

10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Άγιε μου Λαυρέντη,
εγώ ξέρω γιατί μες στη γαλήνια ατμόσφαιρα
καίγονται και πέφτουν
τόσʼ αστέρια
γιατί τόσα πολλά δάκρυα
στο θόλο τʼ ουρανού φεγγοβολούν.
Ένα χελιδόνι επέστρεφε στη στέγη του·
το σκότωσαν·
έπεσε ανάμεσα στʼ αγκάθια·
κρατούσε στο ράμφος του ένα έντομο
το δείπνο για τα μικρά του χελιδονάκια.
Τώρα κείται εκεί, σαν τον εσταυρωμένο,
και προσφέρει κείνο το σκουλήκι
στον απόμακρο ουρανό·
και η φωλιά του βυθισμένη στο σκοτάδι,
που καρτερά,
που τιτιβίζει όλο και πιο αχνά.
Κι ένας άντρας επέστρεφε στη φωλιά του·
τον σκότωσαν·
μα είπε: Σας συγχωρώ·
κι απόκαμε στα ορθάνοιχτα μάτια του
μια κραυγή·
κρατούσε στα χέρια του
δυο κούκλες
για δώρο…
Τώρα εκεί, στο έρμο σπίτι,
τον καρτερούν, μάταια καρτερούν.
Εκείνος ασάλευτος και ξαφνιασμένος,
δείχνει με το δάχτυλο
τις κούκλες
στον μακρινό ουρανό.
Κι εσύ, Ουρανέ, απέραντε κι απέθαντε,
υπεράνω των άλλων ασυγκίνητων πλανητών,
ω! ρίξε μια βροχή από αστέρια και δάκρυα
σε τούτη την κουκίδα του σύμπαντος,
σκοτεινό υποχείριο του Κακού.
Διαβάστε περισσότερα