Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Γιώργος Μυλωνάς, Ποιήματα

Ανατρεπτικές αναμνήσεις

Όλα μάταια
άμα σπάσει η συνοχή
ρουτίνα μες στο χάος
αν ηττηθώ ολοκληρωτικά.
Κάποιες φωτιές μονάχα
καίνε αναμνήσεις
έρχονται στον ίλιγγο
των ονείρων
και με ενθαρρύνουν
να ξεφύγω από την φυλακή,
σκόρπιες μορφές που δεν ησυχάζουν
αν δεν με δουν επαναστατημένο.
Θυμάμαι καλά το παρελθόν
δύναμαι να το συγκροτώ εντός μου
σε κάθε σκέψη, σε κάθε άγγιγμα,
σε κάθε ματιά
ακόμη κι όταν ζωγραφίζω
τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος.
Ζωηρή πάλη με τα θραύσματα της μνήμης
που δεν ενδίδουν στο κάλεσμα της λήθης.
Πότε πότε ενθυμούμαι
κι εσένα αγαπημένη
τρυφερή και συνάμα μαχαίρι
πληγωμένος από τα χέρια σου
και συγχρόνως εξιλεωμένος.
Παράξενες ωστόσο είναι
αυτές οι αναμνήσεις,
διόλου συνηθισμένες
ζεματάνε σαν πύρινες φλόγες
που μόλις τις φτάνω
μετουσιώνονται σε ελεύθερες εικόνες. 

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αγγελική Κουντουράκη, Δύο ποιήματα

Με το θάνατο σου

Με το θάνατο σου έμαθα
ότι οι άνθρωποι δεν είναι συνεπείς στα ραντεβού τους
Φτάνουν πάντα μισή ώρα αργότερα
Φτάνουν όταν έχει παίξει το πρώτο κομμάτι
Ενώ ήδη έχει ειπωθεί η πρώτη ατάκα

Έμαθα πως τα βράδια θέλουν τη συνήθεια του κλουβιού
μισώντας την ελευθερία του ανοιχτού παράθυρου
Για να αντέξεις ξαπλώνεις μόνος
ξεχνώντας το πρώτο ήλιο το ξημέρωμα
τα πλεγμένα τα άκρα σε χορό πολεμικό

Πως το σώμα συνηθίζει στα περισσεύματα της μέρας
ξεπουλώντας τις βαθιές ώρες της ελευθερίας που του έταξαν
Για να μην λυπάται τις αναγούλες της πείνας
μόνο να εκλιπαρεί την ελεημοσύνη του δυνάστη
στη πράξη αφαίρεσης των μελών του

Έμαθα πως η φυγή ορίζει το χρόνο στο άπειρο
ενώ η λεπίδα της αλήθειας αγγίζει τη καρωτίδα
Για να σταθεί ο κόσμος ανάποδα
ανώφελα να ψυχορραγεί
χωρίς περιθώρια προδοσίας

Πως η πραγματικότητα είναι χειρότερη από τους εφιάλτες
Για να παραμένει ζωντανή
ορίζεται μέδουσα με όρεξη για εκδίκηση

Χωρίς προσδοκίες, η απόγνωση ξεγελιέται

Με το θάνατο σου έμαθα
πως τα διλήμματα σκοτώνουν
και φτάνουν πάντα στην ώρα τους

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αλεξία Βίκτωρος, Πέντε ποιήματα

Bir fahişenin rüyası

Εκείνος κι οι φίλοι του ήταν,
που έτρωγαν το πρωινό του
Σόλωνα.

Η Λαΐδα κι οι φίλες της,
φλαμίνγκο στη Θερμόσφαιρα,
φορούσαν μόνο
ποδιά αγιοκεριού
και εσώρουχα ανανεωμένης μάρκας
“Henri Le Rennet”.

 

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Ανδρέας Κεχαγιάς, «Κλειστά Παράθυρα»

 

 

Αυτή η σιωπή η εκκωφαντική, που χαϊδεύει τώρα τα μύχια μου,

όλο και με στριμώχνει σε παλιά μπαούλα με ευτελή κειμήλια.

Ο κόσμος κάποτε σκότωνε για αυτά,

μα τώρα έχουμε νέο βασίλειο αβασίλευτο,

που για τους ιππότες του οι λίρες δεν έχουν πλέον χρώμα.

 

Κλειδωμένος στην κορυφή ενός γνώριμου τυχαίου πύργου,

είμαι πολύ απορροφημένος για τις κάλπηδες και τα χρυσά,

είμαι πολύ αφοσιωμένος σε μουσικές που δεν θα χορέψω,

είμαι πολύ απασχολημένος να αγνοώ φανταχτερούς είλωτες,

που μου πλέκανε κοσμοπολίτικα φουστάνια,

και πρίγκιπες αλλοδαπούς, που τόλμησα να θελήσω.

Παρέα με το μισοτελειωμένο κρασί από το περασμένο γλέντι,

παρακολουθώ από το ένα παράθυρο το δεσποτικό ηλιοβασίλεμα

και από το άλλο το φεγγάρι που σέρνει αργά για άλλα παλάτια.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Γιώργος Δόντσος, «Το Ηδύ και το Πρέπον»

 

 

Θαρρώ πια έφτασε ο καιρός, φίλε μου, να μάθεις

Γιατί εβάδισα κάτω απ’ την σιδεριά την φαγωμένη απ’ τον κισσό,

Γιατί ετράβηξα νερό απ’ το πηγάδι το για χρόνια ξερικό,

Γιατί είδα το ηλιοβασίλεμα μέσα απ’ τη σκουριά των καιρών

Κι ἒστηκα ἀχνύμενος,θαλερόν κατά δάκρυ χέων.

Περιδιάβηκα την μικρή μου ζωή, αγγίζοντας τα νοτισμένα χαλίκια

Στις άκρες του δρόμου· στο τέλος οδηγήθηκα, όχι μόνος,

Σε ένα μοναστήρι καμωμένο απ’ οιμωγές και βογγητά.

Χαμένοι στο μεγάλο σούρουπο της ιστορίας

Πλανηθήκαμε, με κεφάλια αγαλμάτων στα χέρια

Και τους στίχους ξεχασμένους στ’ ανύπαρκτα χείλη μας,

Νικημένοι απ’ το παρόν, σε αέναη αγωνία.

Τα πόδια μας μάτωσαν, οι ώμοι σφάδαζαν

Κι εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας μεσ’ τη νυχτιά,

Μεσ’ τον αχό της υπόσχεσης για ένα μακρινό ξαπόστεμα.

«Αλλά πεντακόσα μέτρα ανηφόρα μάγκες, φτάνουμε»,

Είπε ο υπολοχαγός, με μια αρχαία ειρωνεία να κυματίζει

Στον ήχο της φωνής του, που χανόταν όλο και περισσότερο

Σ’ αυτήν την καταραμένη πια νυχτιά.

Το χέρι που έτρεμε απ’ το βάρος του όπλου

Μέτραγε την παλικαριά που χε απομείνει

Σε σώματα που γρήγορα και σταθερά λησμόνησαν

Τον σκοπό τους αυτές τις αποφράδες ώρες.

Μόνο βαδίζαμε, βαδίζαμε, βαδίζαμε, για που δεν γνωρίζαμε

Για πόσο δεν ξέραμε, μόνο βαδίζαμε προς το έρεβος της πιο μαύρης νυχτιάς.

Διαβάστε περισσότερα