Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Τέος Σαλαπασίδης (1924-1983), Οδομαχίες

Οδομαχίες

Πολεμήσαμε – στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
Στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
Σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
Στην σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό – με βλέφαρα
Καμένα απ΄ της αγρυπνίας το μπαρούτι
Αφήναμε τον ήλιο να μας τρωει τα μάτια
Και τον Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές
Ταμπουρωθήκαμε – στα κράσπεδα των λεωφόρων
Στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
Πίσ΄ από να τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
Πίσω απ΄ τις πέντε αχτίνες της καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
Απ΄ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
Μετρούσαμε τη Λευτεριά, με τους σταυρούς της πτώσης τους
– θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί
θανατικά ρολόγια που δείχνουν τη ζωή μας-
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
Στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
Σε αξιοπρεπή πορτρέτα «Κυριών» – με μπούκες στραμμένες
Αντίκρα στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας- μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε
– Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα-
Τον ασήμαντο χλιαρό τους θάνατο – Εμείς
Που πεθάναμε τόσο μα τόσο, ωραία.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Δημήτρης Ποταμίτης (1945-2003), Η Αεροσυνοδός με τα Βαμμένα Νύχια

ΥΠΟΘΗΚΗ

Τα ποιήματα
Πρέπει να γράφονται
Σα τσιγκούνα βρύση
Στάλα στάλα
Και να διαβάζονται
Σαν ποταμός

ΖΩΤΙΚΟΣ ΝΟΥΣ

Νομίζουν πως ο ποιητής
Είναι ο φανατικός του ρήματος
Ο μονομανής του επιρρήματος
Ο εραστής των επιθέτων
Και των ουσιαστικών

Νομίζουν πως η γλώσσα είναι
Προνόμιο του όχλου και όχι
Εκδίκηση του νου πάνω στην ύλη
Και ο ποιητής ο ερευνητής του ήχου
Σ’ ένα κοχύλι

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Θωμάς Γκόρπας (1935-2003), Αφιερωμένα Εξαιρετικά

Θωμάς Γκόρπας, Τα Ποιήματα, Κέδρος 2006

Το πατάρι

Στον Τέο Σαλαπασίδη

Ο Λουμίδης τω καρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζέυαμει ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι ραϊσμένα μάρμαρα ταπεζιών μαδημένες καρέκλες ξεκοιλιασμένοι καναπέδες απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. Χαμογελούσε για όλους μας μας πίστωνε μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα κανένα μπισκότο.

Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; πως απεστατεύθη ο θρυλικός ιερός λόχος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες μαύρες μπλούζες πανταλόνια φανέλα γρι ή μαύρη μαύρα ή καφέ μοκασέν κάλτσες γκρι γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά τρενς κοτ… Οι ποιηταί και οι ζωγράφοι. Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. Ό, τι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους με το ξενύχτι με το φόβο της ζωής που το λένε φόβο του θανάτου με τα ποιήματα με το μαρξισμό – με την επανάσταση. Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα στην Αθήνα ξένα. Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μαντώ Αραβαντινού (1923-1998), Γραφή Α

Γραφή Α, Αθήνα 1962

1

σαφής είναι η μνήμη εκείνης της μέρας, ασαφής παραμένει η αίσθηση, εντελώς δεν την κατέχω. Κατέχω τον χώρο.

Ο χώρος είναι ο δικός μου, γνωστός χώρος, ελάχιστα ελεύθερος, το χρώμα στο τοίχο άσπρο σπασμένο, άσπρη ήταν νομίζω όλη η κάμαρα^ απόγευμα ήταν, αυτό το θυμάμαι, αποπνικτικό και ζεστό. Αγαπημένα πρόσωπα δύο, είχαν ζήσει δύο βδομάδες στο δικό μου γνωστό λευκό χώρο.

Στην ανάμνηση ο χώρος ευρύνεται ελευθερώνει την κίνηση, πλαταίνει σε μάκρος, απλώνεται, προδίδεται λίγο.

Τα υπόλοιπα χάνονται στο ασαφές και εναλλασσόμενο γύρισμα επιθυμίας, ζέστης πολλής, υγρασίας, αφής.

Επιθυμία είναι κυρίαρχη αίσθηση,

Υπάρχει ακόμα κλίμα ευεξίας^ μάλλον υπερδιέγερση ευεξίας και καλύπτει μόνο τον ένα, ενώ ο άλλος παραμένει στην άκρη του κύκλου, μόλις, αμυδρώς φωτιζόμενος, ωστόσο υπάρχων, κατ’ αυτό το ποσοστό της συμμετοχής συμμετέχων^ ίσως διαστάζων, σαφώς υπολειπόμενος του άλλου.

Στο κέντρο του δεύτερου κύκλου βρίσκω ξανά και του δύο, το ίδιο σκληρά φωτισμένους, σε ισοδύναμο πάθος, στην πιο πλήρη γνώση του σώματος που στο ρυθμό τους συμπλέκονται τέλεια.

Εν μέρει υποψιασμένοι, πιθανώς έκπληκτοι^ παραμένουν στο εκτυφλωτικά φωτισμένο κέντρο του κύκλου, αισθησιακοί και αναμένοντες.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Παντελής Ροδοστόγλου, Απάνθισμα Στίχων (παρουσίαση: Σπύρος Αραβανής)

 

Παντελής Ροδοστόγλου, ποιητής, μέλος του συγκροτήματος «Διάφανα Κρίνα», απάνθισμα στίχων

Η γυναίκα που διάβαζε ποιήματα

Η γυναίκα που διάβαζε ποιήματα
στεκότανε κοντά στη φωτιά
και δυο μαύρα πουλιά της φέρναν μηνύματα
από μια αγάπη παλιά: “ποτέ πια”!

Η γυναίκα που μιλούσε στα κύματα
χόρευε σε μια ακρογιαλιά
ένα βαλς μανιασμένο με λυτά τα μαλλιά
και προχώρησε στα βαθιά.

Η γυναίκα που έσκαβε μνήματα
και δεν είχε μιλιά
κοιτούσε τον θάνατο σαν μια αγάπη παλιά
και ψιθύριζε με μάτια σβηστά.

Για όλα αυτά που ζήσαμε, μόνοι με τους μόνους
μοιράζοντας τους πόνους.
Τις ώρες που δακρύσαμε, μόνοι με τους μόνους
μοιράζοντας τους πόνους.

Διαβάστε περισσότερα