Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Δημοτικό»

[author]Του Κώστα Ρεούση [/author]


Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ κι η μάνα του

τὸν φριχτότατον ὃρκο
τὸ φρικτότερο σκότος
τὸ φριχτὸ παραμύθι:
Libertad
Νίκος Ἐγγονόπουλος

Ένα αρματολόπουλο σεργιάνιζε
Μες στο καπετανάτο του Μιχάλη
Κι ήταν η θέα άξια
Γερά ταμπουρωμένη.

Μονάχα η καρδούλα του
Μαράζωνε η μαύρη
Που αντικρύ ετήραγε
Το ερυθρό ασκέρι.

Λευκωσία, Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Κουκούτσι στη σούπα: Μια πρωτοχρονιάτικη μικροϊστορία»

`

[author]Του Νίκου Βουτυρόπουλου [/author]

`

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα η κουβέντα είχε ανάψει για τα καλά. Πες το ζεστό κόκκινο κρασί, πες η καυτερή σούπα, το μέλλον της ανθρωπότητας φαινόταν προαποφασισμένο, κάπου ανάμεσα σε τρανταχτά γέλια και γεωπολιτικές αναλύσεις, σε μπαχαρικά και σχόλια φιλοσοφικού περιεχομένου. Η παρέα έμοιαζε ασταμάτητη, θα έλεγε κανείς πως μόνο μια πυρηνική καταστροφή θα μπορούσε να αποτρέψει τη συνέχεια της συζήτησης, μέχρι που ξάφνου ο τόνος άλλαξε, έγινε πιο εχέμυθος, διακριτικά προσωπικός.
«Βρε σεις, ξέρετε τι μου τι σπάει περισσότερο;» ρωτά ο κουζινάρχης την ομήγυρη, την ώρα που ετοιμαζόταν να σερβίρει τη σούπα, και δίχως να περιμένει απάντηση συνεχίζει: «Να σας πω… να ψάχνεις ένα κουκούτσι από λεμόνι μες στη σούπα και να μην το βρίσκεις με τίποτα. Σκέτη ταλαιπωρία. Να το βλέπεις τη στιγμή που γλιστράει από τη στυμμένη λεμονόκουπα και να μην προλαβαίνεις την πτώση του στο χυλό. Πώς να μη νιώσεις εντελώς άχρηστος μετά από δυο ώρες μαγείρεμα; Φρίκη! Να προσπαθείς μετά να το ψαρέψεις, μάταια όμως, λες και το καταραμένο είναι κρυμμένο στα βάθη του ωκεανού. Τι μένει στο τέλος να κάνεις; Παραδίνεσαι απλά στο νόμο της βαρύτητας κι εύχεσαι να μην το μασήσεις. Αλλά ποιός μπορεί νʼ αρνηθεί τις συναρτήσεις; Μόνο αυτός που δεν έχει ιδέα από μαθηματικά. Και να που έρχεται η στιγμή, ενώ ρουφάς τη σούπα σου, έχοντας ξοδέψει τόση ώρα να την φτιάξεις, με την πεποίθηση πως κουκούτσι δεν υπάρχει, πως το όλο επεισόδιο ήταν μια στρεβλή εικόνα του νου, καθώς απολαμβάνεις τη συντροφιά και τις αισθαντικές αναθυμιάσεις που κατακλύζουν τον περιβάλλοντα χώρο, ε τότε ακριβώς συνειδητοποιείς πόσο άσχετος είσαι με τη θεωρία των αριθμών. Μόλις μάσησες μια μικροσκοπική γλοιώδη μάζα που έσκασε σαν στρακαστρούκα ανάμεσα στα δόντια σου. Είναι να μη νιώσεις γελοίος, ηττημένος από μια ασήμαντη λεπτομέρεια, από κάτι το απειροελάχιστο, το μηδαμινό, που δεν κατάφερες να ελέγξεις; Ηττημένος λοιπόν από ένα άτιμο τόσο δα κουκουτσάκι που ταξιδεύει πλέον μες στο σκοτάδι του πεπτικού σου συστήματος… Γιʼ αυτό υπάρχουν και οι στίφτες, θα ʽλεγε κάποιος, όμως οποιοσδήποτε μπορεί να πει ο,τιδήποτε… Αλλά σα να μου φαίνεται πως είπα πολλά. Καλή όρεξη λοιπόν, και καλή χρονιά να έχουμε, ανεκτή μάλλον, ναι, ανεκτή».
Έξω ο βοριάς έδερνε τη πόλη. Άρχισε να χιονίζει. Οι άστεγοι κούρνιαζαν σαν τα σπουργίτια στους πεζόδρομους. Γιορτινά λαμπιόνια αναβόσβηναν, θαρρείς κι ήταν οι μαντατοφόροι ενός άλλου αιώνα. Παντού ευχές και απραξία. Χιόνιζε ως το πρωί.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Μέσα από τα ωραία χέρια της κυρίας Σουάν»

[author]του Στράτου Φουντούλη [/author]

Ο Μαρσέλ Προυστ στοχάζεται πάνω στο ζήτημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας επιλέγοντας για πολλοστή φορά τη μουσική φράση της Σονάτας του Βιντέϊγ, το λάιτ μοτίφ (κι ας μην αναφέρεται) που διατρέχει το δεύτερο κυρίως μέρος του «Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών», και• ενώ έχει δει τον ίδιο τον Βιντέϊγ να παίζει, ξεκινά το στοχασμό για τη μεγάλη Τέχνη μέσα από «τα ωραία χέρια» της κυρίας Σουάν «καθώς πρόβαλλαν απʼ τα ροζ ή άσπρα μανίκια», χωρίς καθόλου να ενοχληθεί από την προφανώς ερασιτεχνική της εκτέλεση, αγνοεί τον εκτελεστή του έργου και• χωρίς να αναφέρει τους λόγους που το κάνει αυτό –όπως κάνουν πάντα οι μεγάλοι δημιουργοί που αφήνουν το ίδιο το έργο «να μιλήσει», στέκεται στην Ουσία, κι ενώ συχνά δεν ξεχωρίζεις τίποτα για το ποιόν του έργου –τονίζει, όχι χωρίς λόγο, ότι «αν είναι μια μουσική κάπως πολύπλοκη που την ακούς για πρώτη φορά […] αν πραγματικά δεν είχαν, καθώς νόμισαν, τίποτα ξεχωρίσει στην πρώτη ακρόαση, η δεύτερη κι η τρίτη δε θα ʽταν διαφορετικές από την πρώτη και δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να καταλάβουν κάτι περισσότερο στη δεκάτη»… με αυτό τον απλό τρόπο ο Προυστ καταγράφει με απλότητα την πολυπλοκότητα του συλλογισμού του• βουτώντας βαθύτερα στην Ουσία, καταλήγει: «Πιθανότατα αυτό που λείπει την πρώτη φορά δεν είναι η κατανόηση αλλά η μνήμη» (υπογράμμιση δική μου). Ο Προυστ επισημαίνει μέσα σε λίγες μόνο αράδες τον καταλυτικό ρόλο του ασυνείδητου που ο μεγάλος βαθυστόχαστος ψυχίατρος-αναλυτής Σίγκμουντ Φρόυντ για χρόνια μελέτησε προσδιορίζοντάς το και επιστημονικά. Η Μνήμη (του ακούσματος ή της θέασης) ενός έργου τέχνης, μας προσφέρει την Ανάμνηση, διότι «Απʼ αυτές τις πολλαπλές εντυπώσεις η μνήμη δεν είναι σε θέση να μας δώσει αμέσως την ανάμνηση […] Η ανάμνηση γεννιέται μέσα της σιγά-σιγά και απέναντι σε έργα ακουστά δυο ή τρεις φορές, είμαστε σαν το γυμνασιόπαιδο που ξαναδιάβασε πολλές φορές πριν αποκοιμηθεί ένα μάθημα που νόμιζε πως δεν ήξερε και που το απαγγέλει απʼ έξω την επαύριο». Η επαναλαμβανόμενη αφηγηματικότητα ενός θέματος μπολιάζει νου κι αισθήσεις, αποθηκεύει ψήγματα ζωής, μνήμης. Πόσοι και πόσο εκμεταλλεύτηκαν τη φοβερή αυτή ουσία του ασυνείδητου, από τους δημοκρατικούς ή δικτατορικούς Γκαίμπελς έως τη σύγχρονη μεταμάρκετινγκ διαφημιστική/προπαγανδιστική αφήγηση του storytelling είναι μια άλλη υπόθεση, ενός άλλου θέματος, έξω από το αγκάλιασμα της ευαισθησίας μας –όπως θα έλεγε (και είπε) ο Προυστ- που είναι και ο στόχος αυτού του κειμένου που καταθέτω ως αναγνώστης. Τελειώνοντας, (επαν)έρχεται στο νου η τρεμάμενη, κομψή, άγαρμπη, φάλτσα φωνή -όπως «τα ωραία χέρια» της κυρίας Σουάν- της Ζωής Φυτούση στο χατζιδακικό «Φέρτε μου ένα μαντολίνο». Το άτιμο, δεν φεύγει απʼ τη μνήμη.
*
Βρυξέλλες 2011

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως»


[author]Των Κώστα Ρεούση & Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας [/author]

Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής, #8: «Η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως»

Εσμός αυλοκολάκων. Μία κυρίαρχη διεστραμμένη σεφερολαγνεία αγγίζει το σάβανο του Αλεξανδρινού. Γλώσσες διχαλωτές νιώθω να μʼ απειλούν, σάμπως και κατοικώ σε βιλαέτι νήσο. Σκληρή πορεύεται η ζωή, να συγκρατεί υδρορροή στο μάτι, όταν οι φίλοι κι οι γνωστοί με προσεγγίζουν ωσάν καθάρματα του ρημαδιού που είμαι. «Χρονοθύελλες ελάτε και σαρώστε τα πάντα», (Γιώργος Καλοζώης, «Η κλίση του ρήματος»), κι εμένα τον τσιλιβήθρα χλεμπονιάρη μʼ ένα φραγγέλιο-ράπισμα ῥυήσεσθαι το βήτα ρέζους θετικό.

Έχω χάσει τα λογικά μου σημαίνει: αναπνέω μες στον πυθμένα της κινούμενης άμμου όπου με μακροβούτι εισχώρησα. Νεκρό με αντικρίζω, σʼ αυτό που εμφανίζεται στα μπρούντζινα των ρόπτρων, να βλέπω τον Αρχίλοχο -τον πρώτο υπερρεαλιστή ιαμβογράφο- στίχο ή σπάραγμα νʼ αγγέλλει: «σὺ γὰρ δὴ παρὰ φίλων ἀπάγχεαι».

Η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως που δε συμφέρει, μια κι η απώλεια είνʼ ακριβή έως βραδυφλεγής, και τʼ αύριο όλους μάς θέλει μες στη διάρκεια της παρατεταμένης παρακμής του Πάντα• ήσυχους, νομοταγείς, προσκυνημένους, ιντριγκαδόρους, διπλωμάτες, έξυπνους, λαμόγια ή μοσχοπουλημένους. «Τετρομασμένος», (Διονύσιος Σολωμός, «Η γυναίκα της Ζάκυθος»), βρίζω, Θεέ μου, βρίζω… και να με συγχωρείς αλλά: «Θέλει τουφέκι ο χρόνος, αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση.», (Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον»). Παρατηρώ το, εντάξει το, μπορεί και να το ευεργετούμαι: «Όταν φυσάει, και της πουτάνας η παράγκα παρθεναγωγείο είναι.», (Κομπαγιάσι Ίσσα, 1819, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας). Όμως αδυνατώ να το ισορροπήσω «μη-», αδυνατώ να το ελέγξω «-δέν». Αλήθεια ή ψέματα, πάντως πως μʼ ανακρίνουν ακαταπαύστως δέχομαι, από το κνέφας της ηλικίας μου της παιδικής έως το Τώρα. Είναι που: «Φεύγω, μύγες μου. Άντε (να) γαμηθείτε ελεύθερα!», (Κομπαγιάσι Ίσσα, 1815, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας).

Τον Ρώμο Φιλύρα έχω στο νου, κι από την «Ιερά Οδό» κι από την «Αθαλάσσα» πρέπει να γεννηθώ στην πρώτη. Ποιος το συμβούλιο να συγκαλέσει των δήθεν σαμάνων των ψυχών; Έτσι κι αλλιώς το κρίμα στο λαιμό μου, ούτε να γιατροπορευτώ πλέον• αγκομαχώ. Ένας ακόμη πʼ αγαπώ έρχεται μες στο κείμενο, κι ας καταλήξει η ψυχή μου για δεύτερη φορά ξεκούρδιστη προφέροντας -Θεέ μου, σε παρακαλώ- φωνήεντα με σύμφωνα Ελλήνων… έστω και σόλοικα. Έτσι, με τη φιγούρα μου στʼ αλαμπουρνέζικο και στο σακατεμένο να επικουρεί την ψάθα: «Ἀπὸ τὴν κανδήλαν τὴν ἀχανῆ ἐκείνην κατῆλθεν ἡ βοή, ὁ ροῖβδος τῆς λαίλαπος, καὶ ἀπὸ τὸ κουφόβρασμα τὸ ὓπουλον ἀνέβη ὁ ρόχθος τῆς θαλάσσης, ζευχθέντα εἰς φοβερὸν ὑμέναιον, προσοχθοῦντα ἐπὶ τῆς ἐλεεινῆς σανίδος• ἦτον ὡς βέλασμα οἱονεὶ ἀπὸ χιλιάδας καὶ μυριάδας ἐρίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα• καὶ ὁ Βορρᾶς, ὁ χιονόμαλλος βασιλεὺς τῶν χειμώνων, τὰ ἒσπρωχνε καὶ τὰ ἤλαυνεν ἐμπρός, κατὰ τοὺς βράχους πάντοτε καὶ τὰς ἐσχατιάς• ζητοῦντα νὰ εὕρουν τέρμα καὶ τέρμα δὲν εὕρισκον, εἰμὴ τὴν σανίδα τὴν ταλαίπωρον• καὶ τὴν κατεπάτησαν, καὶ τὴν ἒκαμαν δρόμον, βόσκοντα τὴν σκωρίαν της, λείχοντα τὰς πληγάς της, ροφῶντα τὴν δύναμίν της. Ἐν μέσῳ δὲ καὶ ὑπεράνω ὅλης αὐτῆς τῆς πάλης καὶ τῆς βοῆς, τὴν ὁποίαν συνετέλουν ἐπαναβαίνοντα τʼ ἀχθοφόρα κύματα, ἀντήχει ὡς θρῆνος ὀξὺς τὸ σφύριγμα τῶν τροχαλιῶν, ὅμοιον μὲ τὴν ἀπηλπισμένην κραυγὴν πτωχῆς ἐρημικῆς κόρης, σπαρασσομένης τὸ δέμας, βιαζομένης τὴν τιμήν, ὑπὸ φαύλων βιαστῶν εἰς ἒρημον τόπον, ὑπὸ τὸ ὂμμα τοῦ πολυευσπλάγχνου καὶ παντοδυνάμου Κριτοῦ, τοῦ καθημένου ἐπί τῶν Χερουβείμ, τοῦ βλέποντος ἀβύσσους.», (Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Κοκκώνα θάλασσα ἢ Τὸ γράμμα τῆς πεθερᾶς»).

Ίσως ετούτη η τακτική της συρραφής, ένα, αυθαίρετα, ανάμεσα σε παρενθέσεις (να) και πώς σημεία στίξης ανεμίζω-ατενίζω να είναι τερατούργημα. Κάτι-άτι πάντως καλπάζω-εικάζω: έχει ρυθμό, κι αυτό που σας ξερνώ-ξεβράζω άλλο πάει να πει και άλλο λέει• αναξιοπρεπέστατος, αλίμονο, εγώ, μες στου καιρού μας το γαμήδι.

-Ράτσα γλωσσοκοπάνα της ένδοξης-ηρωικής μας ρουφιανιάς και της ανίερης οικειοποίησης των Τέλος-Έλος ή Σκοπός των Πάντων, από της φτώχειας μου τον δνόφο σας μιλώ, σʼ ένα ελεεινό μονάρι-στάβλο και μια ταμπέλα στην εξώπορτα που γράφει με μικρό το πι τη λέξη… ποιητής ή το περίπου 3,14 η περιφέρεια του κύκλου: εισπράττω καρπαζιές πʼ αόρατα εκσφενδονίζετε-ηδονίζεσθε και τα σιχάθηκα τα ελεήμονα τα τραπεζώματά σας!

Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Δεκέμβριος 2016

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Όπου φυσάει ο άνεμος…»

[author]Του Βασίλη Λαλιώτη [/author]

Ο Τσίπρας για μένα τέλειωσε μια βδομάδα αφότου έγινε αρχηγός, διότι πήγε στον Ιανό. Όπως τέλειωσαν και όσοι πάνε έκτοτε. Διότι σαν το έιτζ η μόλυνση της χώρας βρίσκεται στα καλώδια μετάδοσης, που όχι μονάχα δεν είναι ουδέτερα αλλά κυρίαρχα, με τρόπο που να ακυρώνουν κάθε μήνυμα που περνάει από αυτά και να το γκριζάρουν στο μέτρο της τρέχουσας μαφίας και διαφθοράς. Δεν υπάρχουν στοιχειωδώς αστικά μέσα επικοινωνίας,με την ευρωπαϊκή έννοια της ελευθερίας του τύπου εν Ἒλλάδι.
(Αυτά για τους φίλους που έχουν ίδεολογία ηλιθίων που δεν πιστεύουν σε τίποτα άλλα στην κωλοφυλλάδα που διαβάζουν.) Ο Τσίπρας λοιπόν έχει μια ικανότητα και φαίνεται να την απολαμβάνει.Δεν τον φαντάζομαι βέβαια να την κάνει στις καταλήψεις από το παράθυρο με τη Φαίνομενολογία του Πνεύματος στό χέρι, όπως έκανε ο συγγραφέας της όταν την έγραφε, αλλά είναι χεγκελιανός διαλεκτικός. Έχει βαλθεί, όχι μόνο ο ίδιος, αλλά κάθε πρόσωπο που συγχρωτίζεται και εναν ολόκληρο λαό να τον κάνει να αντιφάσκει με τον εαυτό του. Εν μέρει έχει μολύνει και τους ευρωπαίους που συγχρωτίζεται. Και νομίζω πως όσοι τον μισούν τον μισούν γι αυτό. Επειδή αποδεικνύεται περισσότερο αντιφατικός από το μέσο Έλληνα που είναι γεμάτος αντιφάσεις. Μια από αυτές είναι να θεωρεί πιο βλάκα τον πρωθυπουργό του, διότι αν αυτόν τον έκαναν πρωθυπουργό για μια μέρα θα γύριζε τον κόσμο ανάποδα. Το να το κάνει ο Τσίπρας εκών ή άκων δεν του αρέσει καθόλου. Διότι είναι ο πρωθυπουργός που τον βάζει στο παιχνίδι των αντιφάσεων με τον εαυτό του, ενώ για τον πρωθυπουργό επιφυλάσσει συνήθως το ρόλο να είναι ο αντιφάσκων και αυτός ο ίδιος κριτής των αντιφάσεων του. Το ασπρόμαυρο του μανιχαϊσμού είναι το κερασάκι στην τούρτα της ελληνικής ζωής. Ο καθένας κυνηγάει τις αντιφάσεις του άλλου κι όλοι μαζί τις αντιφάσεις αυτού του αντιφατικού κυνηγιού. Κωμωδία ή δράμα, η σκηνή αυτή είναι το καθημερινό διανοητικό ψωμί μας. Διότι έμείς… Ξέρεις ρε ποιοι είμαστε εμείς;Βράχοι σταθερών απόψεων με σήμα τον ανεμόμυλο:όπου φυσάει ο άνεμος…

Διαβάστε περισσότερα