Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Τάσος Γαλάτης, Ανθολογία Ποιημάτων (επίμετρο: Χρίστος Ρουμελιωτάκης)

Τάσος Γαλάτης

EGRETTA ALBA

Τώρα ο καιρός με τη χρυσαλλίδα παίζει
και τον ερωδιό ερωτεύεται. Στην πλαγιά με τα κούμαρα
θα σας συναντήσω πάλι,
ώ φίλοι,
που σας παραπλάνησαν οι αετοί,

μη μʼ αποπαίρνετε
από κει ψηλά,
ξέρω για να σας πω

τις περιπέτειες ενός εντόμου
τάχα, δεν είναι αρκετό,
την είσοδο μου στο δάσος

να προετοιμάσω.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Αλέξης Τραϊανός (1944-1980), “Ποιήματα”

Επιλογή, επιμέλεια Νίκος Λέκκας

ΑΝΤΙ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΙΑΝΟΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Έλα στο σπίτι να γράψουμε ποιήματα,

Με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,

Η νύχτα διπλή δίχως σταθμό,

Μ’ όλα τα μίλια της μηχανής και του χρόνου στο φουλ

Έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι του νου,

Έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελλά ποιήματα,

Θυμάμαι που μού το ‘λέγες τόσες φορές

Και σ’ άκουγα στο βάθος της πολυκατοικίας

Οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,

Με τα πατζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,

Για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού

Στο πικ απ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα

Και εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,

Μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,

Με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας

Με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς

Για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας

Με το τηλέφωνο κατεβασμένο,

Σε πόναγε το κουδούνισμα απ΄ το υπερπέραν,

Στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι

Με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες της ζωής σου,

Τ΄ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες του θανάτου,

Μου τελείωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,

Έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα

Έχω Johnie Walker σήμερα,

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Ανδρέας Αγγελάκης, (1940-1991), Η Ερημιά της Σάρκας

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ από το βιβλίο του Ανέστη Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970), εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΡΟΧΗ

Κάθε που τρέχει πράσινη βροχή στις δάφνες
κι αλλάζουν φορεσιές αθόρυβα τα δέντρα
ρίχνοντας φλούδες και ψιθύρους στο βαθύ νερό,
μετράω τον χρόνο να γλιστρά στα δάχτυλά μου.
Ώρες που εφυγαν, με πρόσωπα μισοφωτισμένα
που αγάπησα, ριγμένα σαν πέτρες στο βυθό της θάλασσας.

(Ο πρίγκιπας των κρίνων, 1964)

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μήτσος Παπανικολάου (1900;-1943), Νοσταλγία του Tάφου

Μήτσος Παπανικολάου

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Πρόσπερος

ΛΑΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΜΟΥ

Σα νεκροκέρια σε θανάτους μακρινούς
Τρέμουν τα’ αστέρια την νυχτιά τη μαύρη.
Αλαφιασμένος ξεφτερούγισεν ο νους
Και μες το σκότος τους νεκρούς γυρεύει να βρει.
Θανάτους άπειρους βλέπει απλωμένους
Πάνω στο χώμα φύλλα κίτρινα δέντρων-
Μα Δε τους νοιώθει και ζητάει στους πεθαμένους
Κάποιον ανύπαρχτο και ανεύρετο νεκρό…

Απόψ’ εφύσα μανιακό τα’ αγέρι του βοριά
Κι όσα ξερόφυλλα στη γη απάντησε πεσμένα,
Η ορμή του τα συνεπήρε , τα σήκωσε ψηλά
Και σ΄αλλα μέρη μακρινά τα πέταγε- ωιμένα!
Φύλλο ξερό, φύλλο φτωχό πεσμένο απ’’ το δεντρί,
Κι εγώ με φόβο κι ηδονή προσμένω τέτοιο αγέρι
Που μιαν ημέραν άγνωστη απ’ αυτήν εδώ τη γή
Θα με πετάξει μακριά, ποιος ξέρει σε ποια μέρη!

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Κατερίνα Γώγου (1940-1993), Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών

Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών

Εκδόσεις Καστανιώτης, Πέμπτη Έκδοση, Αθήνα 1988

1
Το σπίτι μου όσο το άνοιγμα των χεριών της κόρης μου
4 χρόνια άστεγη τώρα…

2
Κι ανυπόδετη κι άρρωστη γύρναγα
Κρύωνα.
Και όπου κι αν έστρεψα
Όξος και πρέζα και χολή

3
Και τα παιρνα να μη λυπήσω τους ανθρώπους

4
Και ήρθε – και χάμω- στα γόνατα έπεσα
Και χωμάτινος βόλος έγινα
Και μέσα μου κύλησα
Και σε μια ανάσα της ψυχής μου
Που είχε μείνει φεγγερή
– εκεί ακούμπησα-
και έκλαιγα νερό. Νερά πολύ.

Διαβάστε περισσότερα