10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Άγιε μου Λαυρέντη,
εγώ ξέρω γιατί μες στη γαλήνια ατμόσφαιρα
καίγονται και πέφτουν
τόσʼ αστέρια
γιατί τόσα πολλά δάκρυα
στο θόλο τʼ ουρανού φεγγοβολούν.
Ένα χελιδόνι επέστρεφε στη στέγη του·
το σκότωσαν·
έπεσε ανάμεσα στʼ αγκάθια·
κρατούσε στο ράμφος του ένα έντομο
το δείπνο για τα μικρά του χελιδονάκια.
Τώρα κείται εκεί, σαν τον εσταυρωμένο,
και προσφέρει κείνο το σκουλήκι
στον απόμακρο ουρανό·
και η φωλιά του βυθισμένη στο σκοτάδι,
που καρτερά,
που τιτιβίζει όλο και πιο αχνά.
Κι ένας άντρας επέστρεφε στη φωλιά του·
τον σκότωσαν·
μα είπε: Σας συγχωρώ·
κι απόκαμε στα ορθάνοιχτα μάτια του
μια κραυγή·
κρατούσε στα χέρια του
δυο κούκλες
για δώρο…
Τώρα εκεί, στο έρμο σπίτι,
τον καρτερούν, μάταια καρτερούν.
Εκείνος ασάλευτος και ξαφνιασμένος,
δείχνει με το δάχτυλο
τις κούκλες
στον μακρινό ουρανό.
Κι εσύ, Ουρανέ, απέραντε κι απέθαντε,
υπεράνω των άλλων ασυγκίνητων πλανητών,
ω! ρίξε μια βροχή από αστέρια και δάκρυα
σε τούτη την κουκίδα του σύμπαντος,
σκοτεινό υποχείριο του Κακού.
∗
ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Κι ανοίγουν τα νυχτολούλουδα,
την ώρα που σκέφτομαι κείνους που αγαπώ.
Καταμεσής στα βιβούρνα ξεπετάγονται
οι πεταλούδες του λυκόφωτος.
Έχουνσιγήσει από ώρα οι φωνές,
μόνο ένα σπίτι εκεί ψιθυρίζει.
Κάτω από τις φτερούγες κοιμούνται οι φωλιές,
καθώς κάτω από τα βλέφαρα τα μάτια.
Από τους ανοιχτούς κάλυκες αναδίδεται
των κόκκινων φραουλών η ευωδία.
Φέγγει ένας λύχνος εκεί στην αίθουσα.
Το χορτάρι φυτρώνει πάνω από τους τάφους.
Γκρινιάζει η αργοπορημένη μέλισσα
βρίσκοντας πιασμένα τα κελιά στις κυψέλες.
Μες στο γαλάζιο αλώνι η Πούλια αλωνίζει
μαζί με τα κλωσσόπουλα που γίνηκαν αστέρια.
Σε όλη τη νύχτα απλώνεται
η ευωδιά που φέρνει ο άνεμος μαζί του.
Περνά το φως μέσʼ απʼ τη σκάλα̇
φεγγίζει στο πρώτο πάτωμα· και σβήνει.
Χαράζει̇ κλείνουν τα πέταλα
λιγάκι ζαρωμένα̇ βλασταίνει
στον μυστικό και υγρό τους κάλυκα
δεν ξέρω ποια καινούργια ευτυχία.
∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗
X AGOSTO
San Lorenzo, io lo so perché tanto
di stelle per l’aria tranquilla
arde e cade, perché sì gran pianto
nel concavo cielo sfavilla.
Tornava una rondine al tetto:
l’uccisero: cadde tra spini:
ella aveva nel becco un insetto:
la cena dei suoi rondinini.
Ora è là, come in croce, che tende
quel verme a quel cielo lontano;
e il suo nido è nell’ombra, che attende,
che pigola sempre più piano.
Anche un uomo tornava al suo nido:
l’uccisero: disse: Perdono;
e restò negli aperti occhi un grido:
portava due bambole in dono…
Ora là, nella casa romita,
lo aspettano, aspettano invano:
egli immobile, attonito, addita
le bambole al cielo lontano.
E tu, Cielo, dall’alto dei mondi
sereni, infinito, immortale,
oh, d’un pianto di stelle lo inondi
quest’ atomo opaco del Male.
∗
IL GELSOMINO NOTTURNO
E s’aprono i fiori notturni,
nell’ora che penso a’ miei cari.
Sono apparse in mezzo ai viburni
le farfalle crepuscolari.
Da un pezzo si tacquero i gridi:
là sola una casa bisbiglia.
Sotto l’ali dormono i nidi,
come gli occhi sotto le ciglia.
Dai calici aperti si esala
l’odore di fragole rosse.
Splende un lume là nella sala.
Nasce l’erba sopra le fosse.
Un’ape tardiva sussurra
trovando già prese le celle.
La Chioccetta per l’aia azzurra
va col suo pigolio di stelle.
Per tutta la notte s’esala
l’odore che passa col vento.
Passa il lume su per la scala;
brilla al primo piano: s’è spento.
ʽE l’alba: si chiudono i petali
un poco gualciti; si cova,
dentro l’urna molle e segreta,
non so che felicità nuova.
∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗∗
Ο Τζιοβάνι ΑγκοστίνοΠλάτσιντο Πάσκολι (Σαν Μάουρο 1855 – Μπολόνια 1912),είναι μια εμβληματική μορφή της ιταλικής λογοτεχνίας στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Στις 10 Αυγούστου του 1867, ότανήταν μόλις δώδεκα χρονών, δολοφονήθηκε ο πατέρας του ο Ρουτζέρο Πάσκολι καθώς επέστρεφε στο σπίτι τους. Οι λόγοι του εγκλήματος δεν διευκρινίστηκαν ποτέ και ο Τζιοβάνι απογοητευμένος από την ατιμωρησία των δολοφόνων, δεν θέλησε ποτέ να βγει, κατά μία έννοια, από τον «κόσμο» του, που αποτέλεσε σε όλο του το συγγραφικό έργο, το πρωταρχικό του θέμα: Ένα είδος κλειστού μικρόκοσμου, σαν να είχε ανάγκη ο ποιητής να τον προστατεύσει από κάποια εξωτερική απειλή, ανώνυμη και σκοτεινή, δίχως ταυτότητα, όπως ήταν ο δολοφόνος του πατέρα του.Ασπάσθηκε τις αναρχο-σοσιαλιστικές ιδέες και στα φοιτητικά του χρόνια διώχτηκε και φυλακίστηκε για την πολιτική δράση του. Στη συνέχεια εγκατέλειψε την πολιτικήκαι, χάρη σε μια υποτροφία (την οποία αργότερα έχασε επειδή συμμετείχε σε μια φοιτητική διαδήλωση), συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας. Το συγγραφικό του έργο μοιάζει να διατρέχεται από μια συνεχή ένταση ανάμεσα στην παλιά κλασικιστική παράδοση, που κληρονόμησε από τον καθηγητή του και ποιητή Τζιοσουέ Καρντούτσι, και στη νέα θεματικήτης decadence.Μαζί με τον Γκαμπριέλε Ντʼ Ανούντσιο, παρότι η σχέση των δύο ποιητών ήταν αρκετά πολύπλοκη, θεωρούνται οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της παρακμιακής ιταλικής ποίησης.












εξαιρετική ποίηση ..σε μια εξοχη αντίστοιχη μετάφραση!!
Che bella sorpresa!
Ποίηση που μπαίνει κατευθείαν στο αίμα σου, σαν “γλυκό” δηλητήριο. Λόγος που σε κάνει να υψώνεις τα μάτια σου στον ουρανό, και ταυτόχρονα, να βυθίζεσαι …εντός σου!
“Μες στο γαλάζιο αλώνι η Πούλια αλωνίζει
μαζί με τα κλωσόπουλα που γίνηκαν αστέρια.”
Βαγγελίτσα μου αγαπημένη
Μια καλή μετάφραση πρέπει να έχει πάντα την υπογραφή του μεταφραστή και αν είναι δυνατόν και το ποιητικό του ιδίωμα !!!!
Θα προτιμούσα ” ανάμεσα στα κλιματσίδια ” από τα ” βιβούρνα ” που είναι Ιταλικό δάνειο !!!