Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984), Εαυτούληδες

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.

Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν τα’ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!

Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.

Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1943), Τα Ποιήματα της Σκιάς

Εκ βαθέων

Λυπήσου με, Θέ μου, στο δρόμο που πήρα,
Χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς,
– χωρίς να’ χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
Προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί
Ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
Ζητώντας εκείνο που δεν θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα εκείνα που πάνε του κάκου,
Γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
Και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
Χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!

Λυπήσου και κείνα, λυπήσου και μένα,
– και μένα που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράγματα ξένα,
που δεν έχουν, Θέ μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
Λιγάκι να φέξει μες στα σκοτεινά,
Κι αμέσως η μοίρα μου να ξαναπαίρνει,
Κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θέ μου, στην απόγνωσή μου,
Λυπήσου την φλόγα που ματαία σκορπώ
– λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Νανά Ησαϊα (1934- 2003), Μορφή

Νανά Ησαϊα

ΜΟΡΦΗ

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ 1981

ΜΟΡΦΗ

Είναι αυστηρά τα σύμβολα απόψε
Αν και από καιρό νεκρά
Ο χαρτοκόπτης
Η κρύπτη
Μια εικόνα κενή,
Όλα είναι ακατάληπτα.
Πέρα απʼ τις σκέψεις.
Ποιες σκέψεις;
Στην θέση μου κάθεται μια λευκή μορφή.
Αντιγράφει τη σκηνή.
Όπως την υποβάλλουν
Τα αντικείμενα λέξεις.

ΕΝΝΟΙΕΣ ΦΩΤΟΣ

Ώρες σαν διάρκειες νεκρές
Στον τεμαχισμένο αυτό χρόνο.
Κάποιοι τόνοι μνήμης.
Πολύτιμοι τόποι λήθης.
Χάνονται για μένα μαζί μου πια.
Από την κρυστάλλινη στάση μου
Οι λάμψεις χάνουν συνέχεια την έννοα του φωτός.
Είναι νεκρός ο καιρός/
Σαν είδωλο συνωμοτώ με τον νεκρό εαυτό μου.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Γιώργος Μακρής (1923-1968), Εμείς οι Λίγοι

Για τον Γιώργο Μακρή γράφουν οι Αλέξης Ακριθάκης και Μίλτος Σαχτούρης, ακολουθεί μικρό ανθoλόγιο ποιημάτων του. Επιμέλεια και επιλογή Νίκος Λέκκας

Αλέξης Ακριθάκης

[…] Στα πρώτα μου βήματα μ’ επηρέασαν βαθιά ο Μιρό, ο Φερνάν Λεζέ. Όμως, τις κυριότερες επιδράσεις μου τις είχα από λογοτέχνες. Στο καιρό του Πάλι, άνοιξαν τα μάτια μου. Έμαθα να «διαβάζω» ένα γεγονός και να το μεταφέρω μέσα από χρώματα. Σημαντικό ρόλο, στα πρώτα βήματα της καλλιτεχνικής διαδρομής, έπαιξαν ο Κώστας Ταχτσής, Ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Σπύρος Μεϊμάρης και ο Γιώργος Μακρής. Ειδικά για τον Μακρή, ήθελα να πω, ότι έπαιξε τον πιο δυνατό, το πιο καταλυτικό ρόλο επάνω μου. Ήταν ένας άνθρωπος με πολλές αρνητικές και θετικές επιδράσεις πάνω μου. Κατάφερα και κράτησα τις θετικές και είδα τις αρνητικές μέσα από ένα δικό μου, πολύ «προσωπικό» μάτι. […]

[…] Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος μου. Γιατί σαν φιλόσοφος που ήταν. Μου έμαθε, ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από ένα ελεύθερο τρόπο ζωής. Κι όταν λέμε «ελεύθερο» εννοούμε όλα τα πράγματα της ζωής, όλες τις έννοιες. Όλες τις πτυχές. […]

είναι δύσκολο να γράψεις για ένα φίλο που έφυγε πριν δέκα πέντε χρόνια. Κι η δυσκολία δεν είναι στην ίδια την γραφή. Αλλά στον κίνδυνο που υπάρχει να μειώσεις την ακτινοβολία, της ζωής του και το μεγαλείο της φυγής του. Vive la Fuite!
Περνώντας ακόμη τώρα, από τις ίδιες γειτονιές, μπρός από τα ίδια καφενεία που πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, άθελά μου τον ψάχνω.
Ήτανε αυτός που, πέρα από τους καλούς ή κακούς επηρεασμούς που μπορεί να είχε σ’ έναν έφηβο της γενιάς του 60, μού έμάθε το πιο βασικό στην ζωή: Ζωγραφική. Να βλέπω και όχι να ζωγραφίζω- κι έτσι ζωγράφισα, έζησα, ζωγραφίζω.
Τον ευχαριστώ.

Κηφισιά 8 Νοεμβρίου 1983.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Ηλίας Λάγιος (1958-2005), Φεβρουάριος 2001

Άσυλο

Εντός της ποιητικής συλλογής του Ηλία Λάγιου Φεβρουάριος 2001 εκδόσεις Ερατώ

1
Είδα χορταριασμένα τείχη, τείχη που κανείς δεν εφιάλτησε ποτέ, με αγκωνάρια καμωμένα από πανάρχαιο στερεοποιημένο ανθρώπινο ιστό. Το μιασμένο ψευδώνυμο της επικατάρατης Μητροπόλεως δεν έχω διάνοια μήτε χείλη να προφέρουν. Οι μάγοι και οι προφήτες της είναι αλλόμορφα κτήνη, μισοί άνθρωποι, και άνθρωποι και άλλοι μισοί και είναι οι παλάμες τους εκρηγνυόμενες χοάνες ηφαιστείων. Η ανασαιμιά τους είναι η πιο βρωμερή και, λένε σωστά, που η μπόχα της τήκει και καταπίνει ζώσες τετράποδες μαγνόλιες, φιλέταιρους τερμίτες ομιλούντες και, καλλονή της καλλονής, ιπτάμενα, χαριτωμένα και αείποτε τα αρτινά εσπεριδοειδή. Η απαθλιωμένη σιχασιά του Θεού, τους ακούγεται μόνον στα ρυπαρά στενοσόκακα και στα υπόνομα σφαγεία, ακούγεται με ολονύκτιους αναστεναγμούς και ακόμα φριχτά αντηχεί στου κοπαδιού των βρωμερών αρουραίων το σούρσιμο το σιχαμένο και το παμφάγο γρύλισμα.

2

Εδώ παράδωσε την τόση ολίγη σου δύναμη, ψυχή μου, ανάπηρη, φτωχούλα, που κάποτε σε πίστευα αθάνατη, να επιστέψω στο πραγματικό, σημερινό μου τόπο της οδύνης. Στρέψε, ο δακρυσμένος μου οφθαλμός, άφοβα να θεωρήσης τα σιδερένια κάγκελλα που φράζουν τα παράθυρα του ψυχιατρείου. Πες μου, πόσες πολλές φορές, δυστυχισμένε, κόλλησες , δίχως ελπίδα, ελάχιστο το πρόσωπο και την καμιά μορφή σου στο σιδηρούν προσωπείον, των παραθύρων; Θυμάσαι να’ πεφτε έξω αγνό χιονόνερο, όμως εσύ δεν είχες χέρι μήτε χάρη να τα’ αγγίξης, Δεσμώτη, ένας έκπτωτος άγγελος, με την δεξιά του σ’ επιδέσμους φασκιωμένη, τέσσερις τα χαράματα εισήλθε στην απειλή του κοινού μας δώματος και προσπαθεί να παίξη την κιθάρα του, σ’ εμένα που δεν μπορώ να βαστάξω την δικιά μου οφειλή, ποιος μου φορτώνει το παραπέρα – την κόλαση των άλλων;

Διαβάστε περισσότερα