Άσυλο
Εντός της ποιητικής συλλογής του Ηλία Λάγιου Φεβρουάριος 2001 εκδόσεις Ερατώ
1
Είδα χορταριασμένα τείχη, τείχη που κανείς δεν εφιάλτησε ποτέ, με αγκωνάρια καμωμένα από πανάρχαιο στερεοποιημένο ανθρώπινο ιστό. Το μιασμένο ψευδώνυμο της επικατάρατης Μητροπόλεως δεν έχω διάνοια μήτε χείλη να προφέρουν. Οι μάγοι και οι προφήτες της είναι αλλόμορφα κτήνη, μισοί άνθρωποι, και άνθρωποι και άλλοι μισοί και είναι οι παλάμες τους εκρηγνυόμενες χοάνες ηφαιστείων. Η ανασαιμιά τους είναι η πιο βρωμερή και, λένε σωστά, που η μπόχα της τήκει και καταπίνει ζώσες τετράποδες μαγνόλιες, φιλέταιρους τερμίτες ομιλούντες και, καλλονή της καλλονής, ιπτάμενα, χαριτωμένα και αείποτε τα αρτινά εσπεριδοειδή. Η απαθλιωμένη σιχασιά του Θεού, τους ακούγεται μόνον στα ρυπαρά στενοσόκακα και στα υπόνομα σφαγεία, ακούγεται με ολονύκτιους αναστεναγμούς και ακόμα φριχτά αντηχεί στου κοπαδιού των βρωμερών αρουραίων το σούρσιμο το σιχαμένο και το παμφάγο γρύλισμα.
2
Εδώ παράδωσε την τόση ολίγη σου δύναμη, ψυχή μου, ανάπηρη, φτωχούλα, που κάποτε σε πίστευα αθάνατη, να επιστέψω στο πραγματικό, σημερινό μου τόπο της οδύνης. Στρέψε, ο δακρυσμένος μου οφθαλμός, άφοβα να θεωρήσης τα σιδερένια κάγκελλα που φράζουν τα παράθυρα του ψυχιατρείου. Πες μου, πόσες πολλές φορές, δυστυχισμένε, κόλλησες , δίχως ελπίδα, ελάχιστο το πρόσωπο και την καμιά μορφή σου στο σιδηρούν προσωπείον, των παραθύρων; Θυμάσαι να’ πεφτε έξω αγνό χιονόνερο, όμως εσύ δεν είχες χέρι μήτε χάρη να τα’ αγγίξης, Δεσμώτη, ένας έκπτωτος άγγελος, με την δεξιά του σ’ επιδέσμους φασκιωμένη, τέσσερις τα χαράματα εισήλθε στην απειλή του κοινού μας δώματος και προσπαθεί να παίξη την κιθάρα του, σ’ εμένα που δεν μπορώ να βαστάξω την δικιά μου οφειλή, ποιος μου φορτώνει το παραπέρα – την κόλαση των άλλων;
3
παραμίλησέ μου την σκοτεινή καταγωγή του φωτός, τους αλλότριους φθόγγους οι οποίοι συνιστούν την δύναμη του Άνακτος και Δυνάστη των καταραμένων ψιθύρισε με καταπόρφυρη μονόφθαλμη γάτα, κάτω απ’ το σχεδόν κανένα φεγγαρόφωτο. Αυτή η γάτα, που πότε κανείς δεν άκουσε, άλλοι ισχυρίστηκαν πως υπήρξε φυτό σαρκοφάγο κι άλλοι πως ήτανε ανθήλιος κορυδαλλός με σαπισμένα σκωληκόβρωτα φτερά. Όμως αυτοί που πιο πολύ μισήθηκαν κι έτσι καλλίτερα απ’ όλους ξέρουν να μισούν, ναι., αυτοί αποκάλυψαν ότι διάβηκε εδώ, σαν μουσικός, ο ολολυγμός των ερπετών της ρημαγμένης επικράτειας (ερείπια του παρελθόντος ή του μέλλοντος , ποια σημασία έχει άραγε;) Πόλη του αναθέματος. Πόλη να εμπορεύεσαι αθώα σφαγμένα βρέφη, τρεις φορές άλειωτα τα οστά των προπατόρων σου και οι γεννήτορές μας αφανισμένοι των αφανισμένων στην γέεννα της οριστικής ανωνυμίας.
4
Θάλαμοι, θάλαμοι, θάλαμοι. Μέσα στο καθέναν δύο. Τρεις , πολλές λασπωμένες που, μια φορά και έναν καιρό γεννήθηκαν ανθρώπινες ζωές, βρίζουν άθεη πικρά και το μονώτατό του ριζικό και φτυσμένη καλοσύνη. Ακούστε άρχοντες και αρχόντισσες και εσείς αρχοντοπούλες, ανατριχιάστε και ντραπήτε γιατί θα πω την μαύρη ιστορία αυτού που εμφανίζεται μπροστά στον οποιονδήποτε ξεδιάντροπα γυμνός και μ’ ένα ακρωτηριασμένο χάχανο άσεμνα επιδεικνύει τον πούτσο και τα’ αρχίδια του, βυθισμένος στην πιο μηδενισμένη λήξη, ακούστε και χωθήτε ακόμη πιο βαθιά στο ασφαλισμένο λογικό σας, γιατί έπεται να ειπωθή ο σπαραγμός του στρεβλωμένου που τριγυρνάει ξερνώντας αποσπάσματα προτάσεων και κάθε τόσο μανιασμένος κοπανά τσακίζοντας και αιματώνοντας τα’ αρσενικά του μέλη στους παγερά αδιάφορους τοίχους. Άκου, η γλώσσα μου, και ντράπου και αισχύνου, η γλώσσα μου, και το μάτι ας βρη ανάπαυση μόνη και απάντηση φωτιάς στα σιδηρόφρακτα παράθυρα. Και το ρήμα ουδενός , εν θλίψει μεγάλη.
5
Την πόλη των πόνων οικοδόμησε, λένε η μαγγανεία και η νεκρομαντεία η ακαταμάχητη, όμως αλήθεια πάσα άλλη. Τοπία φίλυδρα και λιβάδια ζωντανά εδώ ρυακούσαν , θηλαστικά πολύμορφα με πόδια έξι ή δεκατρία και πολυκλαδισμένα κέρατα από ίασπι και μάρμαρο πρασινόμαυρο υπερήφανα περπατούσαν κάτω από τις φυλλωσιές της μπανανοκαρυδιάς γλείφοντας με απόλαυση αγνή τους πεντανόστιμους κλώνους των μουροπόταμων, και τότε ήρθε και εγκατοίκησε ο άνθρωπος, εδώ εγκαταστάθηκε ο άνθρωπος αληθινά ανθρωπεμένος, και έλαβεν η Ύβρις όψη και υπόσταση. Και τα κελαρυστά ύδατα εξηράνθησαν και παν το ταπεινόν εμαράνθη και κατεπόθη η ζωή εις λίθον ψαμμοχάλικου. Και, κατόπιν, μανιασμένος εφύσηξε του λίβα ο λίβας^ και το τρίτον της χαράς κατεποντίσθη^ και το δεύτερον τρίτον αιχμαλωτίστηκε οριστικά στην μοναξιά του ανθρώπου^ και το τελευταίον τρίτον μεταλλάχθηκε σε δωσώδες ψοφίμι, τυμπανιαίο πτώμα για πάντα ζωντανό.
6
Διάδρομος. Ίσιος μακρύς διάδρομος καθώς εκείνος που μας παρασέρνει από τον τοκετό μας έως τον αμετάκλητο θάνατο. Δειλό μου σώμα, το’ μαθες μέχρι και αυτό, να τον πορεύεσαι παραμερίζοντας με τους αγκώνες σου, όποιον συναντάς, να ταξιδεύεις μακριά από τον πανικό των άλλων. Κι ακόμα, σιγά σιγά , και αυτό το διδάχτηκες σώμα μου: να δειλιάζης, τώρα περνώντας πλάι τους ξέρεις να τους κυττάς μόνον δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι- και αυτό ακόμη σου φαντάζει πολύ. Σπούδασες για να ξεφεύγης, με πρόσχημα ή και χωρίς αυτό όταν τους ακούς να σου αφηγούνται μεγαλόφωνα (ψευδή ή αληθινή, δεν έχει σημασία) της ιστορία του ευλαβούς προσώπου των. Ίσιος μακρύς διάδρομος ψυχιατρείου, με παγωμένα φώτα ηλεκτρικά, παντού, παντού παντού μόνο θαλάμων πόρτες (έλα, πανάξιε Φλωρεντινέ, κυττώφντας μέσα στους θαλάμους, της έμπνευσής σου της λαμπρής και της καθολικής σου δόξας να διακρίνης ευκρίνώς τα μισερά υπολείμματα και τα’ αποβράσματα, που κάποτε σταθήκανε νέα κι ελπιδοφόρα σαν και σένα). Κι όμως εκεί, μόνον εκεί, κατάκρη του διαδρόμου, φεγγίζει ένα παράθυρο, ένα σας λεω, ένα, με κάγκελλα στ’ αλήθεια σιδερένια κι ορατά, κι όμως μ’ άλλες καλά κρυμμένες απ’ το μάτι σκαλωσιές να κατεβαίνουν τρύπα τρύπα στο υποχθόνιο. Μόνον διαβαίνοντας τον ηλεκροπαγή διάδρομο.
Επιλογή και επιμέλεια Νίκος Λέκκας










