1. ΝΥΑΡΛΑΘΟΤΕΠ
Ἀπ’ τῆς Αἰγύπτου τ’ ἄδυτα, στὰ ἔσχατα φερμένος,
ὁ μαῦρος ἦρθ’ ἐξάγγελος, πού ’παν θεὸ οἱ φελλάχοι,
πρίγκηψ ἰσχνὸς καὶ σιωπηλὸς καὶ μυστικὰ ἐπαρμένος,
μὲ ἱμάτιο ὡς δείλι πορφυρό, στὸν κόσμο μπρὸς ἐστάθη.
Πλῆθος συνέῤῥεε μανιακό, τὸν λόγο του διψοῦσε,
μὰ ὡς φεῦγαν, τὰ ποὺ κήρυττε κάτι ἔκλεβ’ ἀπ’ τὴν μνήμη,
ἐνῷ τὰ ἔθνη ἐπάγωσε φριχτὴ κι’ ἀβέβαιη φήμη,
πὼς ἄγρια κτήνη τοῦ ἔγλειφαν τὰ χέρια ὡς προχωροῦσε.
Μετὰ ξέρασε ἡ θάλασσα στερηὲς καταραμένες,
τρούλλους χρυσοῦς φυκόπλεχτους ἀνέδυσαν οἱ αἰῶνες,
ῥαγίστ’ ἡ γῆ κι’ ἐσάρωσαν σελάων τρελοὶ τυφῶνες
τὶς ἀκροπόλεις τῶν θνητῶν ποὺ ἐτρέμαν κλονισμένες.
Τότε, ἄτσαλο σφυρί, χτυπᾷ στῆς μέθεξης τ’ ἀμόνι
τ’ ἄλογον χάος· κι’ ἐτίναξε στ’ ἄστρα τῆς γῆς τὴν σκόνη.
2. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κτήριο στὴν σκόνη, ἀσβολερό, ὁ μίτος κεῖ ὡδηγοῦσε,
στῶν λαβυρίνθων τὰ στενά, γύρω ἀπ’ τὶς ἀποβάθρες·
πλασμάτων θαλασσόφερτων ὀσμές, χύνονταν, λάθρες,
κι’ ἀχλὺ σγουρὴ κι’ ἀπόκοσμην ὁ ζέφυρος φυσοῦσε.
Στὴν ῥομβωτὴ βιτρῖνα του καπνιὰ καὶ πάχνη… ἐντὸς
βιβλίων σωροὶ ἀχνοφαίνονταν, δεντροκορμοὶ στριμμένοι
ψηλοὶ ὣς τὴν στέγη, ἐσάπιζαν· καὶ μέσα στοιβαγμένη
ἀρχαία σοφία σὲ θραύσματα, πάμφθηνος θησαυρός.
Μ’ ἔθελξε! Μπῆκα! Σήκωσα, μ’ ἀράχνες, τοῦ σωροῦ
τὸν πάνω τόμο κι’ ἔνιωθα, τὰ φύλλα ὅπως γυρνοῦσαν,
τρόμο, λέξεις ἀμφίσημες ποὺ ὑπαινιγμοὺς κρατοῦσαν
κάποιου, στοῦ μύστη τὴν ματιά, φρικώδους μυστικοῦ.
Γύρεψα νά βρω πωλητὴ μὲ πεῖρα, νὰ βοηθοῦσε,
κανεὶς… μονάχα μιᾶς φωνῆς ὁ ἀντίλαλος γελοῦσε!
Διαβάστε περισσότερα