`

Τι είναι άραγε ο «Σημαδεμένος Ουρανός»; Διάψευση της αρχετυπικής καθαρότητας; Σημαδεμένη τράπουλα και άρα ένα στημένο από άλλους μεταφυσικό παιχνίδι; Στιγματισμός ή και τραύμα του ιδεατού χώρου; Ένα καθημαγμένο συμπαντικό όραμα; Μήπως εν τέλει μια ανεστραμμένη, κατά τη συνήθεια του Σαχτούρη, αποτύπωση της γήινης πραγματικότητας σʼ έναν υπερβατικό χώρο; Ο Δημήτρης Γιαλαμάς, ένα χρόνο μετά τη «Μισή ζωή –μισή τιμή» , επανέρχεται με έναν δεύτερο κύκλο ποιημάτων, στον οποίο επιχειρεί να ισορροπήσει,πρώτα απʼ όλα μέσα στη δική του συνείδηση, την πάλη του «έσω» και του «έξω» κόσμου. Στην πρώτη του κατάθεση, ο λόγος του εξωστρεφής, θυμωμένος και περιπαιχτικός, πορευόταν με την ορμή ενός σκληρού ρεαλισμού και με μια διάθεση αφυπνιστική. Στο «Σημαδεμένο Ουρανό» ο καρυωτακικός επιθετικός τόνος υποχωρεί αισθητά και ο ποιητής γνέφει περισσότερο προς τον «έσω» κόσμο, χωρίς ωστόσο να λείπει από τους στίχους του η διάθεση κοινωνικής κριτικής. Ο ίδιος άλλωστε, δίνοντας το ερμηνευτικό πλαίσιο της συλλογής, γράφει «Το ταξίδι της ποίησης στην Ελλάδα της κρίσης σημαδεύει τον ουρανό της , με τα σύννεφα του πόνου και της θλίψης, της αγωνίας και της αναζήτησης ελπίδας», υπογραμμίζοντας τους άξονες αναφοράς των ποιημάτων του .Είναι προφανές ότι το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο των τελευταίων ετών στη χώρα μας έχει επιδράσει με καταλυτικό τρόπο στη ρίζα και στο φύλλωμα της ποιητικής του, στο εννοιολογικό φορτίο και στον τρόπο εκφοράς του. Η πικρία, η αγανάκτηση, το αίτημα για κάθαρση, η σύγχυση, ενυπάρχουν όχι μόνο ως διαθέσεις, αλλά και ως μορφικές επιλογές.
`

Για παράδειγμα, η ομοιοκαταληξία, μία τεχνική συνυφασμένη με την «παραδοσιακή» ποιητική έκφραση, χρησιμοποιείται ως ένας ειρωνικός απόηχος ενός άλλοτε καλοκαμωμένου ρυθμού , μιας οριστικά χαμένης πλέον αρμονίας ή και ως ένα είδος αντίπραξης απέναντι στη δεσποτεία του πεζολογικού τόνου στη σύγχρονη ποίηση. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και τα αρχαιοπρεπή σύνθετα επίθετα [θεμιστοπόλος, κακέμφατα, ολεσίμβροτος, ονειρόφαντος, αήθης, δυσέραστος, οψιγενής, θελξίπικρος, σαγηνόδετη ], τα οποία ξενίζουν ίσως με τον «αισχυλικό» όγκο τους τους λάτρεις της απλότητας στην έκφραση, μεταφέρουν όμως στα σωθικά των ποιημάτων μία δραματική διάσταση και μορφοποιούν με παραστατικό τρόπο την καταφυγή του ποιητή στην παντοδυναμία των λέξεων ως αντίδοτο στην αποδυνάμωση των ηθών. Αισθητή είναι ακόμη η παρουσία πολλών ερωτημάτων [μα τι συνέβη ασυμβάτως; Γιατί τάχα τέτοια πηλάλα; Προς τι ο ολοφυρμό ; Για πόσο θα ετοιμάζεσαι ; τι άραγε ιστορεί ; Ποιο κάρμα σε γέννησε ; ] ,που ανασηκώνουν υπαινικτικά την απορία του ποιητή στο ύψος μιας κραυγής διαμαρτυρίας και αγωνίας.
`

Εκτός από αυτά, ο «Σημαδεμένος Ουρανός» διαφοροποιείται αρκετά και ως προς τη συνάφεια των στίχων με τη μουσική. Ενώ δηλαδή ένας σημαντικός αριθμός ποιημάτων της προηγούμενης συλλογής έδινε την εντύπωση της συνειδητής επιλογής του ποιητή να συνθέσει στίχους ικανούς να προσαρμοστούν στο σχήμα μιας μελωδίας, εδώ μοιάζει να απεγκλωβίζεται από αυτή τη διάθεση. Αφήνει το στίχο να οδηγηθεί στη μελωδία μέσα από μία περισσότερο εσωτερική προσέγγιση, και σʼ αυτό τον βοηθά ο σύντομος και συναισθηματικά έντονος στίχος. Προς απόδειξη αυτού, στο ποίημα «Χαμένοι» [Είμαστε τέσσερις /γίναμε δύο /ίσως ένας /κανένας…/χωρίς φωτομοντάζ /χρόνου ιστορία / μάτια θλιμμένα / σε ασπρόμαυρη φωτογραφία. / Κάτι απίστευτες φιγούρες / χορός αρχαία τραγωδίας.],πέρα από το ομοιοτέλευτο των λέξεων «ένας» -«κανένας» και «ιστορία» – «φωτογραφία» που μεταδίδει στο ποίημα έναν μουσικό τόνο, υπάρχουν κι άλλα γενεσιουργά στοιχεία μουσικής , όπως ο συνδυασμός της συναισθηματικής κλιμάκωσης με τη λεκτική αποκλιμάκωση των τεσσάρων πρώτων στίχων ή η απουσία του ρήματος που επιταχύνει την ανάγνωση του στίχου στο δεύτερο μισό του ποιήματος
Ωστόσο, η πρώτη – και ποιητικά «βρώσιμη»- ύλη του Δημήτρη Γιαλαμά δεν παύει να είναι η πραγματικότητα, αυτό που εκκρίνεται από την τριβή του ποιητή με τον «έξω» κόσμο. Αυτή την ύλη , που σφύζει από την εμμονή στον παρόντα χρόνο , από τον κλοιό της ειμαρμένης, από την αμφιβολία για την αλήθεια, από το καταφύγιο των ματιών, από μοιρολάτρες , από ανάξιους ηγέτες κι αιθεροβάμονες Δον Κιχώτες , από τη σαρωτική επέλαση της Θέμιδος κι από την ανάγκη για έναν παντοτινό Έρωτα , την επεξεργάζεται με έναν τρόπο άλλοτε καταγγελτικό [Λογίδρια ακατάπαυστα/ σημαινόντων εξαρχόντων,/φθηνό τα λάλημα/ ασεβών πόθων./Μωροφιλόδοξοι ταγοί./Από-κάθαρση τώρα…./] , άλλοτε διδακτικό [Προσοχή ,/μη κυκλοφορείς στη μέση του δρόμου./Θα σε περάσουν/ για τρελό/ που σέρνεις τον τελευταίο/της αγάπης το χορό] , δηκτικό [ Συχγορδία οι φωνασκούντες/περί θαυμάτων ο λόγος./Ουδείς ανησυχεί/μόνο οι τεθνεώτες/χάσκουν /στη γη της επαγγελίας.] , εξομολογητικό [Λίγη πραγματικότητα /ζητώ / να με θυμάσαι/Λίγα βιβλία /να διαβάσω / νʼ αποκοιμηθώ /Μετά θα κλέψω /μια φωτογραφία / τα μάτια σου να έχω /ορθογραφία / της λέξης «σʼαγαπώ» ] ,αφηγηματικό [Μʼ ένα τσιγάρο αναμμένο/ στάθηκε στην άκρη του δρόμου ./Αφίσες ξεπρόβαλαν / με κόκκινα ποδήλατα ./Τύλιξε στο σκοτάδι /τις παλιές φωτογραφίες.] , υπαινικτικό [Και να θες να γελάσεις /πικρή μέρα / σου γνέφει /το μοιραίο…/Και να θες να κρυφτείς /κάτι από σένα / ξέρει η ιστορία….] , αγωνιώδη [Γιατί τάχα τέτοια πηλάλα ; Προς τι ο ολοφυρμός ; Πτώση ίσως ουρανολίθου /Ανεμοδούρα που τσακίζει/Ολεσίμβροτος πόρος / Βοήθεια / Αμήν….] ή και λυρικό [ Ποιο κάρμα σε γέννησε / και σʼ έριξε εκεί /όπου σταλάζει ο πόνος / στου φεγγαριού την κόψη ,/με το νερό να γίνεσαι ένα /με την ψυχή για μαξιλάρι /με το δικό σου το θεό / και τον σταυρό μαργαριτάρι..].  Πετυχαίνει έτσι να προσεγγίσει αυτό που με πολύ εύστοχο τρόπο γράφει ο Λιπς σχετικά με την ουσία της καλλιτεχνικής παράστασης, ότι δηλαδή αυτή «έγκειται στην απόσπαση αυτού που πρόκειται να παρασταθεί από τον κόσμο της πραγματικότητας και στην ένταξή του στην απόλυτα ξένη προς κάθε πραγματικότητα σφαίρα της καθαρά αισθητικής θεώρησης».
`

Συνεπώς , ο Γιαλαμάς δε μένει απλός παρατηρητής της πραγματικότητας ,αλλά ραβδοσκοπεί με απερίτμητη επιμονή το βαθύτερο στρώμα της, βγάζοντας στην επιφάνεια χαρακτηριστικά στιγμιότυπά του.Υιοθετεί το ρόλο του ποιητή –ακροατή ,όπως δηλώνεται στο ποίημα «Ακρόαση» , ο οποίος επιθυμεί να ακροάζεται αυτό που λαμβάνει χώρα στο αθέατο [Λέξεις άρρωστες δε θα χρειαστώ / μόνο δύο ηχεία /νʼ ακούω πάντοτε / τι γίνεται / στην έρμη γαλαρία ]. Συνειδητοποιεί, παρόλα αυτά , τη δυσκολία της απόδρασης ,τονίζοντας εμφαντικά ότι το παιχνίδι παίζεται εδώ [Άνοπτος , την τύχη σου /αλλού θʼ αναζητάς / αλλά στη γη / θα σʼ εύρουν οι δικοί σου ../Σε άλλους κόσμους δε θα πας] .Σʼ αυτό το «εδώ» το μέλλον απωθείται στο περιθώριο , ξορκίζεται ως μία ανεπιθύμητη δυνατότητα [ευτυχές το νέον πένθος ] ,απομυθοποιείται και παγιδεύεται στο καλούπι της βιωμένης στιγμής [Το αύριο δεν είναι αύριο / Είναι η στιγμή που ζεις…] .Και την ίδια ώρα, η ποιητική φωνή πιστώνει στην αλήθεια την αδυναμία να επιβληθεί στην πλάνη [Τις πόλεις γέμισαν /με κίβδηλα νομίσματα ./Η ξεβαμμένη όραση / σου έγινε συνήθεια ] [Με ψέματα ζούμε / μʼ αλήθειες ξαγρυπνούμε], θέτει τις αισθήσεις ,μέσα από μία διεργασία που θυμίζει εσωτερική σύγκρουση τραγικού ήρωα, σε μία κατάσταση ετοιμότητας για το αποφασιστικό βήμα [μαθαίνεις πως είναι / η σειρά σου , μισό βήμα πριν…/μισό βήμα πλήν…] , ταυτίζει τη συνήθεια με ένα οχληρό υπαρξιακό βάρος [Χτίζουμε πύργους /πάνω στην άμμο/ από συνήθεια…/Κι αναρωτιόμαστε / από συνήθεια …/Ζωντανοί η επιζώντες ; ], παρηγοριέται εντούτοις με το θάλπος που προσφέρουν τα μάτια [φεγγάρι κόκκινο /μες στων ματιών σου /τη μπαλάντα .Είναι το χρώμα που ποθώ /ουράνιο τόξο /μια γιρλάντα…] και με την επιλογή της ανωνυμίας, η οποία αναγνωρίζεται ως απελευθέρωση από κάθε απόπειρα προσδιορισμού [Δε φοβόταν τη σιωπή /μόνο κρατούσε έναν άγιο / στο χέρι ευλαβικά ./ώσπου να τελειώσει η ζωή /δεν θα χρωστούσε σε κανένα τίποτε./Πιο ελεύθερος από ποτέ …/Άγνωστος γάρ εντέλει…] .
`

Όσον αφορά στο ύφος, στον τρόπο γραφής, εκτός από τα στοιχεία που επισημάνθηκαν παραπάνω [τη χρήση ομοιοκαταληξίας, τη μικρή έκταση του στίχου, την επιλογή αρχαιοπρεπών λέξεων , την ειρωνική χροιά της ποιητικής φωνής, τη μουσικότητα, τα ερωτήματα] , άξια παρατήρησης είναι η συχνή παρουσία των αποσιωπητικών και του δεύτερου γραμματικού προσώπου. Με τη χρήση των αποσιωπητικών δημιουργούνται παύσεις στο λόγο , μικρά χάσματα στον ειρμό του ποιήματος , κι ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να σταθεί περισσότερο σε κάποιες λέξεις ή στίχους [Χειμώνιασε…] , δίνει τη σκυτάλη σʼ εκείνον [Αφού ζεις…. ] , υπαινίσσεται ή ειρωνεύεται [Τι κι αν ωραίους παραδείσους / ψάχνεις να βρεις /σε κήπους χωρίς άνθη….] , ανακουφίζεται [Ευτυχώς αποκοιμήθηκες..], διαγράφει ένα αινιγματικό πλαίσιο [Κι ας αργήσουμε /να λύσουμε / το Γόρδιο δεσμό /εκείνου που πληγώνει ..], εκπλήσσει [Το αύριο δεν είναι αύριο..], αναρωτιέται , αδυνατώντας να βρει την απάντηση [Ποιο κάρμα ζέστανε / με αίμα τη φωνή σου …], αισθητοποιεί το αδιέξοδο [Βοήθεια…] και την αβεβαιότητα [ίσως σωθώ ίσως χαθώ /ποιος ξέρει…], προειδοποιεί [Βρέχει πιστόλια ο ουρανός/ φυλάξου…]. Με το δεύτερο πρόσωπο,πάλι , η ποιητική φωνή μοιάζει να διαλέγεται περισσότερο με τον εαυτό της ,προβαίνοντας σε έναν απολογισμό πεπραγμένων ή καταβάλλοντας μία προσπάθεια προσδιορισμού της θέσης της στο χρόνο [Και να θες να κρυφτείς /κάτι από σένα /ξέρει η ιστορία…] .
`

Για να επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα , ο «Σημαδεμένος Ουρανός» είναι το τραυματισμένο γαλάζιο, η «έκλειψη» της ελπίδας ,ένας υπερκείμενος χώρος ο οποίος θα μπορούσε να στεγάσει την υποκείμενη απελπισία και να εξασθενίσει την έντασή της αλλά έχει απολέσει τη ιαματική του δύναμη, ένα εγχείρημα να γραφτεί ποίηση με κοινωνικό περιεχόμενο από μία εσωτερική σκοπιά, μία καταγγελία που λοξοδρομεί στα χωράφια της υπαρξιακής απορίας. Εν τέλει , ένας κόσμος γεμάτος από ηχηρές λέξεις, συναισθηματικές εκκενώσεις και συλλογικά οράματα.