Πρελούδιο με σαξόφωνο

Βρισκόταν μπροστά στο αγαπημένο του παράθυρο, από όπου μπορούσε να
βλέπει την μεγάλη ταινία του κόσμου.
Μπροστά του απλωνόταν ένα πανόραμα από πράσινα σταροχώραφα και
μισογκρεμισμένα σπίτια, κάτω από μια απαλή βροχή που πήγαινε ωραία με τον ήλιο.
Ήταν καιρός που δεν παρατηρούσε ατμοσφαιρικά φαινόμενα τόσο θαυμαστά και
αναρωτήθηκε αν δεν ήταν ειδικά εφέ. Σε λίγο είδε δυο φορτηγά γεμάτα με ανθρώπους
που περνούσαν πίσω από τους ευκαλύπτους και έμπαιναν σε γραμμή στο δημόσιο
δρόμο. Ακριβώς ίδια όπως κάθε μέρα. Αν αυτό ήταν ταινία, και για τον Δαμιάν δεν
μπορούσε να είναι κάτι άλλο, τι νόημα είχε να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα η ίδια
σκηνή; Έφτασε να πιστεύει πως τόση επιμονή θα έκανε πολύ πιο ακριβό το γύρισμα.
Ακόμα και στο Χόλλυγουντ δεν επαναλάμβαναν τόσο τις σκηνές, παρότι εκεί ήταν
πολύ επαγγελματίες.
Τρία πράγματα σκεφτόταν ο Δαμιάν όταν επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί
επέμεναν τόσο στο ίδιο πράγμα: ή ο σκηνοθέτης ήταν ένας ανίκανος, ή ήταν οι
ηθοποιοί, ή και τα δύο μαζί. Έτσι που η σκηνή ποτέ δεν έφτανε να γυριστεί καλά και
έπρεπε να την επαναλάβουν.
Αναμφίβολα ο κινηματογράφος δεν ήταν πια όπως στις ταινίες πριν από τον
πόλεμο, σκεφτόταν ο Δαμιάν. Τώρα ο κινηματογράφος προβαλλόταν πάνω σε μια
τεράστια οθόνη τόσο μεγάλη όσο η γη και ο ουρανός, και σχεδόν όλες οι ταινίες ήταν
παράλογες. Δεν έκαναν πια κινηματογράφο με λίγο μυαλό. Πόσο καιρό πέρασε
κοιτάζοντας αυτό το πανοραμικό πλάνο της Λας Βέντας; Δεν ήταν να τρελαίνεσαι;
-Δαμιάν! – φώναξε μια γυναίκα με άγριο παρουσιαστικό και γκρίζα ρόμπα.
Ο Δαμιάν γύρισε και κατάλαβε πως εκείνη θα πρόσθετε:
– Δεν σου έχω πει να μην πλησιάζεις αυτό το παράθυρο;
Με το να έχει γίνει αυτός ο τόπος ο παράδεισος, ο Δαμιάν σκεφτόταν πως το
αμφισβητούμενο παράθυρο, που είχε τριγωνική μορφή και που βρισκόταν
απομονωμένο από τα υπόλοιπα, θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το δέντρο του
καλού και του κακού. Απαγορευόταν να το πλησιάσεις, αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν
αρκετά ψηλά ώστε κανείς ασθενής, εκτός από αυτόν, δεν μπορούσε να κοιτάξει πάνω
από το περβάζι του.
Από εκεί μπορούσε να βλέπει επίσης ένα κομμάτι από την αυλή των
γυναικείων φυλακών, πάντα σε συνωστισμό από κρατούμενες. Το να παρατηρεί αυτό
το στροβιλισμό του έδινε ευχαρίστηση και ίλιγγο: ήταν το πιο παράξενο μέρος της
ταινίας και ταυτόχρονα το πιο γοητευτικό, και με δεδομένη την εντύπωση πως ο
σκηνοθέτης είχε βάλει μεγάλη επιμονή σ’ αυτή τη γωνία της σκηνής, σε αυτό που
αποτελούσε μια συνεχή και πολυπληθή γυναικεία παρουσία, κι όπου υπήρχαν
χαμένες μέσα στη μάζα, κάποιες ομορφιές που του φαίνονταν αξιομνημόνευτες, από
αυτές που ο σκηνοθέτης δεν είχε επωφεληθεί, και που έμοιαζαν με σπίθες που
γλιστρούσαν ανάμεσα σε δέντρα που βάδιζαν σαν αυτά που έβλεπε ο Μάκβεθ.
Η νοσοκόμα μόλις είχε πάει σε άλλον όροφο και ο Δαμιάν ξαναγύρισε στο
παράθυρό του. Συνέχισε να ακολουθεί με το βλέμμα τα βήματα μιας από τις
κρατούμενες όταν άρχισαν να φτάνουν ως αυτόν οι στίχοι ενός τραγουδιού που
τραγουδούσε ένα κοριτσάκι του περιπτέρου και που μιλούσε για την πράσινη ελιά κι
ένα μαυριτανό που είχε αιχμαλωτίσει χίλιους αιχμαλώτους. Οι αιχμάλωτοι του
τραγουδιού ήταν τρεις, αλλά, για λόγους διόλου παράξενους, το κοριτσάκι έλεγε
χίλιους.
Ο Δαμιάν μόλις είχε φύγει από το παράθυρο όταν το κοριτσάκι επανέλαβε:
-Στην πράσι- πράσινη, / στην πράσινη ελιά, / όπου αιχμαλωτίσαν / τους χίλιους
αιχμαλώτους./ Ο πανούργος Μαυριτάνος/ που τους έπιασε / άνοιξε ένα
μπουντρούμι, / άνοιξε ένα μπουντρούμι, / άνοιξε ένα μπουντρούμι, / άνοιξε ένα
μπουντρούμι…
-Και εκεί τους έχωσε!- βρυχήθηκε ο Δαμιάν.
Το κοριτσάκι σώπασε, αλλά για λίγο.
-Και τους έχωσε και τους χίλιους στο ίδιο μπουντρούμι; – αναρωτήθηκε.
Ο Δαμιάν ξανακοίταξε προς την αυλή.
-Ναι! – αναφώνησε γεμάτος πεποίθηση.
Τη νύχτα το ψυχιατρείο γεμίζει από υπόκωφους θορύβους που αναμιγνύονται
με αυτούς της φυλακής. Εξαφανίζεται ο χρόνος και σβήνει το διάστημα: όλα είναι
σκοτάδι αυτοπροσώπως. Τότε είναι που ο Δαμιάν νιώθει το πνεύμα της νύχτας, να
του χαϊδεύει τα μαλλιά και το δέρμα, να διασχίζει το κρανίο του και να φτάνει στο
μυαλό του.
Ο Δαμιάν πιστεύει πως το πνεύμα της νύχτας είναι πιο ελεύθερο από τον
άνεμο και πολύ πιο ελεύθερο από τις καταιγίδες, που ποτέ δεν ξεφεύγουν από το νόμο
της αιτίας και του αποτελέσματος. Ακόμη πιστεύει πως είναι πιο ελεύθερο από το
θάνατο, τη ζωή και την επιθυμία, και πιο ελεύθερο από τη γνώση και την άγνοια. Και
παρότι αυτός το ονομάζει πνεύμα της νύχτας, ο Δαμιάν πιστεύει πως είναι ένα πνεύμα
χωρίς όνομα γιατί δεν θέλει να έχει και δεν το χρειάζεται. Πιστεύει ακόμα πως το
πνεύμα είναι πάντα εκεί, όταν έρχεται η νύχτα, περιπλανώμενο ανάμεσα στα σώματα
και τις ψυχές με ταχύτητα εφιάλτη, και διατρέχοντας σε μια στιγμή απέραντες
αποστάσεις με το σχεδόν ανεπαίσθητο ουρλιαχτό του.
Στο ευκίνητο σαν του φιδιού σώμα του, που μεταφέρεται από τις εκτάσεις της
σκοτεινιάς σαν θαλάσσιο ρεύμα, απομένουν τα λόγια της νύχτας, όπως πιστεύει ο
Δαμιάν. Λόγια ειπωμένα σε τρένα, σε αποβάθρες, σε αμάξια, σε δρόμους και
λεωφόρους, σε σπίτια, σε σχολεία, σε σινεμάδες και θέατρα, σε οίκους ανοχής και
οίκους προσευχής και οίκους φιλανθρωπίας και οίκους ταπεινώσεως. Σαν αόρατες
σερπαντίνες, οι φράσεις πιάνονται στο πνεύμα της νύχτας, και το πνεύμα τις πετάει σε
εκτάσεις κάθε φορά και πιο βαθιές όπου ξεχνιούνται για να βγουν αργότερα, ολόιδιες,
σε άλλο σημείο του χώρου και του χρόνου. Και κάποιες νύχτες, το πνεύμα
ευχαριστείται να βγάζει θορύβους που μοιάζουν με του σαξόφωνου, την ώρα που
ξερνάει λέξεις κάθε φορά και πιο παραληρηματικές ή κάθε φορά και πιο λογικές:
-Προσεύχεστε, γιατί όπως λέει ο Ιωάννης, θα έρθει προς εσάς σαν τον κλέφτη,
και δεν γνωρίζετε ούτε τη μέρα…
-…ούτε την ώρα.
-Στη μέση της νύχτας ή της μέρας θα έλθω, στη μέση του ονείρου, ή όταν
διενεργείτε συνουσία.
-Και η Μαρία;
-Μόλις την συνέλαβαν.
-Έχετε πίστη, και η πίστη κινεί όρη.
-Παράξενα χαρτιά. Πρώτα ο Θάνατος, μετά ο Τρελός, μετά ο Τροχός της
Τύχης, μετά η Σελήνη.
-Τι σημαίνουν;
-Σημαίνουν πως η νύχτα μας τυλίγει, σημαίνουν πως μας έρχονται νερά
κάθε φορά και πιο ταραγμένα. Σημαίνει πως μας νικούν οι δυνάμεις της
νύχτας.
-Τι κρύος αέρας!
-Είναι ο αέρας της νύχτας, είναι ο αέρας του θανάτου. Κι είναι ένας αέρας που
φέρνει πυρετό, κι είναι ένας αέρας που φέρνει αίμα…
-Κι αυτός ο ήχος;
-Ήταν ένας πυροβολισμός
-Θεέ μου! Ποιος πυροβόλησε;
-Το παιδί.

 

************************************************************

Τα «Δεκατρία Ρόδα» σήμαιναν για τον Φερρέρο την εκ νέου ανακάλυψη των οριακών συναισθημάτων της ελληνικής τραγωδίας στην Ισπανία, όπου έλαβε χώρα το πρώτο ολοκαύτωμα. Τι χάσανε «τα δεκατρία ρόδα» εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό του ’39 και γιατί αντιπροσώπευαν τόσο καθοριστικά την αξιοπρέπεια ενώπιον της αβύσσου; Βρισκόμαστε στις πρώτες μέρες μετά τον ισπανικό εμφύλιο. Δεκατρείς γυναίκες, σχεδόν όλες ανήλικες συλλαμβάνονται, δικάζονται, εκτελούνται. . . Μετά θάνατον αρχίζουν να τις αποκαλούν «τα δεκατρία ρόδα». Έτσι ξεκινάει ο θρύλος, ο οποίος αποκτάει υπόσταση σ’ αυτό το μυθιστόρημα, όπου ο Χεσούς Φερρέρο ξαναβυθίζεται στις πηγές απ’ όπου αναβλύζουν οι μύθοι, για να δώσει ζωή σε δεκατρείς συνειδήσεις που έμοιαζαν φυσιολογικές και από πολλές απόψεις ήταν. Ενσάρκωναν όμως ένα φοβερό παράδοξο: ενώ άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στην ιστορία οι ίδιες ουσιαστικά έχουν σβηστεί από την ιστορία! Αποφεύγοντας το πολιτικό δράμα και το ρεπορτάζ ο Φερρέρο διαμορφώνει «τα δεκατρία ρόδα» σαν ένα αφήγημα, στοιχηματίζοντας μόνο στη λογοτεχνία, με αποτέλεσμα ένα χορωδιακό μυθιστόρημα στο οποίο συμμετέχουν εξίσου η μνήμη και η φαντασία!