Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

W.H.Davies (1871-1940), Ποιήματα (μετάφραση- επίμετρο: Κώστας Μαντζάκος)

 

 

Ένα φευγαλέο πάθος

 

Απαγορεύονται τα γέλια, τα παιχνίδια,

με κομμένη ανάσα ας δώσουμε ζοφερό φιλί.

Τόσο ήσυχα και πένθιμα

όπως το Θάνατο φιλάει η Ζωή.

Τώρα στη σιωπή του τάφου,

το χέρι μου σφίγγει αυτό το στήθος τ’ απαλό,

ενώ η τόση σου περιπάθεια

με κάμωμα με ξεγελάει τρυφηλό.

 

Όταν όμως το πρωί έρθειεπιτέλους

και να χωριστούμε πρέπει, το πάθος μας πια ψυχρό,

θα σκεφτείς τι νέο φτερό η ρούχο

θ’ αγοράσεις με το μικρό κομμάτι μου από χρυσό.

Και  θα ονειρεύομαι πράσινες αλέες,

όπου μικρά πλάσματα μεσ’ στη λαχτάρα,

μάτια λαμπερά στήνουν ανάμεσα στα φύλλα,

μέχρι άντρες να περάσουν μ’ άλογα και κάρα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Βιρτζίνια Γουλφ, «Περιπλανήσεις στο Λονδίνο», (μετάφραση- επίμετρο: Αναστασία Δεληγιάννη), Oblik Editions, 2024 (

“Ο αριθμός των βιβλίων στον κόσμο είναι άπειρος και είμαστε αναγκασμένοι να ρίχνουμε μια ματιά μόνο, να γνέφουμε και να προχωράμε, να πιάνουμε κάτι σαν αστραπή μετά από μια κουβέντα της στιγμής, όπως όταν έξω στον δρόμο πιάνουμε μια λέξη στα πεταχτά κι έτσι ίσως από μια τυχαία φράση φτιάχνουμε μια ολόκληρη ζωή”

***

[…]

Η γοητεία του σύγχρονου Λονδίνου έγκειται στο ότι δεν χτίστηκε για να διαρκέσει· χτίστηκε για ν’ αφανίζεται. Οι γυάλινες προσόψεις του, η διαφάνειά του, τα φουσκωμένα κύματα των χρωματιστών σοβάδων, δίνουν μια ευχαρίστηση άλλου τύπου και πετυχαίνουν έναν διαφορετικό στόχο απ’ αυτόν που επιδίωκαν και προσπαθούσαν να πετύχουν οι παλιοί οικοδόμοι και τ’ αφεντικά τους, οι ευγενείς της Αγγλίας. Η περηφάνια τους απαιτούσε την ψευδαίσθηση της μονιμότητας. Η δική μας, αντίθετα, φαίνεται να χαίρεται ν’ αποδεικνύει ότι μπορούμε να κάνουμε πέτρες και τούβλα τόσο εφήμερα, όσο οι επιθυμίες μας.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Σοφοκλέους, «Οιδίπους Τύραννος» (μετάφραση: Κ.Χ.Μύρης)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδιά μου, βλαστοί
της παλαιάς σποράς του Κάδμου,
γιατί στων ανακτόρων το βωμό
τριγύρω συναχτήκατε
με κλάδους ικεσίας στα χέρια
και στέφανα στην κεφαλή;
Η πόλη μας πλημμύρισε θυμίαμα
κι ακούγονται παντού θρήνοι και μοιρολόγια.
Δεν καταδέχομαι να με πληροφορούν μεσάζοντες
γι᾽ αυτό και ήρθα μονάχος μου ν᾽ ακούσω
εγώ ο λαοπρόβλητος κι ονομαστός Οιδίπους.
Μίλησε, γέροντα.
Το κύρος σου εκπροσωπεί το σύνολο.
Ο λόγος ποιός της σύναξης;
Φοβάστε κάτι; Ποθείτε κάτι;
Επιθυμώ παντού και πάντα
να σπεύδω στην ανάγκη σας.
Ανάλγητος δεν είμαι
γι᾽ αυτό και μου ταράζει την ψυχή
η λιτανεία της ικεσίας.


ΙΕΡΕΥΣ
Ω παντοκράτορα της χώρας μου Οιδίπου,
θωρείς τριγύρω στους βωμούς σου
τις ηλικίες όλες πεσμένες στα γόνατα·
νεοσσοί που δεν μπορούν
ν᾽ ανοίξουν τα φτερά τους
και να πετάξουν μακριά,
βαρείς από τα χρόνια γέροντες,
ιερείς, όπως εγώ, λειτουργοί του Διός
και παλικάρια διαλεχτά.
Το μέγα πλήθος του λαού
με φύλλα δάφνης στεφανωμένο
συνέρρευσε στις αγορές
στους δυο ναούς της Αθηνάς Παλλάδος
και στου Απόλλωνος το ιερόν
στου Ισμηνού τις όχθες
εκεί που μαντικά λαλούν
οι στάχτες της θυσίας.
Η πόλη, το βλέπεις και μόνος σου,
είναι πολύς καιρός που παραπαίει.
Βουλιάζει μες στη δίνη των αιμάτων
και δεν μπορεί την κεφαλή της
να σηκώσει απ᾽ τον θολό βυθό
να πάρει λίγη ανάσα.
Προτού να δέσουν οι καρποί
στους κάλυκες σαπίζουν·
κοπαδιαστά ψοφούν τα βόδια στη βοσκή·
των γυναικών οι μήτρες μαραθήκαν.
Ο θεός ο πυρφόρος περνά
και τα πάντα σαρώνει·
ο φοβερός λοιμός ερήμωσε
την πόλη των Καδμείων·
ο μαύρος Άδης πλούτισε
με βογκητά και στεναγμούς.
Ισόθεος δεν είσαι και το ξέρουμε
κι εγώ και τούτα τα παιδιά
που πρόσπεσαν ικέτες στην εστία σου·
όμως είσαι μες στους θνητούς ξεχωριστός,
γνωρίζεις τις αιφνίδιες τροπές του βίου
και τα μηνύματα που στέλνουν οι θεοί.
Ήρθες στην πολιτεία του Κάδμου
κι απ᾽ το δασμό που πλήρωνε
στην ανελέητη τη μελωδούσα
χρησμωδό, τη λύτρωσες.
Κανένας από μας δε σε δασκάλεψε·
απληροφόρητος αυτοσχεδίασες·
με του θεού την αρωγή μονάχα
νομίζουν όλοι πως μας έσωσες.
Και τώρα, κραταιά κεφαλή του Οιδίποδος,
η πόλη σύμπασα μπροστά σου γονατίζει
και σε παρακαλεί να βρεις
στη νόσο γιατρειά,
είτε διαβάζοντας θεών σημάδια
είτε μαθαίνοντας από θνητή πηγή.
Η πείρα των σοφών ανθρώπων
θαρρώ πως αιωνίως ζει
και διαρκώς επαληθεύεται.
Έλα, λοιπόν, λαοπρόβλητε,
ανάστησε την πόλη·
σπατάλησε γι᾽ αυτήν την μέριμνά σου.
Ο τόπος σε κράζει σωτήρα του τώρα,
γιατί την παλιά σου την προσφορά
την αφειδώλευτη θυμάται.
Αν τώρα καταρρεύσουμε,
θα λησμονήσουμε για πάντα
τα χρόνια που κυβέρνησες την πόλη
και την εκράτησες ορθή.
Με χέρι σταθερό ανάστησέ την πάλι.
Κάποτε μας οδήγησες στην ευτυχία
διαβάζοντας ορθά τους οιωνούς·
γίνε και τώρα
αυτός που ήσουν κάποτε.
Αν λαχταράς να κυβερνάς
αυτή την επικράτεια,
καλύτερα να κυβερνάς ανθρώπους
παρά να βασιλεύεις στο κενό.
Έρημα κάστρα κι έρημα πλοία
χωρίς ανθρώπους
είναι το μέγα τίποτα.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Zana Χalil, Ποιήματα (Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani)

Το Τελευταίο Δώρο

 

Ο Αδάμ διψούσε

Ο Θεός δημιούργησε το νερό γι’ αυτόν

Πεινούσε

Δημιούργησε το ψωμί γι’ αυτόν

Λαχταρούσε να πετάξει

Δημιούργησε τον ουρανό γι’ αυτόν

Λαχταρούσε την ορειβασία

Δημιούργησε τα όρη και τα βουνά γι’ αυτόν

Ήταν χωρίς προβλήματα

Αλλά όταν λαχτάρησε προβλήματα

Δημιούργησε την Εύα γι’ αυτόν…

 

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Charles Baudelaire, Τρία ποιήματα (απόδοση: Νεοκλής Κυριάκου)

 

 

Πρόσκληση σε ταξίδι

Έλα να πάμε αγάπη μου, εκεί να ζήσουμε μαζί!
Να ζούμε την ψυχή μας
Να πεθαίνουμε
Στον τόπο που σου μοιάζει!
Βρεγμένοι ήλιοι
Απ΄ ουρανούς θολούς
Για το δικό μου πνέμα μυστική
σαγήνη
Σαν τα δικά σου μάτια πίβουλα

Που μες στα δάκρυά τους
Λάμπουν.

Εκεί΄ναι τάξη κι ομορφιά παντού,
Χλιδή, γαλήνη κι ηδονή.

Λαμπρά καθίσματα
Απ΄το χρόνο γυαλισμένα,
Θε να στολίζουνε την κάμαρή μας
Με μυρωδιές κεχριμπαριού θαμπές,
Πλούσια ταβάνια,
Κι η λάμψη της ανατολής,
Όλα μες στη ψυχή κρυφά
θα μίλαγαν

Την μητρική τους γλώσσα τη γλυκειά

Εκεί΄ναι τάξη κι ομορφιά παντού,
Χλιδή, γαλήνη κι ηδονή.

Για δες επάνω στα κανάλια
τα καράβια ετούτα που κοιμούνται
Κι αλητεύει η σκέψη
Από την άκρια του κόσμου ξεκινάνε
Την πεθυμιά σου την μικρή για να κορέσουν.
Τους κάμπους στρώνουνε
Με δειλινά,
Την πόλη ολόκληρη, κανάλια,
Με χρυσό κι υάκινθους
Κοιμάται ο κόσμος
Μές τ΄αναπαμένο φως.

Εκεί΄ναι τάξη κι ομορφιά παντού,
Χλιδή, γαλήνη κι ηδονή.

 

Διαβάστε περισσότερα