Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Επτά Ολλανδοί ποιητές, Επτά ποιήματα (μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης)

[Η παρούσα μετάφραση στηρίζεται στην αγγλική απόδοση του Cliff Crego]

1.ALBERT VERWEY (1865-1930)

HOW I LOATHE THESE DAYS FULL OF SUN

How I loathe these days full of sun,
Of the sun itself, that does not wish to set;
And if it were Night, I would stand next to him
And say now: Friend, it is true that my life first

Began here, everything that I then dreamed up
Was a lie, what I said about the sun delusion.

And of pleasure and love,—but, very well,
Forgive me that I so foolishly could stray.

Then for each, sweet intercourse of sorrow would be
Most intimate, as with souls, now unburdened
By pride and vanity and petty interest;—

And for each would be as if next to him walked
His own soul, at the end completely understood,
Naked and glorious, of same and equal rank.

ΠΩΣ ΑΠΕΧΘΑΝΟΜΑΙ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΙΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΜΕ ΗΛΙΟ

Πώς απεχθάνομαι αυτές τις μέρες τις γεμάτες με ήλιο,
από τον ίδιο τον ήλιο, που δεν θέλει να δύσει.
Κι αν ήταν νύχτα, θα έμενα δίπλα του
και θα έλεγα τώρα: φίλε, είναι αλήθεια ότι η ζωή μου πρώτα

ξεκίνησε εδώ, όλα όσα ονειρεύτηκα έπειτα
ήταν ένα ψέμα, αυτό που είπα για την παραίσθηση του ήλιου.

Και για την απόλαυση και την αγάπη… -μα, εντάξει,
συγχώρησέ μου ότι τόσο ανόητα θα μπορούσα να ξεστρατίσω.

Έπειτα, για τον καθένα η γλυκιά συνουσία της λύπης θα ήταν
πάρα πολύ οικεία, όπως και με τις ψυχές, τις τώρα ελαφρωμένες
από την αλαζονεία και την ματαιοδοξία και το μικροσυμφέρον-

Και για τον καθένα θα ήταν σαν να περπατούσε δίπλα του
η δική του ψυχή, εντέλει απόλυτα κατανοητή,
γυμνή και ένδοξη, της ίδιας και ίσης τάξης.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Βισέντε Ουιδόβρο, “Αλταζώρ ο Υψιέραξ ήτοι Πλους αλεξιπτώτου”, Μανδραγόρας, 2018 (μτφρ: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γεννήθηκα ηλικίας τριάντα τριών ετών, τη μέρα που ξεψύχησε ο Χριστός, γεννήθηκα με ισημερία, κάτω απʼ του καύσωνα τις ορτανσίες και τα αεροπλάνα.
Το βλέμμα μου ήταν απύθμενο, βλέμμα περιστεράς και σήραγγας κι αισθηματία αυτοκινήτου. Κι έκλαιγα με λυγμούς ακροβάτου.
Τυφλός ο πατέρας μου, κι ήταν τα χέρια του πιο θαυμαστά κι από τη νύχτα ακόμα.
Πόσο αγαπώ τη νύχτα, σκούφια πασών των ημερών.
Τη νύχτα, νύχτα της ημέρας, νύχτα της μέρα-παρά-μέρας.
Η μάνα μου μιλούσε με φωνή αυγής κι αεροστάτων έτοιμων να πέσουν. Η κόμη της είχε χρώμα σημαίας, τα μάτια της ήταν γεμάτα πλοία αρόδο.
Κάποιο απομεσήμερο φόρεσα το αλεξίπτωτό μου κι είπα: «Ανάμεσα σʼ ένʼ άστρο και δύο χελιδόνια». Ιδού ο θάνατος που όλο σιμώνει, όπως η γης το αερόστατο που πέφτει.
Η μάνα μου κεντούσε δάκρυα έρημα επάνω στα παρθενικά ουράνια τόξα.
Και τώρα το αλεξίπτωτο που πέφτει από όνειρο σε όνειρο μέσα από τις εσχατιές του χάρου.
Την πρώτη μέρα συνάντησα στο δρόμο μου ένα πουλί πρωτόγνωρο, που μου ʼπε: «Αν ήμουνα καμήλα δε θα δίψαγα. Τι ώρα είναι;» Ήπιε δροσιά από τα μαλλιά μου, μου ʼριξε δυο ματιές ολάκερες και μία μισή κι έφυγε αποχαιρετώντας με με το εξαίσιο μαντήλι του.
Την ίδια μέρα, ώρα δύο, συνάντησα κι ένα ωραίο αεροπλάνο με λέπια και κοχύλια στο κορμί του. Γύρευε μια γωνιά του ουρανού για να προστατευτεί από τη βροχή.
Στο βάθος τα καράβια, όλα αγκυροβολημένα μέσα στο λυκαυγές από μελάνη. Ξαφνικά πήραν ένα-ένα να σαλπάρουν, σέρνοντας σαν παντιέρα στα κατάρτια ράκη από αναμφίβολα χαράματα.
Όταν πια και τα τελευταία έκαναν πανιά, η χαραυγή εξαφανίστηκε κι αυτή πίσω από κάτι παραφουσκωμένα κύματα.
Τότε άκουσα να ομιλεί ο Δημιουργός, ο άνευ ονόματος, ο που δεν είναι παρά μόνο μια τρύπα στο κενό, σαν αφαλός.
«Βούιξα βουητό τρανό, κι αυτό έγινε ωκεανός και του ωκεανού τα κύματα.
»Τούτο το βουητό θα μένει κολλημένο στα κύματα της θάλασσας, κι εκείνα εσαεί κολλημένα επάνω του, όπως τα γραμματόσημα σε ταχυδρομικά δελτία.
»Έπειτα έπλεξα ένα σκοινί από ακτίνες φωτός για να ράψω τις μέρες τη μια με την άλλη· τις μέρες που όλες έχουν τη νόμιμη, ανασυσταθείσα, πλην όμως αδιαμφισβήτητη, ανατολή τους.
»Κατόπιν χάραξα τη γεωγραφία της υδρογείου και τις γραμμές της παλάμης.
»Μετά έπλασα το στόμα και του στόματος τα χείλη για να αιχμαλωτίζουν διφορούμενα χαμόγελα, καθώς επίσης και τα δόντια, για να φρουρούν όσες παλιοκουβέντες τυγχάνει να μας έρχονται στο στόμα.
»Ύστερα ήπια μια γουλιά κονιάκ (ένεκα της υδρογραφίας).

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ern Malley, The Darkening Ecliptic (μτφρ-επίμετρο: Σταύρος Γκιργκένης)

DÜRER: INNSBRUCK, 1495

I had often, cowled in the slumberous heavy air,
Closed my inanimate lids to find it real,
As I knew it would be, the colourful spires
And painted roofs, the high snows glimpsed at the back,
All reversed in the quiet reflecting waters —
Not knowing then that Dürer perceived it too.
Now I find that once more I have shrunk
To an interloper, robber of dead menʼs dream,
I had read in books that art is not easy
But no one warned that the mind repeats
In its ignorance the vision of others. I am still
the black swan of trespass on alien waters.

ΝΤΙΡΕΡ: ΙΝΣΜΠΡΟΥΚ, 1495

Είχα συχνά, τυλιγμένος στον βαρύ υπναλέο αέρα,
κλείσει τα άψυχα βλέφαρά μου για να το βρω αληθινό,
όπως ήξερα ότι θα ήταν: τα πολύχρωμα καμπαναριά
και τις ζωγραφισμένες στέγες, τα ψηλά χιόνια ιδωμένα φευγαλέα στο βάθος,
όλα ανεστραμμένα στα ήσυχα ανακλώντα ύδατα-
δεν γνώριζα τότε ότι ο Ντίρερ το συνέλαβε επίσης.
Τώρα βρίσκω πως για μια ακόμη φορά έχω συρρικνωθεί
σʼ έναν παρείσακτο, ληστή του ονείρου των νεκρών.
Είχα διαβάσει σε βιβλία ότι η τέχνη δεν είνʼ εύκολη
αλλά κανένας δεν προειδοποίησε πως το μυαλό επαναλαμβάνει
στην άγνοιά του τʼ όραμα άλλων. Είμαι ακόμα
ο μαύρος κύκνος της παραβίασης ξένων υδάτων.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ted Chiang, “Ο προβλεπτής” (μτφρ-επίμετρο: Σταύρος Γκιργκένης)

Ο ΠΡΟΒΛΕΠΤΗΣ

[Τίτλος πρωτοτύπου: Whatʼs Expected of Us]

Αποτελεί μια δύσκολη επιλογή…
Αυτό το μήνυμα είναι μια προειδοποίηση. Παρακαλώ διαβάστε το με προσοχή.
Μέχρι τώρα πιθανώς θα έχετε δει έναν Προβλεπτή. Εκατομμύρια από αυτούς θα έχουν πουληθεί κατά τη στιγμή που διαβάζετε αυτά τα λόγια. Για όσους δεν έχουν δει έναν, πρόκειται για μια μικρή συσκευή, σαν το τηλεχειριστήριο με το οποίο ανοίγεις την πόρτα του αυτοκινήτου σου. Τα μοναδικά του χαρακτηριστικά είναι ένα κουμπί κι ένα μεγάλο πράσινο φωτάκι. Το φως ανάβει, αν πατήσεις το κουμπί. Πιο συγκεκριμένα: το φως ανάβει ένα δευτερόλεπτο προτού πατήσεις το κουμπί.
Οι περισσότεροι λένε ότι όταν τον δοκιμάζουν για πρώτη φορά, νιώθουν σαν να παίζουν ένα παράξενο παιχνίδι, το οποίο έχει ως σκοπό να πατήσεις το κουμπί, αφού δεις το φως, και το οποίο είναι εύκολο να το παίξεις. Αλλά όταν προσπαθήσεις να παραβιάσεις τους κανόνες, συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς. Αν προσπαθήσεις να πατήσεις το κουμπί δίχως να έχεις δει το φως, το φως εμφανίζεται αμέσως και, ανεξάρτητα από το πόσο γρήγορα θα κάνεις την κίνηση, ποτέ δεν προλαβαίνεις να πατήσεις το κουμπί παρά μόνο αφού έχει περάσει πρώτα ένα δευτερόλεπτο. Αν περιμένεις για το φως, έχοντας σκοπό να μην πατήσεις το κουμπί στη συνέχεια, το φως δεν εμφανίζεται ποτέ. Ό,τι και να κάνεις το φως πάντοτε προηγείται από το πάτημα του κουμπιού. Δεν υπάρχει τρόπος να ξεγελάσεις έναν Προβλεπτή.
Η καρδιά κάθε Προβλεπτή είναι ένα κύκλωμα με αρνητική χρονοκαθυστέρηση. Στέλνει ένα σήμα πίσω στο χρόνο. Οι πλήρεις συνέπειες αυτής της τεχνολογίας θα γίνουν εμφανείς αργότερα, όταν θα επιτευχθούν αρνητικές χρονοκαθυστερήσεις μεγαλύτερες από ένα δευτερόλεπτο, όμως αυτό δεν αποτελεί το θέμα αυτής της προειδοποίησης. Το άμεσο πρόβλημα είναι ότι οι Προβλεπτές αποδεικνύουν πως δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Federico García Lorca (España, 1898-1936), «Η προσευχή των ρόδων» (μετφρ. Στέργιος Ντέρτσας)

`

«Η προσευχή των ρόδων» (La oración de las rosas), 1918, θεωρείται η πρώτη ποιητική σύνθεση του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.

`

Χαιρετώ σας ρόδα, μεγαλόπρεπα άστρα!
Ρόδα, ρόδα, ζωντανά του απείρου κοσμήματα•
Στόματα, στήθια και νωχελικές ψυχές οσμηρές•
Κλαυθμοί, ασπασμοί, σπόρια, γύρη του φεγγαριού•
Λωτοί όλο γλύκα των τελματωμένων ψυχών•
Χαιρετώ σας ρόδα, μεγαλόπρεπα άστρα!

Των ποιητών φίλοι
Και της καρδιάς μου,
Χαιρετώ σας ρόδα, άστρα
Της φεγγοβόλας Σιών!
Του Πάνα μορφές, ναι, του Πάνα•
Ο τραγικός ο Ρουμπέν
έτσι αποκάλεσε στους στίχους του
τον κάτισχνο Βερλαίν
Που ρόδο ήταν αιμάσσον
και συνάμα κατάχλωμο.
Αφήστε έτσι να σας λέω,
του Πάνα μορφές, ναι, του Πάνα,
ευωδιές μίας Εδέμ
από χείλια τρεμάμενα ,
από στήθια γυναίκας.
Εσείς πλάι στο μάρμαρο
το αίμα του είστε,
όμως κι αν είστε αρώματα
του περβολιού
που το κατοικούνε οι φαύνοι,
η ύπαρξη σας κατέχει
μια Θεία ουσία:

Διαβάστε περισσότερα