ΕΛΕΓΕΙΟ
Φανταστείτε ένα δέντρο με τα κλαδιά του προς τα μέσα,
πνιγμένο από την ίδια του την ανέφικτη κορυφή
που αιχμάλωτο φέρει- ακυρώνοντάς του-
τον καρπό τον άλουστο απ’ τον ίσκιο του.
Αυτό είμαι εγώ. Η μοναξιά δίχως χέρια.
Μια θάλασσα που, ξυπνώντας, είναι κιόλας αμμουδιά,
πεθαίνοντας απλά κάτω από την ίδια κραυγή
που φαντάστηκε ότι αφήνει μες στους κυματισμούς της.
Εγώ ερχόμουν
για να ‘μαι ρίζα ν’ ανέβει στο όνειρο,
για να ‘μαι σκοτεινιά να μοιράζομαι
στο γαλήνιο βασίλειο των ονείρων μου.
Ανέβαινα και βρήκα αυτόν τον θάνατο
του να μην είμαι άλλο από το δέντρο που έγκλειστη
κουβάλαγε την απραγματοποίητη Άνοιξη του,
την ανώφελη θαλερότητα των ανέφικτων κλαδιών του
που δεν θ´ αντικρίσουνε τ’ αστέρια ποτέ.
Αυτό είμαι και τίποτα άλλο. Ρίζα γυμνή.
Ένα ταξίδι που νόμιζε πως κινούταν
προς τη διάφανη πυρά του ρόδου
κι έμεινε στην απαρχή της, τη στάχτη,
πιο πολύ από ποτέ στο φυτό
από τότε που πίστεψε ότι θ’ ανέβει
την αγγελική κλίμακα.
Κι αισθάνομαι αυτό που αισθάνεται ένα όνειρο
όταν πάει ν’ ανθίσει και παρασυρμένο είναι
από τα ίδια τα μάτια που τ’ ονειρεύονται.
Είμαι αυτή που τίποτα δεν κατείχε. Η σκοτεινή
απελπισμένη μοναξιά η φριχτή
που ποτέ δεν γνώρισε τα ίδια τα χέρια της
ούτε τα ξεχείλισε με κλάματα ή με γλυκύτητα.
Που δεν πιστεύει στη φωνή της που ακούγεται,
αφού δεν είναι δική μου φωνή… Κι ετούτο το ποίημα
δεν καν ένα κλαδί… Δεν είναι καν
μια υποψία της κρυφής μου σκιάς.
Που απλά έμεινε εδώ με τον ίδιο τρόπο
που μένει κάποιες φορές στην όχθη της θάλασσας
-μαρτυρία θανάτου κι εγκατάλειψης-
ο φωτεινός σκελετός ενός μαργαριταριού.
Διαβάστε περισσότερα