
EGRETTA ALBA
Τώρα ο καιρός με τη χρυσαλλίδα παίζει
και τον ερωδιό ερωτεύεται. Στην πλαγιά με τα κούμαρα
θα σας συναντήσω πάλι,
ώ φίλοι,
που σας παραπλάνησαν οι αετοί,
μη μʼ αποπαίρνετε
από κει ψηλά,
ξέρω για να σας πω
τις περιπέτειες ενός εντόμου
τάχα, δεν είναι αρκετό,
την είσοδο μου στο δάσος
να προετοιμάσω.
ΑΝΙΠΤΟΠΟΔΕΣ ΚΑΙ ΣΦΕΝΔΟΝΗΤΕΣ
Θέλω να πεθάνω για να μην πονώ·
ο μόνος στίχος από τα παλιά ρεμπέτικα
πού τραγουδώ συχνά πυκνά
καμιά φορά κραυγάζοντας
και κάποτε με ουρλιαχτά στο έρμο σπιτικό μου.
Μα τότε ήτανε αλλιώς
τότε ο θάνατος ήταν ακόμη ανύπαρκτος
κι ας έτρεχε ποτάμι το αίμα στα βουνά
κι ας στέναζαν οι φυλακές κι οι εξορίες
κι ας έφτασε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης
το μήνυμα στην εκκλησιά
πάνω που ο στεντόρειος Παπα-Στρατής
βγάζοντας τον Εσταυρωμένο
βοούσε το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου»
πώς πάει, ο πατέρας μου σκοτώθηκε
στο άγριο μακελειό της Βαμβακούς
κι ή μάνα μου γκρεμίστηκε λιπόθυμη απ΄ το στασίδι.
Τότε πού παίρναμε την κατηφόρα για το ρέμα
ο Μπάτης, ο Κουσκούνης κι ο Μπουμπούνας
η Νίκη του Μαλαφέκα, το αγοροκόριτσο
ο Κατραμάδος κι ό Τιγκίρης
κι άλλοι πολλοί με τη δική του σφραγίδα ο καθένας
απ΄ το μεγάλο μακελειό
και τίνες μάλιστα εξ αυτών
εντός ολίγου ποδοσφαιριστές δαφνοστεφείς
ανά το Πανελλήνιον
ξυπόλητοι, με τις πατούσες μαύρες από το λιγνίτη
τραγουδώντας το ηρωικό
«είμαστε αλάνια» (δις)
στις ανθισμένες λυγαριές της ποταμιάς
ψάχνοντας ποιος θα βρει το πιο γερό τσατάλι
για να ταιριάξει τη σφεντόνα του.
Ανιπτόποδες και σφενδονήτες
στην Καλογραίζα του ΄47, ΄48 και ΄49
με τη δική του σφραγίδα ο καθένας
απ΄ το μεγάλο μακελειό
κι όλοι μας διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα.
ΒΙΚΤΩΡΙΑ
Τα αισθητικά ιδεώδη της μητέρας μου
ίσως να ήταν παλαιότερα
και οπωσδήποτε λιγότερο φιλόδοξα και υψιπετή
από τα επικολυρικά του Ζαλοκώστα
ταίριαζαν μάλλον με τα κιλίμια και τα χράμια
που ύφαινε στον αργαλειό η μάνα της
Νιόνυφη, στις κανελιές φωτογραφίες του μεσοπολέμου
με το καπελίνο, τη χαμηλή ζώνη στη μέση
και τα κουμπωτά γοβάκια,
μια παραλίγο σουφραζέτα θα ʽλεγες
μου είναι δύσκολο να την ταυτίσω.
τη θυμάμαι πάντως κάπως αργότερα
να σιγοψιθυρίζει μελωδίες του συρμού
μα στις επίσημες, στις πιο αυθεντικές στιγμές της
μονάχα τα τραγούδια του κατακαημένου του Μωριά.
των Κολοκοτρωναίων και των άλλων της άρεσε να τραγουδάει.
Tη βλέπω τώρα στο πορτραίτο της Ραλλούς
ν’ ατενίζει έξω από το χρόνο αγέρωχη κι αλύγιστη
όσα τράβηξε και άντεξε χωρίς βαρυγκομιά
όπως οι περισσότερες γυναίκες της γενιάς της
την καταφρόνια, τους πολέμους, τους ξεσπιτωμoύς.
Αγέρωχη κι αθάνατη
ώσπου να κλείσουνε και τα δικά μου μάτια
VICTORIA
Μην ψάχνετε, δεν θα βρείτε ποτέ και πουθενά
ποια είναι ακριβώς η Μινοδίκη
Μπορεί να είναι ο χρόνος και οι καιροί που διάβηκαν
μια βρύση που έχει στεγνώσει
σαν την Τρανή βρύση της Ζούρτσας
ένα κομμάτι μάρμαρο σφηνωμένο σε μια ξερολιθιά
Η νόνα μου η Κανέλλα, η νόνα μου η Γιωργίτσα
Η ψαριά φοράδα ή ο Ντορής του θείου μου Γιάννη
το χτένι από ένα σαρακιασμένο αργαλειό
Η μάνα μου όταν χόρευε στο γάμο της
ή όταν έτρεχε ψάχνοντας για τον πατέρα μου
κι έκλαιγε κι έκλαιγε
όπως ακόμα συνεχίζει να κλαίει στον ύπνο μου
αλλά ποτέ δε λύγισε ούτε με τον καρκίνο
ήταν και παρέμεινε παντοτινά μια Βικτωρία
όπως ήθελε τʼ όνομα της που δεν πρόδωσε ποτέ.
ΟΙ ΜΟΡΜΟΝΟΙ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ
Κατεβαίνοντας απʼ την Αγία Παρασκευή
-εκεί έχουν το στέκι τους
αν κρίνω απʼ τη συχνή εμφάνιση τους
στα λεωφορεία της γραμμής¬
χτύπησε την πόρτα μου ό εύελπις απόστολος
ένα περίπου εικοσιπεντάχρονο,
Ψιλόλιγνο και ζωηρό αγόρι
ντυμένο ήδη στα φαιά
προβάλλοντας σαν τρόπαιο τη Βίβλο των Μορμόνων
«πρεσβύτερος» τόνιζε μαζί με τ’ όνομα του
Η κονκάρδα στου σακακιού το πέτο’
Πρεσβύτερος κι εμού; Σιγοψιθύρισα
φιλοσκώμμων πάντα, ως εικός, με τον εαυτό μου,
μα πότε κιόλας, συλλογίστηκα
κι εγώ που τον περνούσα δεκαετίες και δεκαετίες
ένιωσα ξάφνου αμήχανος κι ελάχιστος
μπρος στον αμούστακο τιτλούχο.
Τον καλωσόρισα και προτού ξεκινήσει την κατήχηση
του έδειξα στα ράφια της βιβλιοθήκης μου
τη Βίβλο τη δική μας, την Ελληνική
τον Συμεών τον νέο θεολόγο
και άλλα συναφή (δεν έχω
βέβαια όλη την πατρολογία του Migne, ούτε μου χρειάζεται) .
Αυτός εννόησε και μ’ ένα μειλίχιο μειδίαμα
με αποχαιρέτησε σεμνά
και αναχώρησε για την τιμή και την πεπoίθησή του
όπως λέει ο ποιητής.
Τώρα γιατί τους στέλνουν απ’ τα πέρατα της γης
και τι γυρεύουν στον τόπο μας
εδώ που άστραψε σαν ήλιος του μεσημεριού
η Αποκάλυψη του Ιωάννη
ήκιστα μ’ ενδιαφέρει.
έτσι που καταντήσαμε αυτή τη γη
είμαι περίπου άθεος και οπωσδήποτε μισέλλην.
Κι όμως, όταν ακούω τον Ψελλό
να προκαλεί αγέρωχος στον Ξιφιλίνo
«Εμός ο Πλάτων ώ σοφώτατε και αγιώτατε»
όταν διαβάζω στον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό
«Ελλάς εμή και φίλη νεότης»
και νιώσω να δροσίζει στα χείλια μου
άριστον το ύδωρ της ρωμέικης λαλιάς
κάτι σαν το ανέσπερο το φως
βλέπω να τρεμοφέγγει μέσα στη σκοτεινιά του κόσμου¬
κι ας φρυάζουν οι νεορθόδοξοι ψευτoκαλόγερoι
κι οι προπετείς προοδευτικοί
Ελλάς εμή και φίλη νεότης
λίγη απʼ την πίστη του αγένειου μορμόνου ας μου δινόταν
να σας νεκραναστήσω.
ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ
Στον Ξάνθο Μαϊντά
Μπαίνοντας από την Πειραιώς στην Ιερά 0δό
λίγα μέτρα μόλις από την τερατώδη εκκλησία
που μολεύει τον Κεραμεικό
ξεψυχούσε χτυπημένος από μια νταλίκα ένας Ντορής,
το τελευταίο ίσως άλογο στους δρόμους της Αθήνας
και μάλιστα στο δρόμο της Ψυχή
όπως τον ήθελε ο Σικελιανός.
Δεν ήτανε αθάνατος σαν τον Βαλίο και τον Ξάνθο
τ’ άλογα του Αχιλλέα
εκείνα τρέχουν και θα τρέχουν αιωνίως
στις ραψωδίες της Ιλιάδας
ήταν ένα κοινότατο άλογο μα εκείνη τη στιγμή
καθώς πάσχιζε να στυλωθεί στ αδύναμα ποδάρια του
μέσα στα αίματα και τις σειρήνες των τροχοφόρων
μου φάνηκε σαν να λαχταρούσε μάταια
να είναι το ίδιο αθάνατο μʼ εκείνα.
Του κάκου όμως στο δρόμο της Ψυχής
ο Σατανάς τις μέρες μας ορίζει
και η τερατώδης εκκλησιά που τον στεγάζει.
Τρέχει ο Ξάνθος, τρέχει ο Βαλίος
αθάνατοι καλπάζουν στις ραψωδίες του Ομήρου
μα ο δικός μου ο Ντορής κείτεται στο δρόμο της Ψυχής
που μόνο την ανυπαρξία πια γυρεύει.
ΟΙ ΣΠΙΛΟΙ
Μετά το τμήμα των σπίλων
επισκέπτομαι το παρεκκλήσιο του νοσοκομείου.
ας ανάψω ένα κερί για τους κεκoιμημένoυς μου
που νοσηλευτήκαν και πόνεσαν εδώ, προφασίστηκα.
Στο βάθος όμως ήταν για τους άλλους
τους αόρατους και ανεξιχνίαστους εκείνους σπίλους
που με ταλάνισαν μια ολόκληρη ζωή
και τώρα έχουν πια κακοφορμίσει ανεπανόρθωτα”
όχι για να συγχωρεθούνε βέβαια
ποιος να τους συγχωρέσει τάχα
μα έτσι απλά να γαληνέψουν μια στιγμή
μέσα στη συγκατάβαση και στην μακροθυμία του λιβανιού
Ασυναίσθητα ψηλαφίζω για πολλοστή φορά
το σπίλο της δεξιάς μου παρειάς
και αιφνίδια μου δημιουργείται η βεβαιότητα
καθώς αγγίζω το σταθερά επεκτεινόμενο περίγραμμα του
πως να, τʼ ορίζω πια, το χω στο χέρι, το κρατώ
δεν μου ξεφεύγει, δεν θα μου ξεφύγει
τʼ αόρατο που με τυλίγει μέρα τη μέρα
όλο και πιο αποπνικτικά στα βρόχια του.
ΤΟ ΓΟΥΡΓΟΥΡΗΤΟ
Ακόμη κι όταν συγκατανεύεις στις θωπείες μου
δεν κάνεις λιγότερο ανοίκειο το απροσπέλαστο’
είσαι μια λόχμη παντοτινά νυχτερινή και αδιαπέραστη
που δεν αυλάκωσαν ποτέ οι άνεμοι της ιστορίας
κι όσο βυθίζεσαι μ’ ατέλειωτα γουργουρητά στην
αγκαλιά μου
τόσο πιο σκοτεινό κι ανεξιχνίαστο
προβάλλει το ακατανόητο,
σαν τα σουβλερά σου δόντια και τα νύχια
που δήθεν ανεξίκακα στα παίγνια μας
μαγκώνουν τις παλάμες μου.
Συνέχισε, συνέχισε το αέναο γουργουρητό
τις γνώρισα τις χαρακιές της μοίρας
τα δόντια και τα νύχια της”
είδα τα μάτια της μέσα στα μάτια σου
κι ένιωσα το ακατανόητο να πάλλεται ολοζώντανο
σαν την κοιλιά σου μες στα χάδια μου.
Ο ΧΟΡΟΣ
Μαραγκιασμένες Σίβυλλες και απέλπιδες ουρανιστές
μ’ εμφανείς τις ουλές από τα πολλαπλά σηκώματα
σπεύδουν ν αποσύρουν τα ποτήρια τους από τη μπάρα.
Έφτασε η ώρα.
παρίστpιες συλφίδες, νεήλυδες δεκαεξάρηδες
εξ Ιλλυρίας και Βλαχομπογδανίας
ορχιoύνται στον πάγκο
ενώ οι θαμώνες περιμένουν σαν μάννα εξ ουρανού
τον καταιγισμό της ρώμης τους.
Παρακολουθώ ψύχραιμα το θέαμα σαν αδιόρθωτος
σχολαστικός
ορισμένες λεπτομέρειες του καθημέραν βίου
μια τυχαία κίνηση ένα τατουάζ απλοϊκό
με τη σβάστικα, το σφυροδρέπανο ή το Σταυρό του
Γολγοθά
αποκαλύπτουν ευκρινέστερα τα σκοτάδια της ιστορίας,
τον ανoιρκτίμoνα λόγο της.
Ο ΣΚΕΛΕΤΟΣ
Όσο κι αν θέλει
να φαντάζει καλλιμάρμαρο στους αφελείς
ο τσιμεντένιος σκελετός του
προδίνεται αμέσως και στον πιο αδαή
ωστόσο στέκει αγέρωχο
πυραμιδοειδές κι επίσημο με τη φλόγα στην κορφή του,
αυτή τουλάχιστον από ατόφιο μάρμαρο
πασχίζοντας να συγκρατήσει μια στιγμή
τον βιαστικό περάτη με τα κλέα της φυλής
αρχίζοντας από τοʼ21
φτάνοντας στοʼ12 καιʼ13 ως τοʼ40
και να κατρακυλήσει αμέσως έπειτα
στον καιάδα της δεκαετίας που ακολούθησε.
ΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ
Στέκομαι να διαβάσω τα ονόματα.
κλέφτες, φαντάροι, βαθμoφόροι
αλλά και συνταγματάρχες και χιλίαρχοι
με αθάνατο καμάρι τον Κίτσο Τζαβέλλα.
όταν στις 22.1 Ο .1828
λύτρωσε από το ζυγό τη Λoμπoτίνα.
Θα ήθελα να. μνημονεύσω όλα. τα. ονόματα.
τους Σωτηρόπουλους, τον Διαβολή
τον Καραδήμα και τον Καναβό
τις ανεξίτηλες χρονιές ’23, ’25, ’27
κι όλο σʼ αυτές γυρίζω
η καρδιά μου έχει καρφωθεί σ’ εκείνες τις βουνοκορφές.
Θέλω να. λησμονήσω τη συνέχεια.
τις συμφορές, την καταισχύνη
μάταια. όμως, όπως μάταια. προσπαθώ
για το φτενό μάρμαρο της στήλης
που κιόλας άρχισε να. ραγίζει
αφήνοντας να. ξεμυτίζει αδυσώπητα.
οριστικό και αμετάθετο
το αφτιασίδωτo τσιμέντο.
ΕΥΡΥΣΑΚΗΣ
Μεγάλη απορία
μου προξενούσαν πάντοτε τα βουβά πρόσωπα της τρα-¬
γωδίας
τα κωφά, όπως τα ονομάζουν οι επίσημες εκδόσεις.
Τι να νοιώθει άραγε ο Ευρυσάκης
ο άνηβος γιος του Αίαντα
μπροστά το πτώμα του άθλιου πατέρα του,
αμηχανία ή αηδία του γεννά
η φονική παραφροσύνη) του προδομένου ήρωα
πόσο τον συγκινούν οι κοπετοί της μάνας του,
η μεγαλοθυμία του Τεύκρου τον αγγίζει
κεντάτε τάχα την καρδούλα του
η μεγαλομανία και η αναλγησία των Ατρειδών.
Η μήπως τίποτε από αυτά
Και θέλει απλώς σαν όλα τα παιδιά
να ξεφύγει, να σωθεί μιαν ώρα γρηγορότερα
να πάει να παίξει
να τριγυρίσει ξυπόλυτος στο χώμα και στη λάσπη
στο ρέμα να κατηφορίσει
και ν ανηφορίσει στο γυμνό το βουναλάκι
Σαν όλα τα παιδιά
Και στην ανταριασμένη ακόμα Τροία
μέσα στα σίδερα, τα σκύβαλα και τα λιθάρια
που σώριασαν οι ρημαγμένοι πύργοι της.
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΑΥΤΟΜΟΛΟΣ
η εμή νεότης και άνοια…
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ Ζ, 17
H αιώνια νεότης
συντρίβει τα εγκόσμια είδωλα της.
Λασιόκωφος πάλαι ποτέ νεανίσκος
στις νουθεσίες των γερόντων
τριακοντούτης ήδη εποχούμενος σε μερσεντές
ενήμερος περί τα πολιτικά
μέχρι τίνος φανατικός
κοσμικός και αρκούντως φιλότεχνος.
Αλλά οι νύχτες του
έχουν πια γεμίσει εφιάλτες
όχι γιατί δεν τον αφήνουν να ησυχάσει
του Μιλτιάδη τα τρόπαια
παρήλθoν, φευ, οι χρόνοι εκείνοι
αλλά γιατί το είδε με τα μάτια του
κι ας παριστάνει τον τυφλό
τ άκουσε με τʼ αυτιά του
κι ας προσποιείται ότι κωφεύει
«πολλά μεν εκ θαλάσσης
πολλά δʼ εκ χέρσου κακά»
όπως λέει το φάσμα του νεκρού βασιλιά
στους Πέρσες του Αισχύλου.
Κι αυτός;
-ω εμή νεότης και άνοια
σ’ εμέσματα ναυαγούν το λυκαυγές
τα οράματα και τα εξαίσια πάθη’
ρίχνει μια γρήγορη
δήθεν ανέμελη ματιά στο καθρεφτάκι
πασχίζοντας μ’ ένα χαμόγελο
να εξορκίσει κάποια σκιά
που ήδη αυλακώνει απειλητικά το μέτωπό του
κι αλλάζει αυτόματα ταχύτητα
τρέχοντας στις ερημιές της εθνικής
στην παραλιακή λεωφόρο
και στα εκκωφαντικά μπαρ του λιμανιού
τρέχοντας μάταια νʼ απομακρύνει τα σαράντα του
προς τα οποία οδεύει ανυπερθέτως ώρα την ώρα.
Η ΚΑΣΤΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ
Δεν μου ξεφεύγουν, τους αναγνωρίζω αμέσως
στα πεζοδρόμια, στα λεωφορεία, στη λαϊκή.
Θαυμάζω την ηθοποιία, το υποκριτικό τους τάλαντο
πως ξεγελούν και συγκινούν τόσο κοσμάκη’
καμώνονται τον σπαστικό, στρεβλώνουνε τα πόδια
σωριάζονται συχνά σαν σεληνιαζόμενοι αφρίζοντας
ή προκαλούν τον οίκτο μ’ έναν παγωμένο μορφασμό
σαν παραπληγικοί.
Δεν τους ενοχλεί το εξεταστικό μου βλέμμα
με προσπερνούν αδιάφοροι σαν να μην με προσέχουν
λες και περιφρονούνε τη δική μου ελεημοσύνη’
μα εγώ υποψιάζομαι πως κάτι άλλο ίσως να συμβαίνει
τι ακριβώς δεν ξέρω, μα πάντα καταλήγω στην ίδια
υπόθεση’
μπορεί να θεωρούν ότι ανήκω στη δική τους κάστα
ότι σε λίγο σε κάποιο άλλο περιβάλλον θα υποκρίνομαι
κι εγώ
εξίσου επιτυχημένα παίζοντας το δικό μου θέατρο.
Γιʼ αυτό αλλάζω ύφος, γίνομαι γενναιόδωρος
ρίχνω επίτηδες στο άθλιο σακουλάκι τους τον οβολό μου
ξέροντας πως τέτοιοι ρόλοι και χειρότεροι μου
επιφυλάσσονται
κι όχι περαστικοί όπως στο δικό τους το σινάφι
μα πιο επώδυνοι και μόνιμοι
ώσπου να γίνω αποδεκτός οριστικά στην κάστα των
τυφλών.
ΔΙΚΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ
Βραχύ, βραχύ, μακρόν – ή μάλλον όχι
μακρόν, βραχύ, βραχύ’ τι ποιητής αλήθεια
να μπερδεύω τους ανάπαιστους με τους δακτύλους’
ορισμένως, το ηρωικό εξάμετρο δεν μου ταιριάζει
μόλις ξεκινήσω με το πρώτο βήμα πέφτω και τσακίζομαι
και τι να πω για τʼ αναρίθμητα μελικά και χορικά
τις σαπφικές και τις πινδαρικές στροφές,
εδώ σηκώνω τα χέρια, παραιτούμαι.
Μα εγώ ξέρω ποιά είναι κλίση μου
γνωρίζω αρκετά το φυσικό μου
ακούω τους φαρμακωμένους ίαμβους της Ιοκάστης
όταν πασχίζει να διασκεδάσει
τα τρομαγμένα όνειρα του Οιδίποδα
κι αυτόν τυφλό την ίδια μέρα κιόλας
να καταριέται τον Κιθαιρώνα που τον δέχτηκε
κι εκεί στη χλαλοή της μάχης
πίσω από την απειλητική όψη του Τειρεσία
βλέπω ξάφνου τα φλογισμένα βέλη του Καπανέα
να τρυπούν τα τείχη της Καδμείας
πέφτουν οι πύργοι της Καδμείας, σωριάζονται στο χώμα,
έπεσαν, δεν λογχίζουν πια τον ουρανό
κι απομένει μόνο να σκεπάζει τον ορίζοντα του τρόμου
και του ποιήματος
το παγωμένο πρόσωπο του Πολυνείκη
κι η Αντιγόνη σκέλεθρο να ραίνει με μια φούχτα χώμα
τα μαλλιά του
ενώ μες στις φωτιές και στους καπνούς σαν σπίθες
σβήνουν
και σαν πυροτεχνήματα ευτελή
δάκτυλοι και ανάπαιστοι, ίαμβοι και τροχαίοι
τα ινδάλματα και τα φαντάσματα των ποιητών.
ΑΘΗΝΑ,2003
(Μοραΐτης την καταγωγή, από τη Ζούρτσα της Ολυμπίας, ο Τάσος Γαλάτης γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς τον Δεκέμβριο του 1937 και μεγάλωσε στην Καλογρέζα και στη Νέα Ιωνία. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Παιδεία σε διάφορα σχολεία του εσωτερικού και του εξωτερικού. Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό «Πανσπουδαστική» (Απρίλιος του 1962). Έως σήμερα έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά από τον Γιώργο Δανιήλ ( George Thaniel))
ΟΙ ΓΕΝΕΘΛΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΑΣΟΥ ΓΑΛΑΤΗ
Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να μιλήσει κανείς με λίγες γραμμές για τον Τάσο Γαλάτη, ένα ποιητή σημαντικό για το μέγεθος του έργου του και αξιοζήλευτο για την ποιότητα της ποίησής του.
Γι΄ αυτό, θα μετέλθω ένα τέχνασμα, που νομίζω ότι θα μου επιτρέψει να πλησιάσω τον σκληρό πυρήνα της ποίησής του : Θα περιέλθω τις γεννέθλιες πόλεις του. Ο ποιητής, γράφει ο Ρίλκε, για να μπορεί να ελπίζει ότι κάποια σπάνια ώρα θα αναπηδήσει από την ψυχή του η πρώτη λέξη ενός στίχου, πρέπει να έχει δει πολλές πόλεις, ανθρώπους και πράγματα, πρέπει να γνωρίζει τα ζώα, πρέπει να αισθάνεται πώς πετάνε τα πουλιά και να ξέρει την κίνηση, με την οποία ανοίγουν τα μικρά λουλούδια το πρωί.
Ο ίδιος ο Τάσος Γαλάτης, στο θαυμάσιο ποίημά του ΟΥΤΙΣ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ τον Δεκέμβριο του 2001 και το οποίο περιλαμβάνεται στη συλλογή “Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες”, μας βεβαιώνει ότι, εν αντιθέσει προς τον μεγάλο ομότεχνό του, που γεννήθηκε μόνο στη Μάντουα, γεννήθηκε ή καλύτερα τον γέννησαν η Ζούρτσα και το Αργοστόλι. Αμέσως μετά μας παρέχει την πληροφορία ότι μεγάλωσε στην Καλογραίζα και τους Ποδαράδες και ότι έκανε δάσκαλος επάνω στα βουνά.
Με γέννησαν η Ζούρτσα και το Αργοστόλι
μεγάλωσα στην Καλογραίζα και τους Ποδαράδες
έκανα δάσκαλος επάνω στα βουνά.
Θα ήθελα κι εγώ, σαν τον κύκνο της Μάντουας
να είχα τραγουδήσει βοσκούς, αγρούς και ήρωες
όπως, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο,
έθαλλαν τότε ακόμη
όταν άνοιγαν στο φως τα βρεφικά μου μάτια.
[…]
Δεν πρόλαβα
πάει καιρός που όλα τούτα πνίγηκαν
στο βόμβο και στους καπνούς της λεωφόρου.
Δεν έχω πια πατρίδα, δεν πιστεύω σε θεούς
ούτε γνωρίζω ακριβώς ποιος είμαι·
στο τέρας του καιρού
που μʼ έχει φυλακίσει στη σπηλιά του
σαν με ρωτάει απαντάω ανυπόκριτα Ούτις.
Μετ΄ ου πολύ όμως, στην επόμενη συλλογή του, τον “Σημειωμένο”, μας παρέχει την νεώτερη και προφανώς αντιφάσκουσα προς την προηγούμενη πληροφορία, ότι τον γέννησε μια σκοτεινή λόχμη του Κιθαιρώνα και ότι τον ανάθρεψαν η καταφρόνια και η καταλαλιά.
Με γέννησε μια σκοτεινή λόχμη του Κιθαιρώνα
Η καταλαλιά και η καταφρόνια μʼ ανάθρεψαν
Θέλει λοιπόν να μας μπερδέψει ο ποιητής ή μήπως κρύβει κάποιο μυστικό για τον τόπο της γεννήσεώς του, που δεν θέλει να το ανακαλύψουμε; ΄Αλλωστε στο ίδιο ποίημα που μιλάει για τη λόχμη του Κιθαιρώνα, το εξαίσιο για τον σκληρό πυρήνα του και την οικονομία του λόγου, αληθινό επίτευγμα για την ποίησή μας, CURRICULUM, μας εξομολογείται, πως όταν ήταν παιδί του άρεσε να λύνει γρίφους και αινίγματα και πως αργότερα, όταν μεγάλωσε, τον σαγήνευσαν οι χρησμοί.
Παιδί μου άρεσε να λύνω γρίφους κι αινίγματα
όταν μεγάλωσα με σαγήνεψαν οι χρησμοί
και θέλησα κι εγώ να θεραπέψω ένα καιρό
τη λοιμική του κόσμου.
Δεν τα κατάφερα
είτε γιατί μου ξέφυγε το χαλινάρι
και γκρεμίστηκα σε κάποιο τρίστρατο
είτε γιατί αυτός ήταν εξαρχής ο άδηλος σκοπός,
να θριαμβεύσει τελικά ο λοιμός για πάντα.
Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, ούτε δηλαδή θέλει να μας μπερδέψει, ούτε κάποιο μυστικό θέλει να κρύψει, ούτε αινίγματα, ούτε χρησμοί. Για όποιον ξέρει γραφή και ανάγνωση, τα πράγματα είναι σαφή : Το Αργοστόλι δεν υπάρχει, είναι ο τυχαίος τόπος γεννήσεως, αυτός που απλώς αναγράφεται στην πολιτική του ταυτότητα. Υπάρχει όμως η Ζούρτσα των παιδικών αναμνήσεων και των γονεϊκών αναφορών και συζητήσεων, σκέτη Ζούρτσα και όχι Νέα Φυγαλία, όπως αργότερα μετονομάσθηκε και όπως σήμερα έχει καταντήσει.
Γεννήθηκα στο Αργοστόλι αλλά δεν έγινα Κεφαλλονίτης
δεν έχω τίποτα με τους Επτανήσιους μεγαλουσιάνους
και τους κόντιδες
εκτός από τον ιππότη Διονύσιο κόμητα Σολωμό·
άλλη αρχοντιά δεν έχω.
Εμένα η δική μου η σειρά κρατάει κάτω από τʼ αυλάκι
παρέμεινα σαν τους γονιούς μου βέρος Ζουρτσάνος
αν και δεν ξεκαθάρισα ποτέ ακριβώς Ζούρτσα τι θα πει.
Και υπάρχει η Καλογραίζα, όταν αυτή γραφότανε με τον μακρώτατο ως οιμωγή δίφθογγο άλφα γιώτα (αι) και όχι με το βραχύτατο και μικρόψυχο έψιλον (ε), όπως γράφεται σήμερα, και όταν στους δρόμους της κυκλοφορούσαν ακόμη με τα μικρά τους ονόματα οι εκτελεσμένοι του μπλόκου και όλοι έπρεπε να προσποιούνται ότι δεν τους γνωρίζουν.
Ήμουν κι εγώ στην Καλογραίζα
τριγυρίζοντας ολημερίς στα λιγνιτωρυχεία και στα Τουρκοβούνια
εκεί που κατά τον Παυσανία υπήρχε ιερό του Δία
μα δεν το συναντήσαμε ποτέ κι ούτε μας ένοιαζε […]
Ήμουν κι εγώ στην Καλογραίζα
προτού γίνει Καλογρέζα […]
Στα χρόνια εκείνα του κατατρεγμού
[…]
Μα τότε ήταν αλλίως,
τότε ο θάνατος ήταν ακόμη ανύπαρκτος
κι ας έτρεχε ποτάμι το αίμα στα βουνά
κι ας στέναζαν οι φυλακές κι οι εξορίες
κι ας έφτασε το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης
το μήνυμα στην εκκλησία
πάνω που ο στεντόρειος Παπα-Στρατής
βγάζοντας τον Εσταυρωμένο
βοούσε το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου»,
πως πάει, ο πατέρας μου σκοτώθηκε
στο άγριο μεκελλειό της Βαμβακούς
κι η μάνα μου γκρεμίστηκε λιπόθυμη απʼ το στασίδι.
Υπάρχουν επίσης τα βουνά της Αρκαδίας, με τα αγρίμια τους και με τον Μυλάοντα, την ασημένια Γορτυνία, τη Ζάτουνα, το Χρυσοβίτσι και το Δίρρεμα και υπάρχουν ο Κιθαιρώνας και η Θήβα, που οδηγούν άσφαλτα και ανέκκλητα στου Κηφισσού τ΄ αηδόνια. ΄Εν το παν και κάτω από αυτά τα ονόματα, τις πόλεις, τα πολίσματα και τα τοπωνύμια η μοίρα του ανθρώπου. ΄Οχι όμως μια μοίρα μεταφυσική, χωρίς πατρίδα και χωρίς ταυτότητα αλλά μια μοίρα άκρως υλική και εμπράγματη, η μοίρα ενός ανθρώπου της εποχής μας, αυτού που του έλαχε να έχει γεννηθεί στα δίσεκτα χρόνια της Κατοχής και τα ακόμη πιο δίσεκτα του Εμφυλίου και μάλιστα με τον επιβαρυντικό όρο της ευαισθησίας και της υποχρέωσης να πρέπει να απαντήσει στο αίνιγμα της ζωής του. ΄Ετσι έγραφε το φύλλο πορείας που του είχε δοθεί.
Ναι, λοιπόν η Ζούρτσα και τα βουνά της Αρκαδίας μας έδωσαν ποιήματα σπάνιας ευαισθησίας, μνήμης και νοσταλγίας και συνακόλουθα απελπισίας. Αλλά η Καλογραίζα με το άλφα γιώτα (αι) είναι η γενέθλια πόλη του ποιητή. Κι αν κάποτε ερχόταν ένας κατακλυσμός και εξαφάνιζε τα πάντα, ο αρχαιολόγος που θα έπρεπε με μόνο οδηγό τα ποιήματα του Τάσου Γαλάτη να ταυτίσει τόπους και ονόματα, στην Καλογραίζα θα ταύτιζε ακόμη και τη Θήβα, με τις Ηλέκτρες Πύλες και τον Ισμηνό ποταμό. Και δεν θάταν τα υλικά ερείπια που θα τον οδηγούσαν στην ταύτιση αυτή αλλά το κλάμα ενός παιδιού.
Στη δυναστεία μας
όσο κι αν παραπλανηθείς σε άγρια τρίστρατα
πάντα θα βρίσκεις ένα μονοπάτι στις λαγκαδιές του Κιθαιρώνα
για να σε φέρει πιο κοντά στο βρέφος που υπήρξες κάποτε
μυρώνοντας τη φρίκη με το γοερό του κλάμα.
Άλλωστε το διευκρινίζει ο ίδιος ο ποιητής:
Η Καδμεία μπορεί να είναι όλα τούτα
ή και τίποτα απʼ αυτά
και να ʼναι μόνο το πανάρχαιο πρόσχημα
για να γράφεται πάλι και πάλι το ποίημα
με τους λοιμούς, τα φονικά, το μίασμα
όπως ορίζει το θέλημα της ιστορίας ως τη συντέλεια.
***
Δεν μπορώ να αναφερθώ ιδιαίτερα σε κάθε συλλογή του Τάσου Γαλάτη – η αυστηρή κλεψύδρα δεν μου το επιτρέπει. Μετρώντας όμως τα λόγια μου ένα – ένα και γνωρίζοντας ότι γράφω για ένα κοινό ειδικών κριτηρίων, μπορώ να πω πως “Ο σημειωμένος”, η τελευταία συλλογή του ποιητή, έργο εσωτερικής περιπέτειας εν κοινωνία, άρα βαθύτατα κοινωνικό, είναι το σπουδαιότερο ποίημα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Το προτελευταίο ήταν “Ο Νεκρόδειπνος” του Τάκη Σινόπουλου.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ










ΜΠΡΑΒΟ ΚΥΡΙΕ ΤΑΣΟ
“ΧΡΗΣΤΟΣ”, ΟΧΙ “ΧΡΙΣΤΟΣ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΟΛΥ !
Ο Τάσος Γαλάτης έχει γνήσιο ποιητικό ταλέντο.
“μπορώ να πω πως “Ο σημειωμένος’, η τελευταία συλλογή του ποιητή, έργο εσωτερικής περιπέτειας εν κοινωνία, άρα βαθύτατα κοινωνικό, είναι το σπουδαιότερο ποίημα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Το προτελευταίο ήταν “Ο Νεκρόδειπνος’ του Τάκη Σινόπουλου”.
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο ότι είναι σπουδαία ποιήματα.