Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Η Μουσική Ποιητική του Ιγκόρ Στραβίνσκι και οι επιδράσεις της στην τέχνη και τον πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας» (γράφει ο Χρυσόστομος Σταμούλης)

`

Θα ξεκινήσω την εισήγησή μου, με την αξιωματική και προκαταβολική αποδοχή της άποψης του Αντρέι Ταρκόφσκι, αυτού του μεγάλου κινηματογραφικού ποιητή, ο οποίος στο έργο του Σμιλεύοντας το χρόνο, σημειώνει τα εξής αποκαλυπτικά: «Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα της λεγόμενης “ελευθερίας” ή “έλλειψης ελευθερίας” του καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είναι ελεύθερος. Από καμιά άλλη ανθρώπινη ομάδα δεν λείπει περισσότερο η ελευθερία. Τον καλλιτέχνη τον δεσμεύει το ταλέντο, η κλίση του»[1].

Και είναι νομίζω σαφές, πως τούτη η προλογική μου επιλογή, τούτο το προλογικό δάνειο, στοχεύει την καρδιά του προβλήματος, που σχετίζεται με την κατανόηση του μυστηρίου της ελευθερίας. Μιας ελευθερίας, που στις περισσότερες των περιπτώσεων και εξαιρέτως στο χώρο της τέχνης, κατανοείται ως μια πραγματικότητα η οποία κινείται έξω από κανόνες και όρια, έξω από κάθε προϋπόθεση, η οποία μπορεί να δημιουργήσει πλαίσιο αναφοράς, σχετισμού και συνάντησης.

Έτσι, για παράδειγμα, δεν είναι λίγες οι φορές που ακούμε τη γενικευμένη άποψη, πως στον καλλιτέχνη και την τέχνη του τα πάνταεπιτρέπονται. Ένα «πάντα», ύπουλο και αυθαίρετο, που ευθύνεται για τη γενικευμένη σύγχυση που εισάγει και ως εκ τούτου μένει υπόλογο εις τους αιώνας ενώπιον της ποιητικής διαδικασίας, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε κάποιο λογοτεχνικό είδος, ούτε βεβαίως κατανοείται ως μια πραγματικότητα που λειτουργείται από μια ξεκομμένη από το σύνολο της υπάρξεως φαντασία, η οποία με τη σειρά της και βεβαίως ως τέτοια, σχετίζεται με το μη πραγματικό[2].

Συνεπώς, όταν ομιλώ για την ποιητική, στην προκειμένη περίπτωση την ποιητική της ελευθερίας, και σε ευθεία αντίθεση με την «ευάερη» και «ευήλια» άποψη που μόλις προανέφερα, εννοώ μια μυστηριακή πραγματικότητα, η οποία συνιστά «ένα ξεχωριστό τρόπο να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα», έτσι ώστε η ποίηση να «γίνεται φιλοσοφία που καθοδηγεί τον άνθρωπο σε όλη του τη ζωή»[3].

Με άλλα και απλούστερα λόγια, η ποιητική διαδικασία είναι μια στάση, η οποία, καταπώς λέγει ο Heidegger ερμηνεύοντας τον ποιητή Holderlin, «αφήνει να εισέλθει το κατοικείν του ανθρώπου στην ουσία του. Η ποιητική διαδικασία είναι το αρχέγονο στοιχείο που επιτρέπει το κατοικείν»[4]. Ως εκ τούτου ποίηση και κατοικείν συνδέονται ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως και αποκαλύπτουν πως η ποιητική εγκατοίκηση του πρώτου δημιουργού, του πρώτου ποιητή, του Θεού και ως εκ τούτου και του κατʼ εικόνα και καθʼ ομοίωση της δικής του ποιητικότητας και καλλιτεχνίας ποιητή ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να πραγματοποιείται πάνω στη γη. Πράγμα που αποκαλύπτει τη γη ως το μοναδικό χώρο άσκησης της ποίησης και το ποιείν ως το μόνο όχημα που βγάζει τον άνθρωπο, αλλά ακόμη και τον Θεό ή κυρίως τον ίδιο τον Θεό από την ανυπαρξία του.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ελένη Καραΐνδρου, «Δαβίδ/ David» (ποίηση αγνώστου Χίου ποιητή του 18ου αιώνα), ECM, 2016.

`

Η Μικρή Άρκτος παρουσιάζει το νέο άλμπουμ της Ελένης Καραΐνδρου με τίτλο “ΔΑΒΙΔ” (σκηνική καντάτα για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα σε ποίηση αγνώστου Χίου ποιητή του 18ου αιώνα) που κυκλοφορεί παγκοσμίως από την ECM New Series. Πρόκειται για την παράσταση που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής το 2010. Το έργο  για μέτζο σοπράνο, βαρύτονο, βιόλα, όμποε, αφηγητή και ορχήστρα δωματίου σε ποίηση αγνώστου ποιητή της Χίου του 18ου αιώνα που η Ελένη Καραΐνδρου συνέθεσε πριν 36 χρόνια (1980) για την ομώνυμη παράσταση που ανέβασε ο Σπύρος Ευαγγελάτος με το «Αμφιθέατρο» στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο της Χίου. Δύο αποσπάσματα του έργου είχαν παρουσιαστεί  σε συναυλία της συνθέτριας το 1993 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ο Δαβίδ, θεατρικό-ποιητικό έργο, θρησκευτικής πνοής με σκηνές υψηλής δραματικής έντασης, αλλά ενίοτε και σκηνές γεμάτες πηγαίο λαϊκό χιούμορ, δημιούργησε, χάρη στο ζωντανό και ποιητικό λαϊκό γλωσσικό ιδίωμα που χρησιμοποιεί, ένα έδαφος πρόσφορο για την ανάδειξη μιας μουσικής γραφής που, αν και αναγνωρίσιμης ως προς το ύφος της συνθέτριας, διεισδύει στο κείμενο και φωτίζει το έργο με στοιχεία ʽμπαρόκʼ κοντινά στην εποχή του(1740 ή 1760).
`

******
Ο «Δαβίδ», ποίημα θρησκευτικού περιεχομένου που χρονολογείται περίπου στο 1740, έχει και μια ωραία ιστορία: Το ανακάλυψε πριν από 32 χρόνια, στη Βαλικελιανή Βιβλιοθήκη της Ρώμης, ο φιλόλογος Θωμάς Παπαδόπουλος, γραμμένο στα λατινικά από κάποιον Χιώτη που ζούσε στην ιταλική πρωτεύουσα.\

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης, «Προσωπικό», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2016

`

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ: Μηνάς Δημάκης, «Είναι δρόμοι…»

[…]
Λόγια ειπωμένα μόνο για τον άνεμο:
«Αν κάποτε μʼ αφήσεις θα πεθάνω»
Κι άλλα χιμαιρικά που λένε στις αγάπες

Όταν ακούσεις βήματα στης μοναξιάς τους δρόμους
Να με θυμάσαι
Όταν τα αστέρια μες στα μάτια σου το μεσονύχτι
καθρεφτίσεις
Να με θυμάσαι
Όταν φτερά μέσα στα όνειρά σου δεις
Να με θυμάσαι

Κι αν είναι κάποτε να κλαις θα με θυμάσαι

Είναι δρόμοι που φέρνουν σ’ απάτητα δάση,
σ’ ολοπράσινες λίμνες, βουερές πολιτείες,
είναι δρόμοι που ξέρουν παλιές ιστορίες,
που έχουν όλοι ξεχάσει.

Είναι θάλασσες πώχουν νησιά μαγεμένα,
που δεν έχουν γραφτεί στου σοφού το βιβλίο,
που δεν άραξε ακόμα ένα πλοίο
κι ούτε πάτησε πόδι κανένα.

Είναι ανθρώποι που οδεύουν προς άγνωστα μέρη,
συντροφιά με τʼ αστέρι γυρνούν κάθε βράδυ,
τους μαγεύει η σιωπή, το σκοτάδι.
και μεθούν απʼ τʼ αγέρι.

Είναι δρόμοι που φέρνουν σ’ απάτητα δάση,
κι είναι ανθρώποι σε μαύρα δωμάτια κλεισμένοι,
ένας δρόμος μια θάλασσα δεν τους προσμένει,
κι οι θεοί πια τους έχουν ξεχάσει.
`
`

************************************************************

Μελοποίηση ποιημάτων των: Μιχάλη Γκανά, Γκρέγκορυ Κόρσο, Παντελή Καλογεράκη, Μηνά Δημάκη, Γιάννη Ευθυμιάδη, Πάμπλο Νερούδα, Ντίνου Σιώτη, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πάουλ Τσέλαν, Φερνάντο Πεσσόα, Τζελαλαντίν Ρουμί.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Leonard Cohen, «Το βιβλίο του Ελέους» (μετφρ. Διονύσης Μαρσέλλος), εκδ. Περισπωμένη, 2013

`
ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ: Ο Leonard Cohen μιλά για την ποίηση (1966: CBC Archives)
`
Βοήθησέ με στὴ βροχή, βοήθησέ με στὸ σκοτάδι, βοήθησέ με ὅταν ἔχω ἀφεθεῖ στὶς μάταιες εὐωχίες μου. Γονάτισέ με στὴ βροχὴ καὶ ἄφησε τὸ σκοτάδι νὰ μιλήσει στὴν καρδιά μου. Εὐλογημένος εἶσαι, ἐσὺ ποὺ μιλᾶς μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι, ποὺ δίνεις μορφὴ στὴν ἀπόγνωση. Ἐσὺ ξαναμαζεύεις τὴν καρδιὰ ποὺ χύθηκε στὸν κόσμο, ἐσὺ καθορίζεις τὰ σύνορα τοῦ πόνου. Γνωρίζεις τὸ ἔλεός σου σὲ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν τὸ ὄνομά σου, καὶ πίσω ἀπὸ τὴν κραυγὴ ποὺ ξεσπᾶ φανερώνεται ἴαση ποὺ ἔρχεται ἀπὸ σένα. Τὰ ἐρείπια μιλοῦν γιὰ τὴ δύναμή σου, ἀπὸ τὸ χέρι σου γκρεμίζεται τὸ πᾶν καὶ ὅλα τὰ πράγματα ραγίζουν γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ὁ θρόνος σου στὴν καρδιά. Ἔγραψες τὸ ὄνομά σου πάνω στὸ χάος. Τὰ μάτια ποὺ κυλᾶνε στὸ σκοτάδι, τὰ ἔφερες πάλι στὸ κρανίο. Δῶσε στὸν κάθε ἄνθρωπο σκέπη μέσα στὸ ὀχυρὸ τοῦ ὀνόματός σου, καὶ δῶσε στὸν καθένα νὰ δεῖ τὸν ἄλλο ἀπὸ τοὺς πύργους τοῦ νόμου σου. Δημούργησε πάλι τὸν κόσμο καὶ ἀνόρθωσέ μας, ὅπως καὶ πρίν, στὸ θεμέλιο τοῦ φωτός σου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Χάρης Βρόντος, «Franz Kafka, “H μεταμόρφωση”», 2016

`

ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ

`

Όπερα δωματίου του συνθέτη Χάρη Βρόντου, σε 4 εικόνες με επίλογο, πάνω στη  νουβέλα του Φραντς Κάφκα, «Η μεταμόρφωση»
`

[Απόσπασμα]

Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Ήτανε ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που ‘μοιζε με πανοπλία κι όταν σήκωνε λιγάκι το κεφάλι του μπορούσε να δει την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του που ‘τανε χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και που μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματά του για να ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.

Τί μου συνέβη; Συλλογίστηκε. Όνειρο, δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομμάτι πιο μικρή απ’ το κανονικό, κειτόταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της. Πάνω απ’ το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα —ο Σάμσα ήταν περιοδεύων πωλητής—, κρεμόταν η εικόνα που ‘χε κόψει τελευταία από ‘να εικονογραφημένο περιοδικό που την είχε βάλει σε μιαν όμορφη επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα παρίστανε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα, που καθόταν στητή κι άπλωνε προς το μέρος του θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της απʼ τον αγκώνα και κάτω.

Τα μάτια του Γκρέγκορ γύρισαν έπειτα στο παράθυρο και ο συννεφιασμένος ουρανός —θαρρείς πως άκουγες τις στάλες της βροχής να χτυπάνε στο περβάζι του παραθύρου— τον έριξε σε βαριά μελαγχολία. Γιατί να μην κοιμηθώ λιγάκι περισσότερο και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες, συλλογίστηκε αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος προς τα δεξιά και τώρα, στην κατάσταση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχισε να στρίψει προς το δεξί του πλευρό, δεν τα κατάφερε· ξανακυλούσε πάλι στ’ ανάσκελα. Δοκίμασε τουλάχιστον εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τις αγωνιώδεις κινήσεις των ποδιών του και τα παράτησε μόνον όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν απροσδιόριστο πόνο, που ίσαμε τότε του ήταν άγνωστος.
Θεέ μου, συλλογίστηκε, τί εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα!

[μτφ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1996]

Διαβάστε περισσότερα