Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γρηγορία Πούλιου, «Καρδιά Νεκρή Σε Κόσμο Νεκρό», εκδ. Οδός Πανός, 2010 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

Το χρυσό αιγυπτιακό παιδί που κοσμεί το εξώφυλλο της τέταρτης συλλογής ποιημάτων της Γρηγορίας Πούλιου , προβεβλημένο μέσα στο ολόμαυρο πλαίσιο , δίνει από την αρχή , από τον εξωκειμενικό κόσμο , τη δυνατή εντύπωση της ακινησίας . Ακινησία την οποία μαρτυρεί και ο τίτλος της συλλογής , στον οποίο τα δύο κυρίαρχα ουσιαστικά , η Καρδιά και ο Κόσμος καταλήγουν οριζόντια και χιαστί στο επίθετο « νεκρός» . Η ακινησία αυτή , ωστόσο , με την ανάγνωση των ποιημάτων , περιορίζεται στη συναισθηματική κατάσταση της ποιητικής φωνής , η οποία βιώνει μονίμως το συναίσθημα της απώλειας της αγαπημένης μορφής .Έτσι , το εσωτερικό τοπίο των ποιημάτων προβάλλει στο παρόν απονεκρωμένο , γυμνό από το πάθος , και η όποια κίνηση απωθείται στο παρελθόν και στη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου . Κάτω από το πρίσμα αυτό , το αγαπημένο πρόσωπο παρουσιάζεται ως σκιά , χωμένο στο ημίφως , ταυτισμένο με τη στέρηση , ιδεώδες , εγκλωβισμένο στο χώρο της δυνατότητας ή της βιωμένης ενέργειας , παρά ως ζώσα κατάσταση , ως δρών και πάσχον υποκείμενο.
Ο χρόνος που επιλέγεται είναι συνήθως η νύχτα , η οποία είναι οδυνηρή [έχει το πρόσωπο ενός καμικάζι] , ύπουλη , έρπει γύρω από την ποιητική φωνή , την οδηγεί στην ασφυξία , στη λαχτάρα της απελευθέρωσης . Οι σκιές της κουβαλούν παρελθόντες εραστές , τα χρώματά της συμπορεύονται με τις εσωτερικές διαθέσεις , και ενώ εδώ τα πάντα σχεδιάζονται και λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο ενός ποιητικού ρεαλισμού , υπάρχουν αχνές συμβολιστικές πινελιές ,που συμβάλλουν στη δημιουργία ατμοσφαιρικών σκηνικών μέσα στα οποία οι στίχοι αποκαλύπτουν την αλήθεια τους . Υπάρχει έπειτα διάχυτο σε πολλά σημεία το στοιχείο της εσωστρέφειας , το οποίο εκδηλώνεται είτε ως μία κίνηση επιστροφής σε κεκτημένες συγκινήσεις είτε με το μορφικό σχήμα του μονολόγου είτε με μία διάθεση συναισθηματικού απολογισμού για το ποιόν και την ένταση των ερωτικών παθών που προηγήθηκαν είτε ως κατάσταση εγκλωβισμού .
`

Όταν μάλιστα ο λόγος περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα , η πορεία , όχι ακριβώς γραμμική , που ακολουθεί η ποιήτρια βασίζεται στο τρίπτυχο : Αναπόληση του πάθους => ανάπλασή του μέσω της κατασκευής ενός ειδώλου , με στόχο την αναζήτηση ενός γιατρικού => απονέκρωση των αισθημάτων . Στο πρώτο σκέλος του τρίπτυχου ανήκουν τα ποιήματα «Εκείνο το απόγευμα» , στο οποίο η συνειρμική μεταφορά στον οργασμό ολοκληρώνει την παραστατική λεηλασία του σώματος από το ποθητό πρόσωπο [Φούσκωναν οι φλέβες /Έτριζαν τα δόντια / Κτυπούσαν σα ταμπούρλα τα μελίγγια / Κι έσταξε η χαλασμένη βρύση στην κουζίνα / πλημμυρίζοντας νερά] , «Σχέση πάθους» ,όπου η παράνομη σχέση παραλληλίζεται με το πρωτόπλαστο θαύμα της συνένωσης και τον προπατορικό πειρασμό [Σμίγαμε συχνά τα βράδια / κρυφά σαν δυο εξόριστοι πρωτόπλαστοι /πίνοντας , δίχως ενοχές / δυνατό χυμό / από τον απαγορευμένο καρπό ], «Χωρίσαμε ένα βράδυ που’ βρεχε» , όπου το βαρύ εξωτερικό τοπίο – με τα σύννεφα , τους κεραυνούς και τη μπόρα – λειτουργεί ως ανεστραμμένη απεικόνιση της εξωτερικής καταιγίδας [ Σαν καντηλέρια βαριά , τα σύννεφα / κρέμονται πάνω από το κεφάλι μου /Αποπνιχτική βραδιά / Κεραυνοί ηλεκτρίζουν το μυαλό μου].
`

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«”Όνειρο στην Μπαλλαρό”- Ένα ερωτικό αλλά αρκετά κλειστό ποίημα του Μιχάλη Πιερή» (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

`

Το ποίημα «Όνειρο στην Μπαλλαρό», του Μιχάλη Πιερή, που κυκλοφόρησε το 2013 σ’ ένα μικρό αλλά αρκετά κομψό βιβλιαράκι, στα ελληνικά και ιταλικά, είναι ένα κλειστό ποίημα. Εννοώ πως είναι ένα ποίημα αρκετά δύσκολο.
Κλειστό ποίημα, σαν το σκληρό βράχο που είναι φτιαγμένος εξ ολοκλήρου από καγιά και που δεν μπορεί να τον σπάσει καμία αξίνα. Χρειάζεται βαρετός εσκαφέας για να συνθλίψει αυτό το σκληρό βράχο και ν’ αναβλύσει το νερό που βρίσκεται κρυμμένο στη ρίζα του.
Το ποίημα «Όνειρο στην Μπαλλαρό» είναι ένα ποίημα κλειστό, παρόμοιο με μεγάλο κάστρο. Για να μπορέσεις ν’ ανοίξεις αυτό το ποίημα-κάστρο, και να φθάσεις στην ποιητική ουσία που βρίσκεται κρυμμένη εντός του, στο βάθος του, χρειάζεται να έχεις τ’ απαραίτητα κλειδιά. Αν δεν κατέχεις αυτά τα κλειδιά, σίγουρα δεν θ’ ανοίξουν οι βαριές πόρτες του για να μπορέσεις να εισέλθεις εντός του. Χωρίς κλειδιά, ο αναγνώστης του, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κόβει βόλτες με το μάτι του μέσα στις σελίδες του, ακριβώς όπως ο τουρίστας κόβει άσκοπες βόλτες γύρω από τα τείχη ενός κατάκλειστου αλλά αρκετά εντυπωσιακού κάστρου. Να περιφέρεται γύρω από το κάστρο και ν’ ακούει τους απόηχους που φθάνουν από το βάθος του. Και όπως αποδεικνύεται, ο δημιουργός του ποιήματος «Όνειρο στην Μπαλλαρό» δεν είναι διατεθειμένος, προς το παρόν, να παραδώσει στον αναγνώστη του έστω κι’ ένα αντικλείδι, ίσως γιατί θέλει να κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό του το μυστικό που έχει κρυμμένο στους στίχους αυτού του ποιήματος.
`

Διαβάζοντας όμως προσεχτικά ο επαρκής αναγνώστης το ποίημα είναι αδύνατο που να μην αισθανθεί, όπως έχω ήδη αναφέρει, κάποιους απόηχους. Απόηχους κυρίως από την ΄΄Ανεράδα΄΄ του Βασίλη Μιχαηλίδη και το ΄΄Μονόγραμμα΄΄ του Οδυσσέα Ελύτη ή τον ΄΄Νεκρόδειπνο΄΄ του Τάκη Σινόπουλου και την ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου. Δίνω στη συνέχεια κάποιους ενδεικτικούς στίχους από το ποίημα που μαρτυρούν, πιστεύω, τη συγγένεια του με την ΄΄Ανεράδα΄΄ του Βασίλη Μιχαηλίδη.
`

«Ύστερα σηκώθηκες αργά κι ήσουν αλλιώς
ωραία, βγήκες στον κόσμο έξω, άνοιξες
τα φτερά κι άρχισες ν’ ανεβαίνεις χάθηκες
στον μολυσμένο αιθέρα κι εγώ σαν κλέφτης
σύρθηκα σ’ ένα καφέ της Μπαλλαρό
και «κάνε Ουρανέ» ψιθύρισα, «να μη κριθεί
αμαρτωλή, ένοχη λάγνης ηδονής, κάνε
Ουρανέ να κατέβει ξανά και νά’ ναι δροσερή
και λάμπουσα μες στην πολυκοσμία».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Πενταράς, «Σε φόντο φθινοπωρινό», Λευκωσία, 2015 (γράφει η Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή)

`

«Σαφώς πιο έντεχνα νοηματισμένη και κατασταλαγμένη, φιλοσοφημένη και αναστοχαστική η πρόσφατη συλλογή του Νίκου Πενταρά, που τιτλοφορείται με συμβολική πολυσημία «ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ» και σε αρμονική αντίστιξη αλληγορικών μεταβολισμών με το περιεχόμενο των ποιημάτων της. Σʼ αυτό το σκηνογραφικό βάθος, εντούτοις, της νέας ποιητικής του προοπτικής ουδόλως φαίνεται να φθίνουν οι οπώρες της ώριμης συγκομιδής του. Απεναντίας, δρέπονται εύχυμες και ηδύγευστες σε μικρότερα ή μεγαλύτερα κάνιστρα ευκαρπίας, ήτοι σε ολιγόστιχα ώς επί το πλείστον ή και μακρότερα εύληπτα ποιήματα πολυθεματικής βιοποικιλότητας, αφήνοντας, ωστόσο, μιαν αίσθηση μνησιπήμονος πόνου και την αναπόληση ήρεμων αναμνησιακών αποδράσεων. Εικόνες και σχήματα χρωμάτων και αποχρώσεων, λυρικοί συνειρμοί και αποκαλυπτικά συμφραζόμενα, έμψυχες παρουσίες υπαρκτών και μυθικών πλασμάτων ή ζωντανές απουσίες προσφιλών μορφών είναι που ανακαλούν το Φθινόπωρο στην ανακύκληση των εποχών ή επικαλούνται μετωνυμικά το ηλικιακό μεταίχμιο της μετάβασης του ποιητή από την άνοιξη και το καλοκαίρι της νεότητας στον χειμώνα όχι, ασφαλώς, του γήρατος, αλλά του ανανεωμένου «ταξιδιού» του: «κι όμως / επιμένω να ταξιδεύω / κι εξακολουθώ να λέω / τον κάβο κάβο / και τον φάρο φάρο», όπως συμπερασματικά τονίζει στους ακροτελεύτιους στίχους του ταυτώνυμου ποιήματός του».

`

*******************************************************

Ο Νίκος Πενταράς γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου το 1949. Υπηρέτησε τη Δημοτική Εκπαίδευση από τη θέση του απλού δασκάλου μέχρι τη θέση του Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης. Λογοτεχνικά του έργα, τόσο πεζά, όσο και ποιητικά, έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, έχουν ανθολογηθεί σε ανθολογίες και σχολικά ανθολόγια και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά. Εκτός από την ποιητική συλλογή «Σε φόντο φθινοπωρινό», έχει εκδώσει και τα πιο κάτω βιβλία:

Ώρες Πολέμου” (ποίηση, 1975)
“Μηνύματα” (ποίηση, 1981)
“Περιστέρι μου ξεκίνα” (ποίηση για παιδιά, 1987)
“Η τρίτη απόφαση” (ποίηση, 1988)
“Επάνοδος” (ποίηση, 1992)
“Φως εκ φωτός” (ποίηση, 1994)
“Ποιήματα” (ποίηση, 1995)
“Σε κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι” (μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά και νέους, (2007)
“Στη μοναξιά του φεγγαριού” (ποίηση, 2009)

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Η Κρίση της Ποίησης

Άννα Αφεντουλίδου, «Για εκείνη την αμφίαλο σιωπή του “Επιτάφιου δρόμου”: Σκέψεις πάνω στην ποίηση του Κώστα Θ. Ριζάκη», εκδ. Φρέαρ, 2014

`

Ο Κώστας Θ. Ριζάκης γεννήθηκε το 1960 στη Λαμία, όπου και ζει μέχρι σήμερα, μια ζωή μονήρη και απομονωμένη. Είναι ένας ποιητής που φροντίζει με ιδιαίτερη προσοχή τα ποιήματά του μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια, ποιήματα με μουσικότητα και πνοή, με στίχο πολυδουλεμένο, σμιλευμένο στο ρυθμό, ποιήματα που αποπνέουν πόνο και πένθος.
Ο ποιητής μάς έδωσε την ευκαιρία να δούμε συνολικά την ποίησή του συγκεντρώνοντας το 2011 σε έναν τόμο από τις Εκδόσεις των Φίλων, με τίτλο Επιτάφιος Δρόμος, έξι ποιητικές συλλογές των ετών 1985-2010. Όπως διαβάζουμε στα περιεχόμενα, περιλαμβάνονται κατά σειρά: Ο βυθός μου τα πράγματα (1985), Με τον τρόπο του Αινεία (1986),Τα επόμενα πένθη (1997), Χωρίς χρονολογία (2004), Ο κυρίως ναός (2006), Τα τελευταία ονόματα (2010)
`

Η 25χρονη ποιητική πορεία του Ριζάκη, όπως διαγράφεται στον τόμο αυτόν, διαθέτει ευδιάκριτα μορφολογικά χαρακτηριστικά και θεματικούς πυρήνες που επαναλαμβάνονται με κάποιες διαφοροποιήσεις στο πέρασμα των ετών, αλλά που στην ουσία τους παραμένουν σταθεροί. Κάτι σαν την διαδικασία της ομοιόστασης: το περιβάλλον αλλάζει, ωστόσο υπάρχει ένας εσωτερικός μηχανισμός που αγωνίζεται και αγωνιά να διατηρήσει την ισορροπία. Η θερμοκρασία παραμένει φλεγόμενη από πόνο και πάθος, ο ποιητής ταράσσεται από τα ίδια έντονα συναισθήματα της έλλειψης και της απώλειας, της διαπάλης με την γραφή, του αγώνα να εξωτερικεύσει αυτό που παλεύει μέσα του αμφιθυμικά να βγει στο φως ή να μείνει στο σκοτάδι∙ αλλά και κατόπιν μετά την γένεση του ποιήματος, εξακολουθεί να υπάρχει η αγωνία και ο φόβος, η αμφιβολία της «αρτιμέλειας» και της ολοκλήρωσης: όταν βγαίνει στο φως, είναι αυτό που προσδοκούσε ο ποιητής ή πρόκειται για μια τερατογένεση που τον διέψευσε ή και τον ανακούφισε μόνο για λίγο, για να τον ξαναρίξει σε λίγο στην ίδια οδυνηρή διαδικασία των ωδινών; Και όλα αυτά εκφράζονται με μετρικές εναλλαγές, με διαφοροποιημένες επιλογές στροφικών σχημάτων και με ποικιλία τόσο «παραδοσιακών» έως και πιο πεζολογικών τρόπων.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Γιαλαμάς «Σημαδεμένος Ουρανός» (υπό εκδόση) (Γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

Τι είναι άραγε ο «Σημαδεμένος Ουρανός»; Διάψευση της αρχετυπικής καθαρότητας; Σημαδεμένη τράπουλα και άρα ένα στημένο από άλλους μεταφυσικό παιχνίδι; Στιγματισμός ή και τραύμα του ιδεατού χώρου; Ένα καθημαγμένο συμπαντικό όραμα; Μήπως εν τέλει μια ανεστραμμένη, κατά τη συνήθεια του Σαχτούρη, αποτύπωση της γήινης πραγματικότητας σʼ έναν υπερβατικό χώρο; Ο Δημήτρης Γιαλαμάς, ένα χρόνο μετά τη «Μισή ζωή –μισή τιμή» , επανέρχεται με έναν δεύτερο κύκλο ποιημάτων, στον οποίο επιχειρεί να ισορροπήσει,πρώτα απʼ όλα μέσα στη δική του συνείδηση, την πάλη του «έσω» και του «έξω» κόσμου. Στην πρώτη του κατάθεση, ο λόγος του εξωστρεφής, θυμωμένος και περιπαιχτικός, πορευόταν με την ορμή ενός σκληρού ρεαλισμού και με μια διάθεση αφυπνιστική. Στο «Σημαδεμένο Ουρανό» ο καρυωτακικός επιθετικός τόνος υποχωρεί αισθητά και ο ποιητής γνέφει περισσότερο προς τον «έσω» κόσμο, χωρίς ωστόσο να λείπει από τους στίχους του η διάθεση κοινωνικής κριτικής. Ο ίδιος άλλωστε, δίνοντας το ερμηνευτικό πλαίσιο της συλλογής, γράφει «Το ταξίδι της ποίησης στην Ελλάδα της κρίσης σημαδεύει τον ουρανό της , με τα σύννεφα του πόνου και της θλίψης, της αγωνίας και της αναζήτησης ελπίδας», υπογραμμίζοντας τους άξονες αναφοράς των ποιημάτων του .Είναι προφανές ότι το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο των τελευταίων ετών στη χώρα μας έχει επιδράσει με καταλυτικό τρόπο στη ρίζα και στο φύλλωμα της ποιητικής του, στο εννοιολογικό φορτίο και στον τρόπο εκφοράς του. Η πικρία, η αγανάκτηση, το αίτημα για κάθαρση, η σύγχυση, ενυπάρχουν όχι μόνο ως διαθέσεις, αλλά και ως μορφικές επιλογές.
`

Για παράδειγμα, η ομοιοκαταληξία, μία τεχνική συνυφασμένη με την «παραδοσιακή» ποιητική έκφραση, χρησιμοποιείται ως ένας ειρωνικός απόηχος ενός άλλοτε καλοκαμωμένου ρυθμού , μιας οριστικά χαμένης πλέον αρμονίας ή και ως ένα είδος αντίπραξης απέναντι στη δεσποτεία του πεζολογικού τόνου στη σύγχρονη ποίηση. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και τα αρχαιοπρεπή σύνθετα επίθετα [θεμιστοπόλος, κακέμφατα, ολεσίμβροτος, ονειρόφαντος, αήθης, δυσέραστος, οψιγενής, θελξίπικρος, σαγηνόδετη ], τα οποία ξενίζουν ίσως με τον «αισχυλικό» όγκο τους τους λάτρεις της απλότητας στην έκφραση, μεταφέρουν όμως στα σωθικά των ποιημάτων μία δραματική διάσταση και μορφοποιούν με παραστατικό τρόπο την καταφυγή του ποιητή στην παντοδυναμία των λέξεων ως αντίδοτο στην αποδυνάμωση των ηθών. Αισθητή είναι ακόμη η παρουσία πολλών ερωτημάτων [μα τι συνέβη ασυμβάτως; Γιατί τάχα τέτοια πηλάλα; Προς τι ο ολοφυρμό ; Για πόσο θα ετοιμάζεσαι ; τι άραγε ιστορεί ; Ποιο κάρμα σε γέννησε ; ] ,που ανασηκώνουν υπαινικτικά την απορία του ποιητή στο ύψος μιας κραυγής διαμαρτυρίας και αγωνίας.
`

Εκτός από αυτά, ο «Σημαδεμένος Ουρανός» διαφοροποιείται αρκετά και ως προς τη συνάφεια των στίχων με τη μουσική. Ενώ δηλαδή ένας σημαντικός αριθμός ποιημάτων της προηγούμενης συλλογής έδινε την εντύπωση της συνειδητής επιλογής του ποιητή να συνθέσει στίχους ικανούς να προσαρμοστούν στο σχήμα μιας μελωδίας, εδώ μοιάζει να απεγκλωβίζεται από αυτή τη διάθεση. Αφήνει το στίχο να οδηγηθεί στη μελωδία μέσα από μία περισσότερο εσωτερική προσέγγιση, και σʼ αυτό τον βοηθά ο σύντομος και συναισθηματικά έντονος στίχος. Προς απόδειξη αυτού, στο ποίημα «Χαμένοι» [Είμαστε τέσσερις /γίναμε δύο /ίσως ένας /κανένας…/χωρίς φωτομοντάζ /χρόνου ιστορία / μάτια θλιμμένα / σε ασπρόμαυρη φωτογραφία. / Κάτι απίστευτες φιγούρες / χορός αρχαία τραγωδίας.],πέρα από το ομοιοτέλευτο των λέξεων «ένας» -«κανένας» και «ιστορία» – «φωτογραφία» που μεταδίδει στο ποίημα έναν μουσικό τόνο, υπάρχουν κι άλλα γενεσιουργά στοιχεία μουσικής , όπως ο συνδυασμός της συναισθηματικής κλιμάκωσης με τη λεκτική αποκλιμάκωση των τεσσάρων πρώτων στίχων ή η απουσία του ρήματος που επιταχύνει την ανάγνωση του στίχου στο δεύτερο μισό του ποιήματος

Διαβάστε περισσότερα