ΥΠΟΘΗΚΗ
Τα ποιήματα
Πρέπει να γράφονται
Σα τσιγκούνα βρύση
Στάλα στάλα
Και να διαβάζονται
Σαν ποταμός
ΖΩΤΙΚΟΣ ΝΟΥΣ
Νομίζουν πως ο ποιητής
Είναι ο φανατικός του ρήματος
Ο μονομανής του επιρρήματος
Ο εραστής των επιθέτων
Και των ουσιαστικών
Νομίζουν πως η γλώσσα είναι
Προνόμιο του όχλου και όχι
Εκδίκηση του νου πάνω στην ύλη
Και ο ποιητής ο ερευνητής του ήχου
Σ’ ένα κοχύλι
Ομολογώ ότι υπήρξα λεξιμάγος
Την ετυμολογία ανήγαγα σε συμβόλων επιστήμη
Ίσως γι’ αυτό βαρέθηκα τις παρομοιώσεις
Τη λογική αποκλήρωσα και είπα
Ό, τι απάνω μου δεν είναι λογικό να εξερευνήσω
Όμως γι’ αυτό πονάει ο νους και γίνεται
Έμμονος σπουδαστής μιας πεταλούδας
Όχι αφ’ υψηλού επόπτης
Όχι φυγάς σε παίγνια
Μα πανταχού παρών εικονοκλάστης
Που όμως μπορεί να ξεπερνάει τα δεδομένα του
Και σε λιβάδια θεϊκών αγελάδων να τυρβάζει
Πάντα μετά τα φυσικά
Σαφώς μετά τα φυσικά
ΑΜΛΕΤ
Στη μητέρα μου
Μες στο σκοτάδι προσπαθώ να δω
Να διακρίνω χρώματα στο μαύρο
Ν’ απαθανατίσω την αιτία της μορφής σου
Ποια στιγμή σου να επιλέξω άραγε
Που όλες είναι γιομάτες τρυφερότητα
– σε θυμάμαι στην ακμή σου-
ορθώνω ανάστημα στο Γολιάθ
Μορφή στο άμορφο
Τώρα με σύμβολα μόνο μπορώ να σου μιλήσω
Είμαι μια τελεία στο χάος
Είσαι ένα ερωτηματικό αστέρων σε σχηματισμό
Που ανταγωνίζεται τη Μικρή και την Μεγάλη Άρκτο
Αντιστρατεύομαι το σύμπαν οργισμένος
Το ξεριζώνω μ’ αυτό ξαναφυτρώνει
Ο κακός δαίμονας με παγιδεύει πάλι
Εδώ μετράει το τι έπραξες όχι το ποιος υπήρξες
Και το τι έπραξες είναι κι αυτό διαπραγματεύσιμο
Στων ιστορικών τα στημένα δικαστήρια
Πρέπει να βρω το πάθος μου
Ν’ απαρνηθώ τον μισό εαυτό μου
Που με σέρνει σε ανταγωνισμούς
Σε ματαιοδοξίες υποθετικών αγώνων
Το άλλο μισό μου άνω θρώσκει
Όμως η μοίρα μου με φέρνει πάλι πίσω
Σε φωτεινές επιγραφές σφραγίζομαι
Και πριν αλέκτωρ τρις λαλήσει
Το άλλο μισό μου πρόδωσα απαρνήθηκα
Το άλλο μισό μου που μια μέρα
Του είναι γραμμένο να κηδέψει τον εαυτό του
Όσο πιο πολλά μαθαίνω τόσο απομακρύνομαι
– Άμλετ ανίκανος για πράξη-
Η εξουσία παραδομένη σε ερπετά
Που είχανε χρώματα μισά χρυσό και τα’ άλλα πράσινο
Σ’ έναν αιώνα που δεν έμαθε τίποτε απ’ το παρελθόν του
Σκάβω με τα νύχια τάφο αν εναποθέσω
Με μύρα ως του αρμόζει το κουφάρι της ουτοπίας
Μέσα στο κοινό νου που κοινός δεν είναι
Ψάχνω καθόλου κοινές δικαιολογίες
Γιατί η ποίηση είναι
Η συμμαχία των πληγωμένων λέξεων
Που χρειάζονται φροντίδα χάδι
Νυστέρι μορφίνη χειρουργείο
Προπαντός τεχνική
Για να γεννηθούν και να γεννήσουν
Μια κυρίως να καταλαβαίνεις εκείνο το Μάη
«Είμαι ρεαλιστής ζητώ το ανέφικτο»
γιατί το ποίημα είναι
η αίσθηση μιας σκέψης χνούδι
το αποτέλεσμα μιας παραβιασμένης θύρας
η αριστοτεχνική του ονείρου
ή τελικά το θήραμά του
ιπτάμενη κυρία των αιθέρων
αιθεροβάμων αερο- συνοδός στην ερημιά τμου
φτιασιδώνεται να νικήσει τον τρόμο
με κόκκινα νύχια για να με παρηγορούν
στην αχρωματοψία του κενού μου
Η ΑΕΡΟΣΥΝΟΔΟΣ ΜΕ ΤΑ ΒΑΜΜΕΝΑ ΝΥΧΙΑ
Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών αποφασίζει
Σε τρία μέρη την αιωνιότητα χωρίζει
Και από σεμνότητα για εκδίκηση ορίζει
Το παρελθόν τα μέλλοντα να καθορίζει
Ένα σαρκίο με καταληκτική ημερομηνία
Διαλέγει το σαρκίο – ιδού η απορία
Και τι θα γίνει με την γλώσσα με τη σκέψη δηλαδή
Μ’ αυτό που το ονομάσανε Ψυχή
Και μπαίνει στο παιχνίδι ο νους και αυτονομείται
Φωτίζεται ονοματίζεται ταξινομείται
Αναλαμβάνει χρέη και απελπισίες
Ακόμα κι έμμεσες δολοφονίες
Όνειρο ενός πρώην καημού που προήλθε
Απ’ τον κατακερματισμένο χρόνο που Παρήλθε
Γεννάει εξιλεώσεις τέχνες τις ονομάζει
Ο Εωσφόρος στο παιχνίδι που μας βάζει
Μύρια αντίγραφα παράγει στη στιγμή
Που όλα ζητούν εκτάσεις με πυγμή
Ύστερα εκπονούν συντάγματα και νόμους
Κανόνες δικαστήρια αστυνόμους
Ιεραρχίες εύσημα υπεραγορές
Δηλώσεις διαδηλώσεις λαϊκές
Με ηγέτη ένα φασίστα ελιτισμό
Εις βάθος ρέκτη εξοχικών κατοικιών
Πολλών αλόγων εποχούμενα τον χώρο τραυματίζουν
Και δύο μικρά παιδιά στην θέα τους δακρύζουν
Ο καθένας μαθαίνει μια επιστήμη
Κι αυτό ιστορική το λένε μνήμη
Και όμως θέλουν να ζήσουν τούτη την ταπείνωση με πάθος
Θέλουν να εξαντλήσουν το λανθασμένο εκείνο λάθος
Θέλουν πεπεραμένοι στο άπειρο να φτάσουν
Θέλουν με τη ζωή να ξεπεράσουν
Και η αεροσυνοδός με τα βαμμένα νύχια
Κι ένα χαυλιόδοντα βρικόλακα όταν χαμογελάει
Σε κάθε πτήση και από έναν άγγελο εξοντώνει
Μέσα στα σύννεφα το αίμα του ρουφάει
Κι ύστερα σ’ έναν ανίκανο για στύση
Αρσενικό το χέρι της κουνάει
Κι αυτός φοράει για άλλοθι ένα μάγκα ελιτισμό
Φονεύει το γενετικό αυθορμητισμό
Όμως το πλήρωμα του χρόνου δεν αργεί
Που τη διάσπασή του αυτοκαταργεί
Μέλλον παρόν απόν και παρελθόν
Στην αιωνιότητα θα δώσουν το «παρών»
Κι αυτή θα κυοφορήσει νέους καιρούς
Τα’ αγάλματα θα πιάσουν τους χορούς
Και μια πυρά από εφημερίδες θα ανάψει
Την γνώση των πιθήκων να την κάψει
Εκεί θα ρίξουν ξόρκια μακιγιάζ προσώπου
– ιδού το άγριο ψεύδος του ανθρώπου-
τότε θα σμίξουμε σαν από θαύμα
τη ιστορία απέτυχε – στην μπάντα
όμως το πείραμα κι αν αποτύχει
η γνώση του σ’ ένα παιδί θα φέρει τύχη
Ο ΝΕΟΣ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
Στον Γιάννη Κοντό
Α
– Γιατί δεν γράφεις ποιήματα όπως μιλάς
Να σε καταλαβαίνω
– γιατί ο τρόπος που μιλώ είναι απάτη
διαλύω την εικόνα της πραγματικότητας
για να βρω την πραγματικότητα
ο παραδείσος είναι από την φύση του
Αισθητικός στην ηθική του
Καθόλου λογικός να ξέρεις
Ας με αποκαλεί λοιπόν
Ο καταραμένος νατουραλισμός
Αιθεροβάμονα απόσταση
Παρανοϊκό εσχάτης προδοσίας
Η λογική του είναι ταξινόμηση
Αισθητική των προσωπείων
Η αισθητική μου
Άναρχη αρχή
Άτακτη τάξη
Αφορισμός των προσωπείων
Την ώρα που μνήμη και προσδοκία
Πέφτουν νεκρές μπροστά στον θρίαμβο της φρέσκιας μέρας
Πριν προλάβουν να μολύνουν την πραγματικότητα
Προαιώνια έχθρα τους
Β
Ποιητή μου λες γιατί δεν μιλάς
Αξίζει μια σιωπή για να αποστάσεις
Το άρωμα μιας λέξεις
Σου απαντώ
Η κάθε λέξη μεσσίας
Που γεννιέται κάθε τρεις χιλιάδες χρόνια
Σύμβολο ενός πράγματος απόλυτα συγκεκριμένου
Κώδικας αναγνώρισης σε μαύρες τρύπες
Η λέξη είναι μεσάζων ανάμεσα
Στο πράγμα και στη γνώση του
Όχι το ίδιο πράγμα
Το ίδιο το πράγμα το ψηλαφείς
Μόνο σε τόνους σιωπής χωμένος
Αλλά ουαί και αλίμονο
Γλώσσα μου γλωσσούλα μου
Λαμά σαβαχθανί
Ίνα τι
Ίνα τι με εγκαταλείπεις;
Γ
Η γλώσσα μου Βασίλισσα των γλωσσών
Έχει σπασμένη γνάθο
Κανείς απ τα παιδιά της δεν μπορεί να τη μιλήσει
Σα λείπει η γάτα χορεύουν σαν ποντίκια τα παιδιά της
Πάνω απ’ το μελλοντικό της φέρετρο χορεύουν
Επιμένουν να τη δολοφονούν όρθια
Και άρον τον κράβατόν σου
Βγαίνει λοιπόν η Κυρά – κουλτούρα
Και η κυρά – Αργκό
Πόρνες μαστουρωμένες σε ρυθμούς μαϊμούς
Μούμιες βιτρίνας
Σαν επίμονο και απατηλό δέρμα φιδιού παρατημένο
Πίστεύοντας πως είναι ακόμα ζωντανό το φίδι
Βγαίνουν να την αντικαταστήσουν ακόμα στην σκηνή
Σαν αρρώστια πρωταγωνίστρια
Αντιστρέφονται οι ρόλοι
Σκυλιά μιλούν σαν άνθρωποι
Άνθρωποι σαν σκυλιά
Εκδικητές του τύπου
Δεν περνάς κυρά Μαρία
Ή θα δεις τι θα πάθεις
Αν δεν μου εκχωρήσεις το δέκα τοις εκατό
Κράτα τις λέξεις σου ποιητή
Δεν μου χρειάζεται
το δέκα τοις εκατό
Μόνο το δέκα τοις εκατό
Συν τα τριάντα αργύρια
Δ
Καλά κάνεις και δεν μιλάς ποιητή
Θα βρω εγώ τις λέξεις πυροτεχνήματα
Να σε αντικαταστήσω
Δύο εξυπνάδες σαν ψεύτικο λουλούδι ωραίες
Να κερδίσω τις εντυπώσεις
Μέχρι να βρεις εσύ τον κωδικό μια λέξης
Θα την πολτοποιήσει εγώ
Γιατί εγώ ειμί ο βιονικός απόγονος
Ο άσωτος υιός που ποτέ δεν θα επιτρέψει
Εγώ τιμή μου και καμάρι μου
Είπε και τράβηξε κατά τη Βαβέλ
Που ήταν φαστφουτάδικο
Και τα’ όνειρο πήρε αμέσως
Τη σάρκα και τα οστά
Του νέου Μινώταυρου
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ
Ομολογώ πως τα πιο όμορφα τραγούδια μου
Τα έγραψα μόνο στου μυαλού την άμμο
Πως τα φιλιά που αγγίζανε τα χείλη μου
Πριν τα γευτώ τα έχω δολοφονήσει
Ξέρω πως τίποτε δεν πέθανε από μόνο του
Πάρα μονάχα από εγκατάλειψη
Ιδού η προϋπόθεση του θανάτου
Γι’ αυτό κείτονται νεκρές οι σκέψεις που έδιωξα
Οι λύσεις που απέφυγα
Τα προβλήματα που δεν έλυσα
Η αθανασία που δεν πίστεψα
Τα ανομήματά μου
Ομολογώ ότι τα καλά όνειρα δεν τα είδα ξύπνιος
Τον καλό εαυτό μου φανέρωσα
Μόνο στον καθρέφτη μου
Δεν είχα ετοιμότητα επιλογών
Την αίσθηση του μονάκριβου στερήθηκα
Σήμερα έφτασα στο ζενίθ της δολοφονικότητας
Έκανα έκτρωση δύο βρέφη ποιήματα
Που αρνήθηκα να γεννήσω
– από ιστορική κούραση από τεμπελιά
ή γιατί δεν είχε φεγγάρι-
δύο βρέφη ποιήματα από σπέρμα πρώτης
θα είχαν γίνει φωτεινοί σηματοδότες των καιρών
ομολογώ το έγκλημα
μα είναι αργά να τα αναστήσω
ο νους τη μνήμη δεν επαναφέρει
όπως ο θάνατος δεν επαναφέρει την ζωή
να τιμωρηθώ θα πρέπει
γιατί κατέστησα ορφανή
του κόσμου την αθωότητα










