Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Tuner» (σκηνοθεσία: Ντάνιελ Ρόερ) [Γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Η ηχώ της επιλογής

Η ηθική ευθύνη γεννιέται όταν το χάρισμα παύει να υπηρετεί το αγαθό και γίνεται μέσο ιδιοτέλειας, τότε ο άνθρωπος δεν κρίνεται από όσα μπορεί να κάνει, αλλά από όσα επιλέγει να πράξει.

Το «Tuner» οικοδομεί την αφήγησή του πάνω σε μια ιδέα που μοιάζει σχεδόν μυθολογική, το σπάνιο χάρισμα της ακοής μετατρέπεται από καλλιτεχνική αρετή σε εργαλείο εγκλήματος. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Νίκι (Λίο Γούνταλ), ένας νεαρός κουρδιστής πιάνων, του οποίου η εξαιρετική ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις παραμικρές ηχητικές αποκλίσεις δεν αποτελεί απλώς επαγγελματικό προσόν, αλλά τον καθορίζει ως άνθρωπο. Η σχέση του με τον ήχο είναι βαθιά οργανική, αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από συχνότητες, τόνους και ανεπαίσθητες δονήσεις, γεγονός που τον καθιστά μοναδικό αλλά και ευάλωτο απέναντι σε όσους αναγνωρίζουν την αξία του ταλέντου του για σκοπούς πολύ διαφορετικούς από τη μουσική.

Η αφήγηση ξεκινά με έναν κόσμο σχετικής ισορροπίας, όπου ο Νίκι ζει μέσα στη λεπτομέρεια της τέχνης του. Η εμφάνιση, όμως, ενός εργολάβου υπηρεσιών ασφαλείας λειτουργεί ως ο καταλύτης που ανατρέπει αυτή την ισορροπία. Ο άνδρας αντιλαμβάνεται ότι η οξυμένη ακοή του νεαρού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το άνοιγμα χρηματοκιβωτίων, μετατρέποντας μια ευγενή δεξιότητα σε μέσο παραβίασης και παρανομίας. Από εκείνο το σημείο, η ταινία εξελίσσεται ως μια ιστορία σταδιακής ηθικής διολίσθησης, στην οποία κάθε νέα αποστολή απομακρύνει τον πρωταγωνιστή από τον κόσμο που γνώριζε και τον οδηγεί όλο και βαθύτερα σε ένα δίκτυο εξάρτησης και κινδύνου.

Το ενδιαφέρον της υπόθεσης δεν περιορίζεται στην αγωνία των παράνομων επιχειρήσεων ούτε στις τεχνικές λεπτομέρειες του ανοίγματος των χρηματοκιβωτίων. Η ιστορία χρησιμοποιεί αυτές τις σκηνές ως αφορμή για να εξερευνήσει το τίμημα του χαρίσματος όταν αυτό γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ο Νίκι δεν παρουσιάζεται ως ένας εκ γενετής εγκληματίας, αλλά ως ένας άνθρωπος που παρασύρεται από περιστάσεις οι οποίες αρχικά μοιάζουν ελεγχόμενες και προσωρινές. Η σταδιακή του εμπλοκή αναδεικνύει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιλογή και στον εξαναγκασμό, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο εξακολουθεί να ορίζει ο ίδιος τη μοίρα του.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Το Πάρτυ Γενεθλίων» (σε σκηνοθεσία του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεζ) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Χρυσή φυλακή, θνητή εξουσία.

 

Η οικογένεια ως μικρογραφία ενός απολυταρχικού κράτους, όπου η πατρική αγάπη μεταλλάσσεται σε ιδιοκτησιακή μανία και οι δεσμοί αίματος γίνονται εργαλεία υποταγής.

Στην ταινία «Το Πάρτυ Γενεθλίων, The Birthday Party», σε σκηνοθεσία του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεζ, η μεγάλη οθόνη μετατρέπεται σε ένα κλειστοφοβικό πεδίο μάχης, μεταφέροντας το ομώνυμο λογοτεχνικό μπεστ σέλερ του Πάνου Καρνέζη. Τοποθετημένο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στο Ιόνιο, το φιλμ ξεδιπλώνει το χρονικό μιας μοιραίας ημέρας, όπου η χλιδή του διεθνούς τζετ σετ συναντά τη δομή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Μάρκος Τιμολέων (Γουίλεμ Νταφόε), ένας πανίσχυρος, αδίστακτος εφοπλιστής, εμφανώς εμπνευσμένος από τη φιγούρα του Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος θρηνεί πρόσφατα την απώλεια του γιου του σε αεροπορικό δυστύχημα. Με αφορμή τα 25α γενέθλια της μοναχοκόρης και κληρονόμου του, Σοφίας (Βικ Κάρμεν Σόνε), διοργανώνει μια εξωπραγματικά πολυτελή γιορτή στο ιδιωτικό του νησί.

Ωστόσο, η λαμπερή δεξίωση αποτελεί το τέλειο προπέτασμα καπνού. Για τους καλεσμένους, ένα κράμα από καιροσκόπους, επιχειρηματίες και παράσιτα της υψηλής κοινωνίας, το πάρτι είναι μια ευκαιρία να εκμεταλλευτούν την επιρροή του μεγιστάνα. Για τον ίδιο τον Τιμολέοντα, η βραδιά αποτελεί μια ψυχρά σχεδιασμένη παγίδα. Σκοπός του είναι να επιβάλει μια καθοριστική απόφαση για το μέλλον της κόρης του, σαμποτάροντας τη μυστική της σχέση με τον βιογράφο του (Τζο Κόουλ), ώστε να διασφαλίσει την αυτοκρατορία του χωρίς τη συγκατάθεσή της.

Η ισορροπία ανατρέπεται όταν η Σοφία καταφθάνει στο νησί αποφασισμένη να μην υποταχθεί. Κρατώντας μια δική της, συγκλονιστική αλήθεια, είναι έτοιμη να συγκρουστεί με την πατριαρχική φιγούρα του πατέρα της. Καθώς η νύχτα εξελίσσεται σε ένα παρακμιακό, ηδονιστικό όργιο, τα προσωπεία πέφτουν. Οι κρυφές ατζέντες, τα μυστικά και τα ψέματα των μελών της οικογένειας ξεγυμνώνονται, οδηγώντας την αναμέτρηση πατέρα και κόρης σε μια αναπόφευκτη, συντριπτική κορύφωση.

Ο Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεζ μεταφέρει το έργο του Πάνου Καρνέζη στη μεγάλη οθόνη επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα ψυχολογικό θρίλερ με στοιχεία αρχαίας τραγωδίας. Η ταινία αποφεύγει τις εύκολες λύσεις του μελοδράματος και επενδύει σε μια πιο εσωτερική, υπόγεια ένταση, όπου τα βλέμματα, οι σιωπές και τα μυστικά των χαρακτήρων έχουν μεγαλύτερο βάρος από τις ίδιες τις αποκαλύψεις.

Η σκηνοθεσία χτίζει μια κλειστοφοβική και βαριά ατμόσφαιρα, η οποία λειτουργεί σε ειρωνική αντίθεση με το ηλιόλουστο, ειδυλλιακό τοπίο. Το ιδιωτικό νησί μετατρέπεται σταδιακά σε μια χρυσή φυλακή, έναν χώρο απομόνωσης όπου η πολυτέλεια κρύβει τη φθορά, την ενοχή και την ηθική παρακμή μιας τάξης που ζει αποκομμένη από την πραγματικότητα.

 

 

Η κάμερα παρακολουθεί με υπομονή τους ήρωες, ενώ η παρουσία του Γουίλεμ Νταφόε δίνει στην ταινία το απαραίτητο βάρος και τη σκοτεινή της ενέργεια. Η φωτογραφία αξιοποιεί το παιχνίδι ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως και τις βαθιές σκιές, αποτυπώνοντας τα κρυμμένα ψέματα των χαρακτήρων.

Παρότι η ταινία διαθέτει ατμόσφαιρα, αισθητική και αξιόλογες ερμηνείες, τελικά δεν κατορθώνει να ξεφύγει από τα όριά της. Η φιλοδοξία της είναι μεγαλύτερη από το τελικό της αποτέλεσμα και έτσι παραμένει ένα καλοφτιαγμένο, συμπαθητικό δράμα, χωρίς όμως να φτάνει την τραγική ένταση και την υπέρβαση που υπόσχεται. Η ταινία αδυνατεί να ξεπεράσει μια ρηχή αποτύπωση των γεγονότων. Οι χαρακτήρες στερούνται ψυχολογικού βάθους. Το σενάριο αποφεύγει να αγγίξει τις αληθινές εσωτερικές συγκρούσεις. Τα σκοτεινά και μοιραία κίνητρα των ηρώων παρουσιάζονται χωρίς πειστικότητα. Έτσι, το έργο χάνει την ευκαιρία να αναδείξει μια ουσιαστική ανθρώπινη τραγωδία.

Το φιλμ θέλει να λειτουργήσει, χωρίς να το επιτυγχάνει, ως μια βαθιά κοινωνική και ψυχολογική μελέτη γύρω από τη μοναξιά του πλούτου, την εξουσία και τα όρια της πατρικής ιδιοκτησίας. Το ειδυλλιακό μεσογειακό τοπίο, κινηματογραφημένο με ατμοσφαιρικό τρόπο στην Κέρκυρα και την Αττική, μετατρέπεται σταδιακά από επίγειος παράδεισος σε μια χρυσή, πνιγηρή φυλακή για τους ήρωες. Για «Το Πάρτυ Γενεθλίων» αλήθεια δεν αποτελεί λυτρωτική αποκάλυψη, αλλά ένα βίαιο υπαρξιακό όπλο που απογυμνώνει τις ψευδαισθήσεις του πλούτου, γκρεμίζοντας την κατασκευασμένη παντοδυναμία του πατριάρχη μεγιστάνα.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Καστανάνθρωπος» (του Søren Sveistrup)- Netflix [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Παιχνίδι σκιών και φόβου

 

 

Το ορατό καθησυχάζει, το αόρατο κυβερνά, ό,τι δεν βλέπουμε, καθορίζει τις επιλογές μας, σαν μια αθέατη δύναμη που κινεί τα νήματα της πραγματικότητας.

Η δεύτερη σεζόν του «Καστανάνθρωπου» (The Chestnut Man: Hide and Seek), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Σόρεν Σβέιστρουπ, επιστρέφει στον γνώριμο, πνιγηρό κόσμο της Κοπεγχάγης, εκεί όπου το φαινομενικά ήσυχο αστικό τοπίο κρύβει μια βαθιά, σχεδόν αρχετυπική σκοτεινιά. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η αφήγηση θέτει έναν τόνο ανησυχίας που δεν εγκαταλείπει ποτέ τον θεατή.

Η ιστορία ξεκινά με μια εξαφάνιση, μια 41χρονη γυναίκα χάνεται χωρίς ίχνος. Ωστόσο, αυτό που αρχικά μοιάζει με μια ακόμη υπόθεση αγνοούμενου προσώπου μετατρέπεται γρήγορα σε κάτι πολύ πιο διαταραγμένο. Καθώς οι αρχές ερευνούν την ψηφιακή της ζωή, αποκαλύπτεται πως η γυναίκα δεν ήταν απλώς στόχος, αλλά συμμετέχουσα, χωρίς τη θέλησή της, σε ένα αρρωστημένο παιχνίδι παρακολούθησης. Ο δράστης δεν την προσέγγισε άμεσα, αντίθετα, την «έχτισε» ως θύμα μέσα από μήνες παρατήρησης, καταγράφοντας κάθε της κίνηση και στέλνοντάς της υλικό που λειτουργεί περισσότερο ως ψυχολογική διάβρωση παρά ως απειλή.

Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο είναι το παιδικό τραγούδι που συνοδεύει τα μηνύματα μια λεπτομέρεια που μετατρέπει την αθωότητα σε εργαλείο τρόμου. Εδώ η σειρά δείχνει ξεκάθαρα τις προθέσεις της, δεν ενδιαφέρεται μόνο για το «ποιος το έκανε», αλλά για το «πώς» και κυρίως το «γιατί» η βία αποκτά τέτοια τελετουργική μορφή.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ημέρα Αποκάλυψης» (σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ) [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

Η αλήθεια του σύμπαντος

Η γνώση φωτίζει τον κόσμο, αλλά κάθε αποκάλυψη διευρύνει το σκοτάδι που την περιβάλλει, υπενθυμίζοντας ότι το άγνωστο παραμένει αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης.

Στην «Ημέρα Αποκάλυψης» (Disclosure Day), ο Στίβεν Σπίλμπεργκ επιστρέφει σε ένα από τα πλέον αγαπημένα και διαχρονικά μοτίβα της φιλμογραφίας του, τη συνάντηση του ανθρώπου με το άγνωστο. Όμως εδώ δεν τον ενδιαφέρει τόσο το θαύμα της επαφής όσο το σοκ της αλήθειας. Η ταινία δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία εξωγήινης παρουσίας, προσπαθεί να εξερευνήσει τη στιγμή κατά την οποία ένα ολόκληρο είδος καλείται να επανεξετάσει όσα θεωρούσε αδιαμφισβήτητα για τον εαυτό του και τη θέση του στο σύμπαν.

Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η Μάργκαρετ Φερτσάιλντ (Έμιλι Μπλαντ), μια μετεωρολόγος της αμερικανικής ενδοχώρας, μια γυναίκα συνηθισμένη να ερμηνεύει τα σημάδια του ουρανού με επιστημονική ακρίβεια και ψυχραιμία. Η ζωή της ανατρέπεται όταν, κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης, γίνεται φορέας ενός ανεξήγητου φαινομένου που μοιάζει να υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη λογική. Η σκηνή αυτή λειτουργεί ως η πρώτη ρωγμή στην κανονικότητα, η στιγμή όπου η πραγματικότητα αρχίζει να αποκαλύπτει ένα δεύτερο, κρυμμένο πρόσωπο.

Η συνάντησή της με τον Ντάνιελ Κέλνερ (Τζος Ο’Κόνορ), έναν νεαρό ειδικό στην κυβερνοασφάλεια που βρίσκεται στα ίχνη μιας γιγαντιαίας κρατικής συγκάλυψης, μετατρέπει την προσωπική της περιπέτεια σε μια παγκόσμια αναζήτηση της αλήθειας. Οι δύο ήρωες δεν συγκροτούν απλώς ένα κινηματογραφικό δίδυμο δράσης. Αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης του κόσμου, από τη μία την επιστημονική παρατήρηση και από την άλλη την ψηφιακή έρευνα, που επιχειρεί να διαπεράσει τα πέπλα της εξουσίας και της παραπληροφόρησης.

Διαβάστε περισσότερα
Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«O Ξένος» (σκηνοθεσία: Φρανσουά Οζόν»), 2026 [γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος]

 

Η ειλικρίνεια στο εδώλιο

Πολλές φορές η ανθρώπινη ύπαρξη, μετέωρη ανάμεσα στη φθορά και την αναζήτηση νοήματος, έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια της ελευθερίας, της μοναξιάς και των κοινωνικών συμβάσεων.

Ο Φρανσουά Οζόν αναλαμβάνει το ρίσκο να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τον «Ξένο», το εμβληματικό κείμενο του γαλλικού υπαρξισμού [L’Étranger]. Η ταινία, δομημένη σε δύο σαφώς διακριτά μέρη, ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια τη γεωμετρία του βιβλίου, μετατρέποντας το Αλγέρι του 1938 σε ένα σκηνικό όπου δοκιμάζονται τα όρια της ανθρώπινης ειλικρίνειας και των κοινωνικών συμβάσεων.

Το πρώτο μέρος εστιάζει στην καθημερινότητα του Μερσό (Μπενζαμέν Βουαζέν) Η αφήγηση εκκινεί με τη διαβόητη φράση «Σήμερα πέθανε η μητέρα μου ή μήπως χτες ή προχθές;». Ο Οζόν επιλέγει να αποτυπώσει την κηδεία χωρίς κανένα μελοδραματικό εύρημα, υπογραμμίζοντας την απόλυτη απάθεια του ήρωα. Αυτή η συναισθηματική αποστασιοποίηση συνεχίζεται και στην πόλη, η ερωτική σχέση με τη Μαρί (Ρεμπέκα Μαρντέ) και η φιλία με τον περιθωριακό Ρεϊμόν (Πιέρ Λοτέν) βιώνονται ως απλά περιστατικά, χωρίς ηθική ιεράρχηση. Η κορύφωση έρχεται στην παραλία, όπου ο ήλιος μετατρέπεται σε κινηματογραφικό χαρακτήρα. Ο Οζόν χρησιμοποιεί το εκτυφλωτικό φως για να οπτικοποιήσει το «Παράλογο».

Το δεύτερο μέρος μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το έγκλημα στην κοινωνική υποκρισία. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο δικαστικός μηχανισμός και η αποικιοκρατική αστική τάξη δεν δικάζουν την πράξη του φόνου, αλλά την άρνηση του Μερσό να συμμορφωθεί με τα κοινωνικά τελετουργικά. Το γεγονός ότι δεν έκλαψε στην κηδεία της μητέρας του μετατρέπεται στο απόλυτο τεκμήριο της ενοχής του. Ο Οζόν αναδεικνύει τον Μερσό ως έναν «μάρτυρα της αλήθειας», έναν άνθρωπο που αρνείται να πει το παραμικρό ψέμα για να σώσει το τομάρι του. Η τελική του σύγκρουση με τον ιερέα (Ντενίς Λαβάν) σφραγίζει το φιλοσοφικό μανιφέστο της ταινίας. Αντιμέτωπος με τη λαιμητόμο, ο ήρωας αποδέχεται την «τρυφερή αδιαφορία του κόσμου», βρίσκοντας μια παράδοξη λύτρωση στην απόλυτη μοναξιά του.

Διαβάστε περισσότερα