Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Οscar Wilde, “Ο πράττων το αγαθό” (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Ἦτον ἡ ὥρα τῆς νυκτὸς καὶ ἦτο μόνος.

Καὶ ἐβίγλισεν εἰς τὰ πέρατα τὰ τείχη πόλεως κυκλικῆς καὶ ἐβάδισε πρὸς τὴν πόλι.

Καὶ μόλις ἐζύγωσεν ἀγροίκησεν ἐντὸς τῆς πόλεως τὸν βηματισμὸ τοῦ ἐν χαρᾷ ποδιοῦ, καὶ τὸν γέλωτα τοῦ ἐν ἀγαλλιάσει στόματος καὶ τὸν δυνατὸν ἀχὸ πολλῶν λαγούτων. Καὶ ἔκρουσε τὴν πύλη καὶ μετὰ βεβαιότητος ὅτι οἱ φρουροὶ ἤθελον ἀνοίξει εἰς Αὐτόν.

Καὶ ἀντίκρυσεν οἶκον ὁ ὁποῖος ἦτο μαρμάρινος καὶ εἶχεν ὡραίους στύλους μαρμάρινους εἰς τὴν πρόσοψί του. Οἱ στῦλοι ἦσαν στολισμένοι μὲ στεφάνους, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἔκαιγαν δαυλοὶ κέδρινοι. Καὶ εἰσέβη ἐντὸς τοῦ οἴκου.

Καὶ ὅταν διέσχισε τὴν αἴθουσαν ἀπὸ χαλκηδόνιο καὶ τὴν αἴθουσαν ἀπὸ ἴασπι, καὶ ἐπάτησε τὴν μεγάλην αἴθουσα τῶν συμποσίων, εἶδε νὰ κεῖται εἰς ἀνάκλινδρο θαλασσοπόρφυρο εἷς τοῦ ὁποίου οἱ πλόκαμοι ἦσαν στεφανωμένοι μὲ ῥόδα ἐρυθρᾶ καὶ τοῦ ὁποίου τὰ χείλη ἦσαν ἐρυθρᾶ ἕνεκα τοῦ οἴνου.

Καὶ ἦλθεν ὄπισθεν αὐτοῦ καὶ ἄγγιξε τὸν ὦμον αὐτοῦ καὶ τοῦ εἶπε, «Διατί ζῇς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο;»

Καὶ ὁ νέος ἀνὴρ ἐστράφη καὶ ἐγνώρισεν Αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἀπόκρισι καὶ εἶπε, «Ὅμως ἤμουν κάποτε λεπρός, καὶ μ’ ἐγιάτρεψες. Πῶς ἀλλιῶς νὰ ζῶ;»

Καὶ Ἐκεῖνος ἐξέβη ἐκ τοῦ οἴκου καὶ πάλιν ἦλθεν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

George Dillon (1906 –1968), «Προς τους καταδικασμένους» (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Πες ότι μόνο η ζωή μετράει. Πες πως το κόκκαλο αυτό
κι η σάρκα που το περιζώνει, δεν είναι παρά έν’ αφημένο
βιβλίο, ξεχασμένο και το νόημα γνωστό.
Θα το πιστέψω, αλλά στη ζωή έχω παρατηρημένο,
λευκό κι ακίνητο σαν φεγγάρι στον ουρανό ψηλά,
το παγωμένο σώμα κάθε όμορφου νεκρού –
παράξενα γαληνεμένη η αγέρωχη καρδιά
και το περήφανο πνεύμα να’χει πετάξει, δεν ξέρω που.
Πες ότι ΄ναι χώμα πάλι. Να κρυφτεί άφησέ
το σε σαπισμένα φύλλα. Υπολόγισε το σαν τη σκόνη,
που με τον όλεθρο δε μαλώνει ούτε το ‘κανε ποτέ
και θεώρησε με έναν ακόμα ζωντανό που το αξιώνει.
Ωστόσο, θα έγερνα απόψε στη ρίζα του ρόδου να κοιμηθώ,
τι έχοντας ποδοπατήσει ο Χρόνος, σαν θα δώ.

***********************************************************

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Carlos Gardel, Tρια tangos (μετάφραση- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

ΦΟΙΤΗΤΗΣ

Της γειτονιάς μου κοριτσάκι,
ραντεβού μέσα στους δρόμους
που δεν ξαναγυρνά ποτέ.
Μελαγχολία
να θυμάμαι.
Στον ρυπαρό τον δρόμο ήτανε άνθος,
όμορφο σαν λιακάδα πρωινή,
κι εγώ ένα φοιτητάκι
π’ όνειρα έκανε και αγαπούσε,
και δεν πέρναγε απ’ τον νου του
πως εκείνο το ρομάντζο
θα ‘φτανε κάποτε στο τέλος.

Τώρα που πέφτει στην καρδιά το βράδυ
του οράματος εκείνου επιστρέφει η ευωδιά.
Ονειρεύομαι τη λάμψη μίας φωτεινής ματιάς,
ψυχή που όταν λέω τ’ όνομά της κλαίω.

Μες στα παιδικά μου χρόνια
ήταν όνειρο, το πιο ωραίο
που κυνήγησε ο νους μου,
λες και ήτανε θεά
την αγάπαγα εγώ

(Μουσική: Carlos Gardel, Στίχοι: Alfredo Le Pera / Mario Battistella , 1932)

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Dylan Thomas, Τέσσερα ποιήματα (απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)

I
Όταν όλες οι αισθήσεις κι οι πέντε κοιτάξουν της χώρας μου,
Τα δάκτυλα τους πράσινους αντίχειρες ξεχνάνε και μαρκάρουν
Πως απ΄το φυτικό της ημισέληνου το μάτι μέσα
Στους δέκα φυτεμένους πύργους απ΄το μίσχο τους
Η αγάπη μεσ στην πάχνη ξεφλουδίζεται και φθίνει,
Τ΄αυτιά που ψιθυρίζουνε να φεύγει θε να δούνε την αγάπη
Με τον άνεμο κάτω μεσ στ΄όστρακο να κρύβεται στην
άχαρη ακτή,
Κτυπημένη σε γράμματα, η γλώσσα με μάτια να μιλάει
Πως πικρά οι γλυκές της πληγές θεραπεύονται,
Τα ρουθούνια μου βλέπουν την πνοή της σαν θάμνος να καίει.
Κι η καρδιά μου μονάχα, ευγενής στέκει μάρτυρας
Στης αγάπης τις χώρες, που θα βλέπει αγρυπνώντας
Κι ο τυφλός στις αισθήσεις ο ύπνος σαν πέσει που κατάσκοπα βλέπουν,
Η καρδιά είναι λάγνα, κι ας χαθούν πέντε μάτια
Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jesús Ferrero, «Τα δεκατρία ρόδα» (μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης), εκδ. Λαγουδέρα, 2006

Πρελούδιο με σαξόφωνο

Βρισκόταν μπροστά στο αγαπημένο του παράθυρο, από όπου μπορούσε να
βλέπει την μεγάλη ταινία του κόσμου.
Μπροστά του απλωνόταν ένα πανόραμα από πράσινα σταροχώραφα και
μισογκρεμισμένα σπίτια, κάτω από μια απαλή βροχή που πήγαινε ωραία με τον ήλιο.
Ήταν καιρός που δεν παρατηρούσε ατμοσφαιρικά φαινόμενα τόσο θαυμαστά και
αναρωτήθηκε αν δεν ήταν ειδικά εφέ. Σε λίγο είδε δυο φορτηγά γεμάτα με ανθρώπους
που περνούσαν πίσω από τους ευκαλύπτους και έμπαιναν σε γραμμή στο δημόσιο
δρόμο. Ακριβώς ίδια όπως κάθε μέρα. Αν αυτό ήταν ταινία, και για τον Δαμιάν δεν
μπορούσε να είναι κάτι άλλο, τι νόημα είχε να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα η ίδια
σκηνή; Έφτασε να πιστεύει πως τόση επιμονή θα έκανε πολύ πιο ακριβό το γύρισμα.
Ακόμα και στο Χόλλυγουντ δεν επαναλάμβαναν τόσο τις σκηνές, παρότι εκεί ήταν
πολύ επαγγελματίες.
Τρία πράγματα σκεφτόταν ο Δαμιάν όταν επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί
επέμεναν τόσο στο ίδιο πράγμα: ή ο σκηνοθέτης ήταν ένας ανίκανος, ή ήταν οι
ηθοποιοί, ή και τα δύο μαζί. Έτσι που η σκηνή ποτέ δεν έφτανε να γυριστεί καλά και
έπρεπε να την επαναλάβουν.
Αναμφίβολα ο κινηματογράφος δεν ήταν πια όπως στις ταινίες πριν από τον
πόλεμο, σκεφτόταν ο Δαμιάν. Τώρα ο κινηματογράφος προβαλλόταν πάνω σε μια
τεράστια οθόνη τόσο μεγάλη όσο η γη και ο ουρανός, και σχεδόν όλες οι ταινίες ήταν
παράλογες. Δεν έκαναν πια κινηματογράφο με λίγο μυαλό. Πόσο καιρό πέρασε
κοιτάζοντας αυτό το πανοραμικό πλάνο της Λας Βέντας; Δεν ήταν να τρελαίνεσαι;
-Δαμιάν! – φώναξε μια γυναίκα με άγριο παρουσιαστικό και γκρίζα ρόμπα.

Διαβάστε περισσότερα