Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη: «Είμαστε ένα μάτσο κύτταρα, που παραδέρνουνε, ματώνουνε, ελπίζουνε και πεθαίνουνε» [Συνέντευξη στη Γεωργία Χάρδα]
5Φεβ
Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Το 1965 μετοίκησε στην Αθήνα. Το 1966 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το διήγημα Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο στο περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, με πρόλογο του Άγγελου Τερζάκη. Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Ο δραπέτης στο δέντρο. Από τότε μέχρι σήμερα έχει εκδώσει άλλα είκοσι βιβλία, τα περισσότερα από αυτά μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Επίσης έχει ασχοληθεί και η ίδια με μεταφράσεις βιβλίων. Το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιπεκτσί (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) για το μυθιστόρημά της Σαν το μετάξι (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996). Βιβλία της βρίσκονται σε πολλές εθνικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Μιλάει στο Ποιείν για τη νέα της συλλογή με τίτλο «Ο χρόνος, ο αόρατος, ο ορατός» που περιλαμβάνει εβδομήντα ποιήματα κι ένα υστερόγραφο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Αναφέρεται στον ποιητή που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ποίησή της ,στον ανεκτίμητο χρόνο και στη σιωπή μέσα μας…
-Μιλήστε μας για τη νέα σας ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο χρόνος , ο αόρατος, ο ορατός»
-Το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1972 από τον εκδοτικό οίκο Ερμής, ήταν η ποιητική συλλογή «Ο Δραπέτης στο Δέντρο». Μετά από αυτό η πλάστιγγα έγειρε με 19 βιβλία υπέρ της πεζογραφίας χωρίς ωστόσο να κόψω τους δεσμούς μου με την ποίηση. Έτσι, το 2000 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη η δεύτερη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Στις κρύπτες του χρόνου». Είκοσι τρία χρόνια αργότερα προέκυψε η τρίτη και προφανώς η τελευταία μου συλλογή «Ο χρόνος ο αόρατος, ο ορατός», από τις εκδόσεις Κέδρος. Το αξιοπερίεργο της συλλογής αυτής είναι ότι τα 8 από τα 71 ποιήματα γράφτηκαν μέσα σε οκτώ χρόνια, ενώ τα υπόλοιπα 63 σε διάστημα μόλις δύο ετών, από τα μέσα του 2021 έως τα μέσα του 2023. Επρόκειτο για ένα ποιητικό τσουνάμι, που είχε κατακυριεύσει τις μέρες και τις νύχτες μου. Περιγράφω μάλιστα το φαινόμενο αυτό στο ποίημα της σελίδας 46 με τίτλο «Ποιήματα»! Κανένας ποιητής, κανένας γνήσιος δημιουργός δεν μπορεί να πει εκ προοιμίου τι , πώς και πότε θα γράψει ούτε ποιος απ’ όλους τους εαυτούς του θα μιλήσει. Εκ των υστέρων μπορώ να πω ότι το ποιητικό τσουνάμι ήρθε και με κατέκλυσε, γιατί έτσι έπρεπε να γίνει ώστε να διαχειριστώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον χρόνο μου που τελειώνει. Και χάρηκα όταν άκουσα φιλικό μου πρόσωπο να μου λέει ότι μπήκε στο νοσοκομείο με τα ποιήματά μου ανά χείρας και πρώτη φορά ένιωθε τόση ηρεμία περιμένοντας το χειρουργείο.









