Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

T.S. Eliot, «Η Έρημη γη» [Προλεγόμενα -μετάϕραση -Σχόλια: Συμεὼν Γρ. Σταμπουλού»], εκδ. Gutenberg, 2019

ΙΙ
ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

`
The Chair she sat in, like a burnished throne,
Glowed on the marble, where the glass
Held up by standards wrought with fruited vines
From which a golden Cupidon peeped out
(Another hid his eyes behind his wing)
Doubled the flames of sevenbranched candelabra
Reflecting light upon the table as
The glitter of her jewels rose to meet it,
From satin cases poured in rich profusion.
In vials of ivory and coloured glass
Unstoppered, lurked her strange synthetic perfumes,
Unguent, powdered, or liquid – troubled, confused
And drowned the sense in odours; stirred by
the air
That freshened from the window, these ascended

Μαρμαρυγὴ βασιλικὴ τὸ Κάθισμά της, θρόνος,
Παιγνίδιζε στὸ μάρμαρο, ποὺ τὸ γυαλὶ
Στοὺς πήχεις κρεμασμένο μὲ γλυπτὰ τσαμπιά
᾽Εκεῖ ποὺ ἀνάσταινε τὸ σῶμα ῎Ερωτας χρυσός
(Κι ὁ ἄλλος ποὺ ἔκρυβε μὲς στὸ ϕτερὸ τὸ ϕῶς
του)
Τοῦ λύχνου τοῦ ἑϕτάκλωνου ζευγάρωνε τὴ ϕλόγα
᾽Αντιϕεγγίζοντας ἰριδισμοὺς ἐπάνω στὸ τραπέζι, καθὼς
῾Η λάμψη της χρυσὴ χυνόταν νὰ τοὺς βρεῖ
Μέσ ᾽ ἀπὸ θῆκες τοῦ σατὲν ράθυμες ὣς τὰ χείλη·
Μικρὲς ϕιάλες ϕίλντισι καὶ κρύσταλλο χρωμάτων
῾Ολανοιχτὲς ἐκεῖ, καραδοκοῦνε τὰ κρυϕά, συνθετικὰ μυρωδικά της,
῾Η πούδρα, τὸ ὑγρό, ἡ ἀλοιϕή – τρικύμιζαν, τρελαῖναν
Καὶ σβήνανε τὴν αἴσθηση στὴν εὐωδιά· παρμένες ἀπ ᾽ τὸν ἄνεμο
Ποὺ ἔστελνε ἀπ ᾽ τὸ παράθυρο δροσιά, ἀνέβαιναν κι αὐτὲς

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Galina Rymbu, Το βιβλίο της παρακμής» («Книга упадка»), 2018, [e- book] (μετάφραση από τα ρωσικά: Ξένια Καλαϊτζίδου)

 

ΙΙ

 

*

και ξετύλιξαν τη φωτιά και άρχισαν να τραγουδούν για τον ευρύ χρόνο, συνευρισκόμενοι με ό,τι υπήρχε γύρω,

μαζεύοντας τα δάκρυά τους σε ειδικά κουτιά, ανεβάζοντας τη συνείδησή τους ως τους σταθμούς της φωτιάς,

καθώς από τα έγκατα της γης αναδυόταν το βουητό των ονομάτων, κι έτσι διάλεγαν ονόματα και κατάφερναν να βγουν έξω

γίνονταν ομόθυμοι, ενώ η αποικία προχωρούσε δίχως τέλος για να καταστρέψει τα όπλα˙

με νόηση μη εργαλειακή τα ζώα τούς πρόσφεραν την κοινή τους σκιά˙ όλα ήταν πια ασαφή

 

*

όταν στάθηκα μπροστά στο πρώην σπίτι μου, δεν ήταν οι θύρες του που άνοιξαν αλλά το σώμα μου,

για να βγάλει έξω τον κόσμο˙ τα παλιά παράθυρα εδώ, πασαλειμμένα με λίπος, ενώ η μάνα και ο πατέρας

ορθώνονται μέσα στη λευκή φωτιά αγκαλιάζοντας τα αντικείμενα, και το παιδί,

έγινε ένα με τον τοίχο, προσεύχεται για άλλους καιρούς, για το φαγητό, ονομάζει το ψωμί με ένα μυστικό όνομα˙

είμαι εδώ, σε κρατάω από την άλλη πλευρά, εκεί όπου ψιθυρίζουν για ό,τι επέζησε στα έγκατα

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Αντωνία Γαϊτάνη, «Σχέση Μαθηματικών και Μουσικής μέσω Αρχαίων Ελληνικών κειμένων», εκδ. Πανεπιστήμιο Αθηνών / Πανεπιστήμιο Κύπρου, 2010

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η σημασία της μουσικής για την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων είναι αναμφισβήτητη. Οι πληροφορίες που αντλούμε από τους μουσικογράφους αλλά και από μια πληθώρα άλλων πηγών της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (κείμενα φιλοσοφικά, ιστορικά, ποιητικά και άλλα) είναι υπεραρκετές για να πειστούμε ότι δεν υπήρχε καμία εκδήλωση της ζωής των αρχαίων Ελλήνων που να μην συνοδευόταν από μουσική. Όλες οι θρησκευτικές τελετές – θυσίες, σπονδές, πομπές – είχαν τα τραγούδια τους. Στις μεγάλες γιορτές γίνονταν παραστάσεις δράματος, όπου συμμετείχαν πολλοί μουσικοί. Ακόμη και στους αθλητικούς αγώνες συχνά υπήρχαν παράλληλοι μουσικοί διαγωνισμοί. Αλλά και οι στιγμές της ιδιωτικής ζωής των πολιτών δεν ήταν χωρίς μουσική. Υπήρχαν ειδικά τραγούδια για τα πολύ σημαντικά γεγονότα της ζωής, όπως είναι ο γάμος ή ο θάνατος, αλλά και για καθημερινές ασχολίες, όπως οι αγροτικές εργασίες, ή για εξαιρετικέςνπεριπτώσεις, όπως τα συμπόσια. Η μουσική ήταν πανταχού παρούσα.
Αν και μέσα από μια πληθώρα θεωρητικών κειμένων μπορούμε να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για το είδος και τη δομή της αρχαίας ελληνικής μουσικής, μας λείπει το πιο ουσιαστικό, η ίδια η μουσική, αφού έχει χαθεί ο ήχος,
στοιχείο απολύτως απαραίτητο για την ύπαρξή της. Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινίσουμε σε τι είδους μουσική αναφερόμαστε, μια και η αντίληψη που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες για τη μουσική δεν ταυτίζεται με αυτή που έχουμε εμείς σήμερα. Όταν μιλάμε για μουσική στη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση, σκεφτόμαστε κατά πρώτο λόγο την οργανική μουσική που συνοδεύει κάποιο τραγούδι. Τέτοιου είδους μουσική, τουλάχιστον μέχρι και την εποχή του Πλάτωνα, ήταν αδιανόητη. Γι’ αυτούς, ο όρος «μουσική» είχε πολύ ευρύτερο περιεχόμενο και αναφερόταν σε ένα είδος τέχνης που ήταν συνδυασμός λόγου, μελωδίας και κίνησης. Η αλληλεπίδραση της μουσικής και της ποίησης ήταν τόσο μεγάλη και τόσο ζωντανή για τους Έλληνες, ώστε η εσωτερική συνένωση της
τέχνης του ήχου και της ποίησης αποτελεί την ουσιαστική έννοια της μουσικής. «Μουσική», επομένως, ήταν μια πρωταρχική και αδιάλυτη ενότητα μουσικής και λόγου στο στίχο, φαινόμενο που σήμερα δεν υπάρχει πια. Από την άλλη μεριά, όταν σήμερα μιλάμε για μουσική, έχουμε κατά νου τρία δομικά στοιχεία: τη μελωδία, το
ρυθμό και την αρμονία. Ωστόσο, στην αρχαία ελληνική μουσική συμπεριλαμβάνονταν ο ρυθμός και η μελωδία, αλλά όχι η αρμονία με τη νεότερη σημασία του όρου.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Wolfgang Borchert (1921 – 1947) «Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί» (μτφρ.Ρόδη Ασήμη)

Το κούφιο παράθυρο στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.

Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ’ ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στέκονταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.

Τόλμησε να ρίξει μια γρήγορη ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.

— Κοιμάσ’ εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ’ τα πόδια του άντρα και είπε: «Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα».

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. — Α, γι’ αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;

— Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.

— Και τι φυλάς;

— Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.

— Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί πάνω στο παντελόνι του.

— Όχι, λεφτά πάντως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.

— Ε, τι λοιπόν;

— Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τέλος πάντων.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Luigi Pirandello, «Το Πιθάρι» (μτφρ. Ντίνα Σιδέρη – Κώστας Ασημακόπουλος)

Γεμάτες οι ελιές και τούτη τη χρονιά. Γερά δέντρα, προκομμένα, φορτωμένα πέρσι, ξανακάρπισαν φέτος όλες, παρά το χιόνι που τις βρήκε στον ανθό.

Ο Τζίραφα έκανε ένα γύρο στα κτήματά του από το Κότε ως το Πριμοσόλε, και προβλέποντας πως δε θα έφταναν τα πέντε παλιά κιούπια που είχε στην αποδοχή για το λάδι, της καινούριας σοδιάς, παράγγειλε στην ώρα του ένα άλλο πιο μεγάλο ακόμα στο Σάντο Στέφανο της Καμάστρα, εκεί που τα έφτιαχναν. Ψηλό κοντά ένα μπόι, χώρια το κεφάλι, γερό, φαρδύ, το καλύτερο απ’ όλα.

Είχε στήσει γερό καβγά με τον καμινά γι’ αυτό το πιθάρι. Μα και με ποιον δεν τα ’βαζε ο ντον Λολό Τζίραφα; Για το καθετί, το παραμικρό, για ένα πετραδάκι που έπεφτε από το φράχτη, για ένα άχυρο, φώναζε να του σελώσουν τη φοράδα να τρέξει στην πόλη να κάνει μήνυση. Έτσι με τα παράβολα, τα δικαστικά έξοδα και τις αμοιβές των δικηγόρων, κόντευε να καταστραφεί.

Λέγανε πως ο νομικός του σύμβουλος βαρέθηκε να τον βλέπει μπροστά του δυο τρεις φορές την εβδομάδα, και για να τον ξεφορτωθεί του χάρισε ένα βιβλιαράκι σαν σύνοψη. Ήταν ο κώδικας για να ψάχνει και να βρίσκει μόνος του, αν είχαν νομική βάση οι αγώνες που σκόπευε ν’ αρχίσει.

Παλιότερα, όλoι όσοι είχαν προστριβές μαζί του, του φώναζαν, για να τον πάρουν στο ψιλό:

— Σέλωσε τη φοράδα! Τώρα, όμως:

— Το βιβλίο! Το βιβλίο! Συμβουλέψου τον κώδικα!

Κι ο ντον Λολό απαντούσε:

— Σίγουρα! Και θα σας τυλίξω όλους σε μια κόλα χαρτί, βρωμόσκυλα!

Τούτο το καινούριο πιθάρι, πληρωμένο μετρητά τέσσερα τάλιρα κουδουνιστά, το στέγασαν προσωρινά σ’ ένα βαθύ κατώι, ώσπου να κάνουν χώρο στην αποθήκη. Ήταν στ’ αλήθεια κρίμα να βλέπεις ένα τόσο όμορφο πιθάρι μέσα σ’ εκείνη την τρώγλη που μύριζε μούστο κι εκείνη τη στυφή, διαπεραστική μυρωδιά των χώρων όπου δεν μπαίνει φως κι αέρας.

Εδώ και δυο μέρες είχε αρχίσει το ράβδισμα της ελιάς κι ο ντον Λολό ήταν στις φούριες του. Έτρεχε σαν τρελός ανάμεσα στους ραβδιστάδες και στους αγωγιάτες που κουβάλαγαν με τα μουλάρια κοπριά και την άδειαζαν σωρούς στην πλαγιά για το λίπασμα της καινούριας εποχής. Δεν ήξερε με ποιον να τα πρωτοβάλει. Βλαστήμαγε σαν Τούρκος κι απειλούσε με κεραυνούς κι ετούτους και τους άλλους αν έλειπε μια ελιά —μάλιστα, μία ελιά— λες και τις είχε μετρήσει όλες, μία μία, πάνω στα δέντρα. Με την άσπρη καπελαδούρα του, το πουκάμισο ξεκούμπωτο, τα μανίκια ανασκουμπωμένα, κάθιδρος, έτρεχε από δω κι από κει, αγριεμένος, ξύνοντας με λύσσα τα ξυρισμένα μάγουλά του, όπου το γένι ξαναφύτρωνε προτού προλάβει να φύγει καλά καλά το ξυράφι από πάνω τους.

Διαβάστε περισσότερα