρεται κι ως πανεπιστήμων κι προφήτης, φέροντα τον κατάλληλο πώγωνα, ως οφείλουν οι τέτοιους ύφους φαντασμένοι) της ελληνικής ποίησης.
Υγ : όσοι μιλούνε περί πατροκτονίας θα πρέπει να την δέχονται και στο τομάρι τους. Αλλιώς δεν διαφέρουν σε τίποτα απ΄ τους κρυφοασφαλίτες των Εξαρχείων που (πάντα και μόνο για ίδιον συμφέρον) ωθούν τα άνοα αναρχικότροπα παιδάκια σε βανδλισμούς….

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Κοινωνία σαλταδόρων»

[author]του Βασίλη Λαλιώτη [/author]

Θυμήθηκα το Χατζιδάκι, που έλεγε ότι τρώμε φάπες που μας θυμίζουν ότι δεν είμαστε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε… Διότι αυτό που πέφτει στο χάσμα της σιωπής των λαλίστατων δημόσιων αγορητών, που περιμένουν στην ποδοσφαιρική λογική τους υλικό για το υπέρ ή κατά της ομάδας που διάλεξαν, αυτό που αχνοφαίνεται να ανάβει μια στιγμή και να χάνεται,  είναι ακριβώς αυτό το ποιοί θέλουμε να είμαστε και κυρίως τι είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε για να είμαστε. Όχι για το τι αποφασίζουν να μας πάρουν, αλλά για το τι να δώσουμε. Κι εκεί φαίνεται η καταστροφή της κοινωνίας. Κοινωνία σαλταδόρων που όταν δεν κατέχεται από ξένους, σαλτάρει πάνω στα δικά της.
Δεν υπάρχει άλλος δάσκαλος από τον πόνο καί σύντομα οι Έλληνες θα πρέπει να αποδείξουμε αν πόνεσαμε αρκετά, καθώς το πέπλο του διεφθαρμένου πολιτικού προσωπικού, που δείχνει να μην πόνεσε καθόλου, έχει αποσυρθεί στην αντιπολίτευση, τουλάχιστον εικονικά, γιατί υπάρχει κι αυτό που συνεχίζει και στη νέα Κυβέρνηση.
Γιατί σύντομα ο καθένας θα ρισκάρει να δώσει ανάλογα με τον πόνο του τα τελευταία αυτά χρόνια. Η Ελληνική κοινωνία, όπου δεν μηδενίστηκε από την κρίση, συνεχίζει σπάταλη και εκτός οικονομίας. Τη στιγμή που οι Δανοί συνεχίζουν κι αυτοί για πέμπτη χρονιά το σιωπηλό μποικοτάζ τους στα γερμανικά προϊόντα…

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ηλιόπετρα»

[author]του Σπύρου Αραβανή[/author]

Τώρα που πολλοί θα σπεύσουν να ξεσκονίσουν τον παλιό αριστερό συγγενή και εαυτό τους για να κερδίσουν «μια θεσούλα», ας θυμήσουμε ότι η Aριστερά είναι το μοναδικό μη κληρονομικό προνόμιο που δεν μεταβιβάζεται ούτε καν από εαυτόν εις εαυτόν. Μοναχά κληροδοτεί. Αίμα σαν ζωή και ζωή σαν αίμα.
Και να θυμήσουμε ακόμα ότι πριν από τον «Ήλιο» του Σικελιανού, υπάρχει η «Ηλιόπετρα» του Οκτάβιο Πας, ειδικά για το σημείο: «είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,/ διάφανος μες στη διαφάνειά σου […]».

`

….μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ’ όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου […]
`

….όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ’ τα ποντίκια,
κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
τ’ αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
που πλένει μ’ αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ’ οίκον
ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο απ’ τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο απ’ τον ίδιο,
καταρρέουν
σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε  […]

(μετφρ. Κώστας Κουτσουρέλης).

Διαβάστε περισσότερα